- Advertisement -

Κακοδικία κήρυξε σήμερα Παρασκευή (4/9) ο δικαστής στη δίκη της Λίντσεϊ Κλάνσι για τη δολοφονία των τριών παιδιών της, έπειτα από επτά ημέρες διαβουλεύσεων των ενόρκων. Ωστόσο, έδωσε στον συνήγορό της, Κέβιν Ρέντιγκτον, μόλις μία ώρα προκειμένου να καταθέσει επείγουσα έφεση κατά της απόφασης.
Το 12μελές σώμα ενόρκων, αποτελούμενο από εννέα γυναίκες και τρεις άνδρες, ενημέρωσε τον δικαστή Γουίλιαμ Σάλιβαν, ότι δεν μπορούσε να καταλήξει σε συμφωνία, για το εάν η 36χρονη θα έπρεπε να καταδικαστεί για τρεις κατηγορίες ανθρωποκτονίας πρώτου βαθμού. Χωρίς να έχει προκύψει ετυμηγορία — και παρά την επί σχεδόν πέντε εβδομάδες ακροαματική διαδικασία, κατά την οποία κατέθεσαν περίπου 85 μάρτυρες — ο Σάλιβαν κήρυξε τη δίκη σε κακοδικία.
Οι ένορκοι είχαν δηλώσει για πρώτη φορά ότι είχαν φτάσει σε αδιέξοδο, την τέταρτη ημέρα των διαβουλεύσεων, έπειτα από σχεδόν 18 ώρες συσκέψεων. Ο δικαστής ωστόσο, τους ζήτησε να συνεχίσουν. Την επόμενη ημέρα, μετά από σχεδόν 28 συνολικά ώρες διαβουλεύσεων, οι ένορκοι απέστειλαν νέο σημείωμα στον Σάλιβαν, ενημερώνοντάς τον ότι δεν μπορούσαν να καταλήξουν σε ομόφωνη απόφαση. Ο δικαστής διάβασε τότε την προβλεπόμενη δικαστική οδηγία «Tuey-Rodriguez», ζητώντας τους να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις.
Μία ημέρα αργότερα, την Πέμπτη, οι ένορκοι έστειλαν νέο σημείωμα στον δικαστή. Ο συνήγορος υπεράσπισης Κέβιν Ρέντιγκτον αποκάλυψε, ότι το μυστηριώδες σημείωμα που είχε οδηγήσει τον δικαστή να εξετάσει κατ’ ιδίαν τους ενόρκους, αφορούσε τον πρόεδρο του σώματος. Σύμφωνα με το σημείωμα, ένας από τους ενόρκους «αρνείται να ακολουθήσει τον νόμο» σε ό,τι αφορά την οδηγία του δικαστή για το εύλογο της αμφιβολίας.
Η υπεράσπιση ζήτησε να απομακρυνθεί ο συγκεκριμένος ένορκος από το σώμα, όμως το αίτημα απορρίφθηκε. Το πρωί της Παρασκευής, ο Ρέντιγκτον ζήτησε εκ νέου να εξεταστεί ξεχωριστά ο ένορκος που φέρεται να διαφωνούσε με την πλειοψηφία. Αποκάλυψε, ότι πρόκειται για άνδρα και τον κατηγόρησε, ότι δεν έλεγε την αλήθεια. Ο Σάλιβαν ωστόσο, απέρριψε το αίτημα και έστειλε εκ νέου τους ενόρκους να συνεχίσουν τις διαβουλεύσεις.
Η κακοδικία δεν σημαίνει ότι η Clancy είναι ελεύθερη
Η απόφαση για κακοδικία δεν σημαίνει ότι η πρώην νοσηλεύτρια αφήνεται αυτομάτως ελεύθερη. Η Κλάνσι θα παραμείνει υπό κράτηση στο Tewksbury Hospital, ενώ η Εισαγγελία της κομητείας Πλίμουθ θα αποφασίσει ποια θα είναι η επόμενη κίνηση στην υπόθεση που έχει προκαλέσει έντονο ενδιαφέρον σε ολόκληρη τη χώρα.
Οι εισαγγελικές αρχές έχουν αρκετές επιλογές: μπορούν να οδηγήσουν την Κλάνσι σε νέα δίκη, να επιχειρήσουν να διαπραγματευτούν συμφωνία για την αποδοχή συγκεκριμένης ποινής ή ακόμη και να αποσύρουν συνολικά τις κατηγορίες.
