- Advertisement -

Η συλλογή των τραυμάτων της ιστορίας και η μεταμόρφωσή τους σε φως είναι ένας ακόμη ευγενής ορισμός της τέχνης και η Ιωάννα Καλογεράκη το καταφέρνει με συνέπεια. Μετά τα «Τσαλακωμένα», που πρόκειται για έναν γνήσιο φόρο τιμής στην ποιητική τόλμη του Γιάννη Θεοδωράκη, η ερμηνεύτρια στρέφεται στο αστερέ διαχρονικό πλούτο του «Romancero Gitano». Εκεί, η ποίηση του Λόρκα συνομιλεί με την μουσική του σπουδαίου Μίκη Θεοδωράκη, και η Ισπανίδα σολίστ του πιάνου Rosa Torres-Pardo αποκωδικοποιεί τις ισπανικές ρίζες της ελληνικής μουσικής.
Λίγο πριν την παρουσίαση του έργου στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ηρακλείου στις 27 Σεπτεμβρίου (Φεστιβάλ Κρήτης), η ερμηνεύτρια μιλά για τη μνήμη, τις σκιές του παρελθόντος, τον τρόπο που η φωνή πλέκεται με τον ήχο του μπαντονεόν,τις μνήμες που ακόμα μας βασανίζουν, τον μυσταγωγικό διάλογο φωνής και μπαντονεόν, αλλά και το σημείο όπου η προσφορά στην υγεία συναντά την ουσία του τραγουδιού
Ποια ήταν η πρώτη σας αντίδραση όταν ακούσατε την ιστορία πίσω από αυτά τα ποιήματα και πώς έφτασαν τα «Τσαλακωμένα» στα χέρια σας;
Πρώτη, απ’ όλες, ήταν η μνήμη της συγκίνησης, μιας και τα περισσότερα από τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη σε ποίηση του αδελφού του Γιάννη, ήταν τραγούδια που τραγουδούσαμε στο σπίτι με τους γονείς και συνδέομαι συγκινησιακά με τις στιγμές αυτές. Η μνήμη αυτής της ατμόσφαιρας με έκανε να θέλω να τα τραγουδήσω ξανά, να καταγράψω το αποτέλεσμα και να το μοιραστώ με άλλους ανθρώπους. Σε δεύτερο χρόνο ήρθε η έρευνα, οι μαρτυρίες των Γιάννη και Μίκη Θεοδωράκη και τα ιστορικά στοιχεία όπως τα παρέθεσαν οι άνθρωποι που τους γνώριζαν, η οικογένειά τους δηλαδή και οι φίλοι. Αυτά τα στοιχεία διηγούνται την ιστορία των “τσαλακωμένων”.
Τι σας συγκίνησε στην ποίηση του Γιάννη Θεοδωράκη και σας κινητοποίησε για να δημιουργήσετε ένα ολόκληρο άλμπουμ αφιερωμένο σε αυτά τα τραγούδια;
Η τόλμη της λυρικότητας, θα έλεγα. Αυτό μπορεί να ακούγεται σήμερα οξύμωρο. Όμως αν δει κανείς το ιστορικό πλαίσιο,η προσέγγιση αλλάζει.. Χρειαζόταν πολλή τόλμη, μέσα στον εμφύλιο, σε ένα περιβάλλον που σε καλούσε να πάρεις θέση -τη μία ή την άλλη πλευρά- να δημιουργείς χώρο στη λυρικότητα. Χρειαζόταν πολύ τόλμη να έχεις αδερφό ένα Μίκη Θεοδωράκη που είχε αφιερωθεί στους αγώνες από πολύ μικρή ηλικία κι ενω είσαι 17 χρονών, να υποδέχεσαι στο σπίτι στην Κρήτη τον εικοσιτετράχρονο αδερφό σου, βασανισμένο στην Μακρόνησο, κι ωστόσο εσύ, να επιμένεις να γράφεις λυρική ποίηση, γιατί σεβόσουν ότι αναγνώριζες μέσα σου, και θέλησες να τα καταθέσεις κόντρα στην απολυτότητα των καιρών.
