- Advertisement -

Μάρω Κοντού: Η Ελενίτσα δεν µένει πια εδώ

Μάρω Κοντού: Η Ελενίτσα δεν µένει πια εδώ
6

- Advertisement -

Ηταν η Ελενίτσα, η δυναμική κυρία Κοκοβίκου που αγαπήθηκε από γενιές θεατών του ελληνικού κινηματογράφου. Αλλά κι η Μπιάνκα από την Κυψέλη, που στάθηκε κόντρα στην ξενομανία κι υπερασπίστηκε την αξία της αυθεντικότητας. Πιο  πρόσφατα, ήταν η Μαρία, μια ώριμη γυναίκα με δυνατό αίσθημα ανεξαρτησίας.

Ηταν επίσης η ηθοποιός που υπηρέτησε το θέατρο χωρίς εκπτώσεις σε όλο του το εύρος, από το κλασικό ρεπερτόριο και τις παραστάσεις αρχαίων τραγωδιών μέχρι τις νεοελληνικές ανάλαφρες κωμωδίες και την επιθεώρηση. Πάνω απ’ όλους τους ρόλους, ωστόσο, ήταν η Μάρω Κοντού, μια γυναίκα με ισχυρή προσωπικότητα, πυγμή κι άποψη που έζησε και δημιούργησε με τους δικούς της όρους, καταφέρνοντας ν’ αφήσει ανεξίτηλο το σημάδι της στην τέχνη.

Η αγαπημένη ηθοποιός, έφυγε χθες από τη ζωή σε ηλικία 92 ετών έπειτα από τη νοσηλεία της αρχικά στο νοσοκομείο «Αττικόν» και το τελευταίο διάστημα στο «Αγιος Σάββας». Με συνέπεια και ταλέντο, υπηρέτησε για σχεδόν επτά δεκαετίες την τέχνη της υποκριτικής, γεφυρώνοντας συχνά διαφορετικές εποχές σε στιγμές που έμοιαζαν βγαλμένες από σενάριο.

Η Μάρω Κοντού, γεννήθηκε στο Κουκάκι, στην ίδια γειτονιά με την οικογένεια του Μάριου Πλωρίτη και της Νάνας Μούσχουρη. Ο πατέρας της, έμπορος από τον Πειραιά, έφυγε από την ζωή όταν η ίδια ήταν μόλις δύο ετών εξαιτίας της φυματίωσης. Μεγαλώνοντας, ανέπτυξε μια ιδιαίτερη αγάπη για τον χορό, η οποία την οδήγησε για σπουδές στη σχολή της Κούλας Πράτσικα στο Κολωνάκι, τη μετέπειτα Κρατική Σχολή Ορχηστρικής Τέχνης.

Λόγω των εντυπωσιακών της επιδόσεων εκεί, εξασφάλισε υποτροφία για να συνεχίσει την εκπαίδευσή της στη σχολή Hladek στη Γερμανία αλλά δεν την εξαργύρωσε ποτέ, εξαιτίας των ενστάσεων της μητέρας της. Η φλόγα που έκαιγε μέσα της για τον καλλιτεχνία, ωστόσο, δεν άφησε το όνειρό της να σβήσει κι όταν τελικά εμφανίστηκε στις εξετάσεις της Εθνικής Τράπεζας, όπως επέβαλε η οικογένειά της, εκεί σαμπόταρε μια πιθανή της πρόσληψη παραδίδοντας ένα σημείωμα με την επιγραφή «Δεν μ’ ενδιαφέρει να προσληφθώ, με πιέζουν, ευχαριστώ».

Στο θέατρο

Τα επόμενα βήματά της την οδήγησαν στο Εθνικό Θέατρο. Οχι για να δοκιμάσει ακόμα το υποκριτικό της ταλέντο αλλά μάλλον για να το αναπτύξει. Ως βουβό πρόσωπο στην αρχή. Ως δηλαδή, ανώνυμο μέρος του θιάσου, χωρίς ουσιαστικό ρόλο στην πλοκή. Το βάφτισμα της σκηνής το πήρε με την παράσταση «Ο βασιλιάς και ο σκύλος» του 1953 που σκηνοθετούσε ο Δημήτρης Ροντήρης. Οταν στη συνέχεια ο ίδιος αναζητούσε νεαρές κοπέλες για να στελεχώσουν τον Χορό του «Ιππόλυτου» που θ’ ανέβαζε με πρωταγωνιστές τους Αλέκο Αλεξανδράκη και Νίκο Χατζίσκο σε διπλή διανομή, η Μάρω Κοντού έσπευσε να περάσει από τις οντισιόν του.

Με τη συγκεκριμένη παράσταση, το ερχόμενο καλοκαίρι, πάτησε το κοίλον του Αρχαίου Θεάτρου Επιδαύρου, εγκαινιάζοντας άτυπα τον θεσμό των Επιδαυρίων. Τα επόμενα 4,5 χρόνια παρέμεινε στο δυναμικό του Εθνικού Θεάτρου, «καθημερινά δίπλα σε ιερά τέρατα, όπως η Παξινού, ο Μινωτής, η Συνοδινού και πόσοι άλλοι. Τα καλοκαίρια Επίδαυρο, τους χειμώνες πλαισιώναμε παραστάσεις», όπως είχε δηλώσει σε συνέντευξή της.