Ο Ρέντιγκτον είχε δηλώσει στο παρελθόν ότι, σε περίπτωση επανάληψης της δίκης, ο εισαγγελέας της Πλίμουθ, Τίμοθι Κρουζ, θα μπορούσε να επιλέξει την υποβάθμιση των κατηγοριών από ανθρωποκτονία πρώτου βαθμού σε ανθρωποκτονία δεύτερου βαθμού.
Ένα τέτοιο ενδεχόμενο θα επέτρεπε στην Κλάνσι να επιλέξει δίκη ενώπιον δικαστή, αντί για σώμα ενόρκων, κάτι που — σύμφωνα με τον Ρέντιγκτον — δεν προβλέπεται όταν η κατηγορία αφορά ανθρωποκτονία πρώτου βαθμού.
Ο συνήγορος της Κλάνσι έχει επανειλημμένα εκτιμήσει ότι ο Κρούζ θα επιμείνει στην επανάληψη της δίκης.
Οι δύο διαφορετικές εκδοχές για την ψυχική της κατάσταση
Η απόφαση των ενόρκων ήρθε έπειτα από μια δίκη, κατά την οποία παρουσιάστηκαν δύο εντελώς διαφορετικές εκδοχές για την ψυχική κατάσταση της μητέρας, όταν σκότωσε τα τρία παιδιά της.
Η Κλάνσι κατηγορείται ότι στραγγάλισε με λάστιχα γυμναστικής την 5χρονη Κόρα, τον 3χρονο Ντόουσον και τον μόλις 8 μηνών Κάλαν, προτού επιχειρήσει να βάλει τέλος στη ζωή της στις 24 Ιανουαρίου 2023.
Η υπεράσπιση υποστήριξε ότι η Κλάνσι βρισκόταν σε κατάσταση επιλόχειας ψύχωσης, η οποία είχε επιδεινωθεί από τη λήψη πληθώρας συνταγογραφούμενων φαρμάκων. Σύμφωνα με τον συνήγορό της, η γυναίκα είχε παραισθήσεις και άκουγε μέσα στο κεφάλι της τη φωνή ενός άνδρα, ο οποίος την παρότρυνε να σκοτώσει τα παιδιά της και στη συνέχεια να αυτοκτονήσει.
Η εισαγγελική πλευρά υποστήριξε την αντίθετη εκδοχή: ότι η Κλάνσι είχε πλήρη επίγνωση των πράξεών της και είχε σχεδιάσει προσεκτικά τις δολοφονίες.
Σύμφωνα με τους εισαγγελείς, μάλιστα, φρόντισε να ζητήσει από τον τότε σύζυγό της, Πάτρικ Κλάνσι, να περάσει από φαρμακείο CVS για να παραλάβει φάρμακα και στη συνέχεια να αγοράσει φαγητό από εστιατόριο, ώστε να μείνει μόνη στο σπίτι με τα παιδιά τους στο Duxbury.
Την Παρασκευή, οι ένορκοι υπέβαλαν το μοναδικό αίτημά τους για αποδεικτικά στοιχεία, ζητώντας να δουν το μαχαίρι που χρησιμοποίησε η Λίντσεϊ Κλάνσι στην απόπειρα αυτοκτονίας της, καθώς και τα φιαλίδια των συνταγογραφούμενων φαρμάκων της.
Εάν οι ένορκοι είχαν καταλήξει ομόφωνα ότι η Κλάνσι δεν ήταν ποινικά υπεύθυνη λόγω ψυχικής ασθένειας, η πρώην νοσηλεύτρια θα παρέμενε επ’ αόριστον έγκλειστη σε κρατική ψυχιατρική δομή. Θα μπορούσε να αφεθεί ελεύθερη μόνο εφόσον οι γιατροί έκριναν ότι δεν αποτελούσε πλέον κίνδυνο για τον εαυτό της ή για άλλους.
Αντίθετα, εάν οι ένορκοι είχαν ταχθεί υπέρ της εισαγγελικής πλευράς και την είχαν καταδικάσει για ανθρωποκτονία πρώτου βαθμού, η Κλάνσι θα αντιμετώπιζε υποχρεωτική ισόβια κάθειρξη χωρίς δυνατότητα αποφυλάκισης υπό όρους, βάσει της νομοθεσίας της Μασαχουσέτης.
Η μαρτυρία του συζύγου της
Οι δύο πλευρές ολοκλήρωσαν την παρουσίαση των υποθέσεών τους έπειτα από συνολικά 21 ημέρες καταθέσεων. Η διαδικασία είχε ξεκινήσει με την κατάθεση του Patrick Clancy ως πρώτου μάρτυρα.