Ο Γιάννης Θεοδωράκης έγραφε κρυφά τα τσαλάκωνε και τα πέταγε και ο Μίκης τα έβρισκε . Πώς έγραψε μέσα σας αυτή η εικόνα ενός δημιουργού που απέρριπτε και έκρυβε την ίδια του την τέχνη;
Είναι μια εξαιρετικά δυνατή στιγμή. Όλα τα ένστικτα, γυμνά από στερεότυπα, μας αποκαλύπτονται στην πιο αληθινή στιγμή τους. Μας αποκαλύπτουν ένα δημιουργό, τον Γιάννη Θεοδωράκη, που καταθέτει με θάρρος και ειλικρίνεια ό,τι μάχεται μέσα του. Η στιγμή όμως αυτή φωτίζει ταυτόχρονα και μια άλλη πλευρά, αυτή του αδερφού. Ο Μίκης παρότι ήταν δοσμένος και εκτεθειμένος απόλυτα στις πολιτικές του απόψεις, έσκυψε και μάζεψε τους τοίχους αυτούς που δε φαινόταν σε πρώτη ανάγνωση να υποστηρίζουν ακραίους αγώνες αλλά μάχες εσωτερικές.
Τα ποιήματα αφηγούνται «γενιά της ήττας». Θεωρείτε ότι η ήττα στην οποία αναφέρονται αναγνωρίζεται από τις νεότερες γενιές;
Πράγματι από συνεντεύξεις του ίδιου του Γιάννη Θεοδωράκη έχουμε αυτή τη μαρτυρία. Ο ίδιος θεωρούσε ότι ανήκε στη γενιά της ήττας και έλεγε ότι όντας εφτά χρόνια νεότερος από το Μίκη Θεοδωράκη, τον αδελφό του, δεν είχε προλάβει στο φαντασιακό του να δημιουργήσει τη συμμετοχή σε κάποια νίκη. Αντίθετα ανδρώθηκε μέσα σε συνεχείς ήττες. Ήταν ο μόνος? Σιγουρα όχι. Αντιπροσωπεύει το τεράστιο μετεμφυλιακό κοινωνικό σύνολο που προσπάθησε να ξαναστήσει ανθρώπινες σχέσεις και κοινωνικές δομές μέσα στις στάχτες του πιο φοβερού πολέμου. Ένα σύνολο «τσαλακωμένων» ανθρώπων που κάτω από τις καθημερινές ανάγκες της επιβίωσης δεν είχε την ευχέρεια να διαχειριστεί το τραύμα. Πιστεύω ότι η Ελληνική κοινωνία δεν έχει απαλλαχθεί από’ αυτό. Νομίζω ότι σε μεγάλο βαθμό μας βασανίζουν ακόμη συλλογικά τραύματα που έχουν να κάνουν με την μετάβαση στο σήμερα. Και πρέπει. Υπό αυτή την έννοια το τραύμα αναγνωρίζεται και μας προβληματίζει όλους σε ό,τι αφορά τη διαχείριση του.
Ενας σημερινός ερμηνευτής πως προσεγγίζει ένα έργο το οποίο δημιουργήθηκε σε μια συγκεκριμένη πολιτική και ιστορική συγκυρία; Η ανασύνθεση της εποχής ή η δική του αλήθεια έχει προβάδισμα;
Πιστεύω πως η κάθε πολιτική και ιστορική συγκυρία είναι ένα πλαίσιο το οποίο, στην ιδανικότερη των περιπτώσεων, μας φέρνει αντιμέτωπους με ηθικά διλήμματα. Εκεί, οι συγκυρίες και οι δεξιότητες επιτρέπουν σε κάποιους ανθρώπους μέσα απ’ την τέχνη τους, να καταθέσουν τις θέσεις τους γι αυτά. Αυτές οι στιγμές δεν είναι παγωμένες στο χρόνο. Αυτές οι στιγμές έχουν τη δύναμη να ζουν διαχρονικά και διαγενεακά. Ως τέτοιες με αφορούν και μου είναι χρήσιμες για την κατανόηση της ζωής, των ανθρώπινων συμπεριφορών αλλά και της ιστορίας των ανθρώπων μας.