Οταν πήρε την άδεια εξασκήσεως επαγγέλματος του ηθοποιού, ως εξαιρετικό ταλέντο, ο δρόμος προς την καταξίωση άνοιξε διάπλατα. Αποδεχόμενη την πρόταση του Ντίνου Ηλιόπουλου εντάχθηκε στον θίασο του και το 1959 περιόδευσε μαζί του σε Ελλάδα και Κύπρο με τα έργα «Φωνάζει ο κλέφτης» του Δημήτρη Ψαθά και «Η κυρία του κυρίου» των Τσιφόρου – Βασιλειάδη. Στη διάρκειά τους, μέσω του Αλκη Στέα, γνώρισε τον Δημήτρη Χορν, ο οποίος την έπεισε να συμπρωταγωνιστήσουν στο «Ρομανσέρο» του Ζακ Ντεβάλ στο Θέατρο Κεντρικόν.

Μαζί, έπαιξαν τις επόμενες τρεις σεζόν μέχρι να συναντηθούν στη θρυλική σήμερα «Οδό Ονείρων», την επιθεώρηση που ετοίμαζε ο Μάνος Χατζιδάκις το 1962 σε κείμενα Αλέξη Σολομού. Η δυσαρέσκειά της για την παρουσία της μόνο στο μουσικό σκέλος της παράστασης, λίγο έλειψε να της στερήσουν μια ιστορική εμφάνιση. Εσπευσε να τη συνετίσει, ευτυχώς, ο Δημήτρης Χορν, ο οποίος την έπεισε να ερμηνεύσει το τραγούδι «Μαύρη Φορντ» και μαζί με τις Ρένα Βλαχοπούλου, Ζωή Φυτούση και Νίκη Λεμπέση τις «Αδερφές Τατά» που ακούγονται έως σήμερα στα ραδιόφωνα. Τη «Μαύρη Φορντ» θυμήθηκε ξανά το 2008, στο Ηρώδειο αυτή τη φορά, όπου στο πλαίσιο της παράστασης «Αυτά που κάψαν το σανίδι» του Σταμάτη Κραουνάκη, όπου τραγούδησε το κομμάτι μαζί με το «Πες μου μια λέξη», το αξέχαστο ντουέτο της με τον Δημήτρη Χορν.

Στο σινεμά

Στον κινηματογράφο, έπειτα από αρκετούς βωβούς ρόλους, ο πρώτος πρωταγωνιστικός της ήρθε στα «Κίτρινα γάντια» της Φίνος Φιλμ το 1960. Ακολούθησαν τα «Ο φίλος μου ο Λευτεράκης», η «Αντιγόνη» του Γιώργου Τζαβέλλα – η πρώτη ολοκληρωμένη απόπειρα του ελληνικού κινηματογράφου να προσεγγίσει την τραγωδία του Σοφοκλή, αλλά και το «Η γυνή να φοβήται τον άνδρα» όπου μαζί με τον Γιώργο Κωνσταντίνου αναδείχθηκαν σ’ ένα από τα πλέον χαρακτηριστικά ζευγάρια της μεγάλης οθόνης. Κεντρικούς ρόλους είχε επίσης στις κωμωδίες «Μια Ιταλίδα από την Κυψέλη» αλλά και «Η σοφερίνα», «Γεροντοκόρος», «Ο στρίγγλος που έγινε αρνάκι» και «Κρίμα το μπόι σου», δίπλα στον Λάμπρο Κωνσταντάρα, επί μακρόν συμπρωταγωνιστή της. Τελευταία της εμφάνιση ήταν το 2012 στο «Αν» του Χριστόφορου Παπακαλιάτη. Στην τηλεόραση, χαρακτηριστικές της συμμετοχές ήταν στις σειρές «Ενοχοι», «Λούνα παρκ», ενώ τις τελευταίες πέντε σεζόν έπαιζε στη «Γη της Ελιάς» του Mega που αποτέλεσε την τελευταία της δουλειά.

Στην πολιτική

Παράλληλα με την υποκριτική της δράση, η Μάρω Κοντού έκανε και σημαντικές παρεμβάσεις στον δημόσιο βίο ασχολούμενη με την πολιτική. Διετέλεσε δημοτική σύμβουλος στον Δήμο Αθηναίων επί δημαρχίας Δημήτρη Αβραμόπουλου (1994-2002), πριν περάσει στο κοινοβούλιο ως επιλαχούσα βουλευτής της Νέας Δημοκρατίας στην Α’ Αθηνών για τρεις σύντομες θητείες. Ακόμα, υπήρξε πρόεδρος του Δημοτικού Ραδιοφωνικού Σταθμού Αθήνα 9,84 (1995-2002) και του Κέντρου Βρεφών Μητέρα (2004-2006). Υπήρξε παντρεμένη με τον διευθυντή φωτογραφίας της Φίνος Φιλμ, Αριστείδη Καρύδη-Φουκς και με τον διαφημιστή Γιώργο Δόξα.

- Post Down -

Comments are closed.