Ο Patrick Clancy, ο οποίος έκτοτε έχει μετακομίσει στη Νέα Υόρκη και έχει ξαναπαντρευτεί την ειδικό σε θέματα υπογονιμότητας Rachel Danis, είπε στους ενόρκους ότι η Lindsay Clancy είχε αναζητήσει επανειλημμένα βοήθεια για την επιδεινούμενη ψυχική της κατάσταση τους μήνες πριν από τις δολοφονίες.
Είχε αρχίσει να επισκέπτεται ψυχίατρο, είχε καλέσει δύο φορές γραμμή υποστήριξης για την αυτοκτονία, είχε εισαχθεί οικειοθελώς για πέντε ημέρες σε ψυχιατρική μονάδα και είχε ζητήσει βοήθεια από δύο κλινικές που ειδικεύονται στην περιγεννητική ψυχική υγεία.
Παρά τις προσπάθειες αυτές, σύμφωνα με την κατάθεση του Patrick Clancy, η κατάστασή της «γινόταν όλο και χειρότερη». Ο ίδιος είπε ακόμη ότι η Lindsay Clancy του είχε μιλήσει για σκέψεις να κάνει κακό στα παιδιά.
Σύμφωνα με τον Patrick Clancy και τον Reddington, η ψυχική της κατάρρευση επιδεινώθηκε περαιτέρω από τη λήψη τουλάχιστον 13 ψυχιατρικών φαρμάκων, τα οποία της είχαν συνταγογραφηθεί από πέντε διαφορετικούς παρόχους υγείας από τον Νοέμβριο του 2022 έως και μία ημέρα πριν από τις δολοφονίες. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονταν φάρμακα για το άγχος, την κατάθλιψη, τις διαταραχές ύπνου και αντιψυχωσικά.
Ο Patrick Clancy περιέγραψε με συγκλονιστικό τρόπο τη στιγμή που επέστρεψε στο σπίτι της οικογένειας. Βρήκε τη Lindsay Clancy στην αυλή, με τραύματα στους καρπούς και τον λαιμό της, αφού είχε προηγουμένως πηδήξει από παράθυρο του δεύτερου ορόφου. Στη συνέχεια έτρεξε μέσα στο σπίτι και βρήκε τα τρία παιδιά του νεκρά στο υπόγειο.
«Αυτή σκότωσε τα παιδιά», ακούγεται να φωνάζει ο πατέρας στο τηλεφώνημα στην Άμεση Δράση, το οποίο ακούστηκε στο δικαστήριο.
Η Lindsay Clancy, η οποία παρακολούθησε τη δίκη σε αναπηρικό αμαξίδιο καθώς έχει μείνει παράλυτη από τη μέση και κάτω, κατέρρευσε επανειλημμένα σε κλάματα κατά τη διάρκεια των συγκλονιστικών καταθέσεων.
Έκλαψε όταν ακούστηκε το τηλεφώνημα στην Άμεση Δράση, ενώ οι ένορκοι είδαν οικογενειακές φωτογραφίες και βίντεο από πιο ευτυχισμένες στιγμές, αλλά και τις πιτζάμες των παιδιών και τα λάστιχα γυμναστικής που χρησιμοποιήθηκαν για τον στραγγαλισμό τους.
Στο δικαστήριο κατέθεσε επίσης ιατροδικαστής σχετικά με τη νεκροψία που διενήργησε στον βρέφος Callan.
Άλλα μέλη της οικογένειας, μεταξύ των οποίων η πρώην πεθερά, η μητέρα και η αδελφή της Lindsay Clancy, περιέγραψαν μια γυναίκα που στο παρελθόν ήταν χαρούμενη και δραστήρια, αλλά η οποία, μετά τη γέννηση του Callan, άρχισε να καταρρέει ψυχικά, καθώς αντιμετώπιζε σοβαρή αϋπνία, κατάθλιψη και έντονο άγχος για την επιστροφή της στην εργασία μετά τη λήξη της άδειας μητρότητας.
Η εισαγγελική εκδοχή: «Ήταν μια υπολογισμένη απόφαση»
Οι εισαγγελείς, ωστόσο, επέμειναν ότι η συμπεριφορά της Clancy αποτελούσε ένδειξη σχεδιασμού και όχι ψύχωσης και υποστήριξαν ότι είχε «χειραγωγήσει» τους επαγγελματίες υγείας που την παρακολουθούσαν.
«Η Lindsay πήρε μια υπολογισμένη απόφαση. Ήταν μια γυναίκα που δεν αγαπούσε πλέον τη ζωή που πίστευε ότι ήθελε. Όσο περνούσε ο καιρός, γινόταν όλο και πιο δύσκολο για εκείνη να την ελέγξει και, όταν είδε την ευκαιρία να ξεφύγει, έκανε την εγωιστική επιλογή να την αρπάξει», δήλωσε η εισαγγελέας της κομητείας Plymouth Shanan Buckingham κατά την εναρκτήρια αγόρευσή της.