Έχετε πει ότι για εσάς «το τραγούδι είναι ένα ολόγραμμα της ποιότητας της ψυχής μας». Τι σας αποκάλυψε για τη δική σας ψυχή η διαδικασία ηχογράφησης των «Τσαλακωμένων»;
Ξέρετε, έχω την αίσθηση ότι η δημόσια συζήτηση αναφορικά με τα ιστορικά γεγονότα στα μετεμφυλιακά χρόνια αλλά και η κομματική διεκδίκηση ηρώων, οδήγησε σε μια απλοποιημένη κατηγοριοποίηση των ανθρώπων σε ήρωες και μη ήρωες. Οδήγησε δηλαδή σε μια απόσβεση, απόκρυψη και ηθική καταστολή μιας τεράστιας μερίδας του ελληνικού πληθυσμού που πάλευε μεταξύ έμπρακτων διεκδικήσεων, λογικής, συναισθήματος, που ήθελε να πιστέψει αλλά αμφέβαλε κιόλας για προθέσεις, που ήθελε να αλλάξει πράγματα αλλά δεν ήθελε να χρησιμοποιήσει τη βία που επιβαλλόταν, κι ήταν αυτοί κι αυτές που έμειναν πίσω πολλές φορές για να στηρίξουν διαλυμένες οικογένειες, ήταν αυτοί κι αυτές που τους έβλεπες να στέκουν στα επισκεπτήρια των φυλακών για να δώσουν δύο κούτες τσιγάρα με τον αγώνα και τον κόπο εβδομάδων, που ανάθρεψαν τα μωρά που έμειναν πίσω όταν τους γονείς δεν τους “σήκωνε άλλο ο τόπος” και έφευγαν μετανάστες. Αυτές οι τσαλακωμένες ψυχές ήταν οι άνθρωποι γύρω μας. Η δημιουργία αυτής της συλλογής με έκανε να αισθανθώ περισσότερο αυτή τη γενιά στην οποία ανήκει και η γενιά των γονιών μου.
Οι στίχοι των τραγουδιών διαπερνώνται από πόνο, ματαίωση, νοσταλγία αλλά και τρυφερότητα. Πώς βρίσκει κανείς την ισορροπία ώστε η ερμηνεία να μην γίνει ούτε υπερβολικά δραματική ούτε αποστασιοποιημένη;
Υπάρχουν ίσως διάφορες σχολές ή και τεχνικές για την ερμηνεία των τραγουδιών γενικότερα. Πολλοί ερμηνευτές απολαμβάνουν την ασφάλεια της καθοδήγησης ενός συνθέτη στο πώς θα εκφέρουν και τι θα εκφράσουν μέσα από την ερμηνεία τους και υπάρχουν πολλά ντοκουμέντα σε στούντιος όπου αγαπημένοι μας συνθέτες δίνουν σαφείς εντολές στους ερμηνευτές τους για το τι πρέπει να κάνουν σε κάθε στιγμή απόδοσης των στίχων ενός τραγουδιού. Εγώ δεν μπόρεσα ποτέ να λειτουργήσω έτσι και ομολογώ ότι είναι κάτι που δεν το απολαμβάνω. Πιστεύω ότι ένας τραγουδιστής είναι κάτι περισσότερο από ένα διεκπεραιωτικό όργανο ως μέρος μιας ορχήστρας. Οφείλει να μελετήσει, να συγκεντρώσει στοιχεία, να τα διηθήσει μέσα από την προσωπικότητά του και όταν νιώσει ότι κάποιες αλήθειες ωριμάσουν μέσα του, απλά τις καταθέτει. Όταν αυτή η διαδικασία λάβει χώρα, τότε, με ένα μαγικό τρόπο η ισορροπίες ικανοποιούνται από μόνες τους και κατατίθεται ένα δημιουργικό αποτέλεσμα μοναδικό για τον καθένα και με τόση αναλογία στοιχείων όση είναι η αλήθεια του καθενός την κάθε στιγμή.
Ποιο τραγούδι του άλμπουμ που σας δυσκόλεψε περισσότερο συναισθηματικά ή τεχνικά; Και γιατί;
Κάθε τραγούδι είχε τη δική του ιδιαιτερότητα και τις δικές του προκλήσεις. Αν θα ξεχώριζα κάποιο νομίζω θα ήταν η Φαίδρα, γιατί ήταν ένα τραγούδι που δεν έπρεπε να τραγουδηθεί, που έπρεπε να είναι ψίθυρους, που έπρεπε να είναι χάδι, και που έπρεπε να το ακουμπήσω εκεί που θα το βρει μόνο ένας…
Πόσο διαφορετικά τραγουδά ένας άνθρωπος ένα ποίημα όταν γνωρίζει την ιστορία του ανθρώπου που το έγραψε;
Είναι απαραίτητο πιστεύω στην τέχνη, να συνδέεσαι ουσιαστικά με οτιδήποτε θες να καταθέσεις ανεξάρτητα από το εκφραστικό μέσο που έχει κάποιος καλλιεργήσει. Αναμφίβολα η γνώση περισσότερων στοιχείων και μάλιστα όταν αυτά προέρχονται από άτομα του περιβάλλοντος, επικυρώνουν την αλήθεια τους και η σύνδεση αυτή γίνεται τόσο δυνατή που εκδηλώνεται και δυναμώνει την εκφραστική απόδοση.