Η Buckingham υποστήριξε ακόμη ότι η Clancy «επέλεξε να χειραγωγήσει τους γιατρούς της», αναζητώντας μια γρήγορη και εύκολη λύση όταν ένιωθε κατάθλιψη και άγχος. Όταν, όπως είπε, δεν πήρε αυτό που περίμενε, «επέλεξε την εναλλακτική διαδρομή».
«Τελικά, πήρε μια επιλογή, μια συνειδητή και σκόπιμη απόφαση, ότι δεν ήθελε να προσπαθήσει άλλο. Και επειδή κανείς δεν μπορούσε να φροντίσει τα παιδιά της με τον τρόπο που εκείνη ήθελε, έπρεπε να τα πάρει μαζί της», είπε η Buckingham στους ενόρκους.
Κατά τη διάρκεια της δίκης αποκαλύφθηκε επίσης ότι η μητέρα είχε πραγματοποιήσει μια σειρά από ανησυχητικές αναζητήσεις στο Google τις ημέρες και τις εβδομάδες πριν από τις δολοφονίες, μεταξύ άλλων και την αναζήτηση «Πώς να κόψω τον λαιμό μου για να πεθάνω».
Αντικρουόμενες εκτιμήσεις για την ψυχική της κατάσταση
Οι ψυχολόγοι και ψυχίατροι που κλήθηκαν να καταθέσουν παρουσίασαν αντικρουόμενες εκτιμήσεις για την ψυχική κατάσταση της Lindsay Clancy και τις υποτιθέμενες παραισθήσεις της.
Ο διακεκριμένος ψυχίατρος Dr. Phillip Resnick, μάρτυρας της υπεράσπισης, υποστήριξε ότι η φωνή που άκουγε η Clancy την οδήγησε στις δολοφονίες και ότι δεν μπορούσε να θεωρηθεί ποινικά υπεύθυνη για τις πράξεις της εκείνη την ημέρα.
«Ήταν σχεδόν σαν να ήταν μαριονέτα και κάποιος να τραβούσε τα νήματα», είπε χαρακτηριστικά.
Ο Resnick υποστήριξε επίσης ότι η Clancy είχε μια «διαστρεβλωμένη» πεποίθηση πως έκανε «χάρη» στα παιδιά της παίρνοντάς τα μαζί της όταν θα έβαζε τέλος στη ζωή της.
Τρεις ειδικοί που κατέθεσαν για την εισαγγελική πλευρά, ωστόσο, υποστήριξαν ότι η συμπεριφορά της Clancy αποδείκνυε πως γνώριζε ότι οι πράξεις της ήταν λανθασμένες.
Ο Dr. Gregory Saathoff, πραγματογνώμονας της εισαγγελίας και δικαστικός ψυχίατρος, έκανε λόγο για «ασυνέπειες» στην περιγραφή της Clancy σχετικά με το πότε άρχισε να ακούει τη φωνή, καθώς και για διαφορές ανάμεσα στη δική της αφήγηση και εκείνη του Patrick Clancy σχετικά με τη σειρά των γεγονότων εκείνης της ημέρας.
Οι διαφορές αυτές, σύμφωνα με τον Saathoff, δημιουργούσαν ερωτήματα για το κατά πόσο η Clancy έλεγε την αλήθεια.
Ο ίδιος χαρακτήρισε τη συμπεριφορά της κατά τη διάρκεια των εγκλημάτων «μεθοδική, αρκετά ελεγχόμενη και οργανωμένη».
Η υπόθεση έφερε στο επίκεντρο σε εθνικό επίπεδο τα ζητήματα της ψυχικής υγείας και των επιλόχειων ψυχικών διαταραχών στις μητέρες. Πολλοί υποστηρικτές της Lindsay Clancy — η πλειονότητα των οποίων ήταν γυναίκες — έδωσαν το «παρών» στο δικαστήριο φορώντας ροζ μπλουζάκια και υποστηρίζοντας ότι δεν θα έπρεπε να θεωρηθεί ποινικά υπεύθυνη για τις δολοφονίες.
Άλλοι διαδηλωτές τάχθηκαν υπέρ της καταδίκης της Clancy και εμφανίστηκαν έξω από το δικαστήριο κρατώντας πλακάτ που ζητούσαν δικαιοσύνη για «τους μόνους αθώους: την Cora, τον Dawson και τον Callan».
Comments are closed.