Το μπαντονεόν του Roman Gomez συνομιλεί με τη φωνή σας σαν ένας δεύτερος αφηγητής. Πώς γεννήθηκε αυτή η ιδέα;
Πολλές φορές ο Γιάννης Θεοδωράκης, στους στίχους των ποιημάτων του, κάνει αναφορές σε λιμάνια, στην μελαγχολία της νύχτας, στη μοναξιά των μεγάλων δρόμων, σε ανεκπλήρωτους έρωτες, στην απώλεια. Αυτές οι αναφορές με οδήγησαν στην επιλογή του μπαντονεόν ως το πλέον κατάλληλο συνοδό όργανο για την ατμόσφαιρα των τραγουδιών, όπως αυτή είχε δημιουργηθεί μέσα μου, ίσως γιατί είναι ένα όργανο συνδεδεμένο με την ζωή των ανθρώπων που ζουν σε λιμάνια και βιώνουν αντίστοιχα συναισθήματα.
Ήταν πραγματικά μία σπουδαία συγκυρία η σύμπραξη με τον εξαίρετο αργεντίνο μπαντεονίστα Roman Gomez. Προσέλαβε τη μουσική του Μίκη Θεοδωράκη σαν να την ήξερε από πάντα και οι μελωδίες ενορχηστρώθηκαν με ένα τρόπο πηγαίο. Ήταν επίσης συναρπαστικό ότι ενώ το μπαντονεόν είναι γενικά ένα όργανο δύσκολο στην συνοδεία του τραγουδιού, η μεταξύ μας σύμπραξη εξελίχθηκε με οικειότητα και ο ήχος του μπαντονεόν στάθηκε ως μια δεύτερη εκφραστική φωνή δίπλα στο τραγούδι.
Επιλέξατε μια διαδρομή που συνδυάζει την επιστήμη στον χώρο της υγείας με την τέχνη. Τι σας έχει μάθει η μία πλευρά του εαυτού σας για την άλλη;
Οτιδήποτε μας επιτρέπει να εκθέτουμε πλευρές της προσωπικότητας μας, μας βοηθάει και να την γνωρίσουμε καλύτερα. Όσο περισσότερες είναι αυτές οι πτυχές και όσο πιο αληθινές οι διαδικασίες ελευθέρωσή τους και παρουσίασης τους, τόσο μαθαίνουμε τον εαυτό μας καλύτερα και έχουμε τη δυνατότητα να εκτιμήσουμε και να κάνουμε διορθώσεις που πάντα είναι απαραίτητες. Οι δύο χώροι, ο χώρος της υγείας και ο χώρος της τέχνης παρουσιάζουν ομοιότητες. Όταν δουλεύεις με ασθενείς τότε αντιμετωπίζεις τον άνθρωπο σε μία συναισθηματική πύκνωση είτε πρόκειται για πόνο, είτε για αγωνία, είτε για φόβο. Και η τέχνη δε διαφέρει. Κάθε της εκδήλωση έχει να διαχειριστεί αυτά τα ακραία συναισθήματα που μας βασανίζουν όλους, το αναγνωρίζουμε ή όχι. Ο χώρος της υγείας και η ενασχόληση καθημερινά με ανθρώπινες ρεαλιστικές ιστορίες αγωνίας και επιβίωσης γειώνει την τέχνη, προσδίδοντάς της βάρος αλήθεια και μέτρο. Από την άλλη πλευρά η τέχνη βοηθάει το χώρο της επιστήμης επιτρέποντας μου να έχω καλύτερη ορατότητα στις διαβαθμίσεις της προσωπικότητας των ανθρώπων, να έχω καλύτερη επικοινωνία, καλύτερη κατανόηση και πάντα καλύτερη σύνδεση.
INFO : «Από τη Γρανάδα στην Κρήτη: Στην ποιητική της Πανσελήνου». Κονσέρτο για πιάνο και φωνή. Με την Rosa Torres-Pardo στο πιάνο, , Κυριακή 27 Σεπτεμβρίου , στον κήπο του Μουσείου, στις 9:00μ.μ., με ελεύθερη είσοδο για το κοινό.
Comments are closed.