- Advertisement -

Θάνος Αλεξανδρής στα «ΝΕΑ»: Το σκυλάδικο είναι κομμάτι της πολιτιστικής μας ιστορίας

Θάνος Αλεξανδρής στα «ΝΕΑ»: Το σκυλάδικο είναι κομμάτι της πολιτιστικής μας ιστορίας
33

- Advertisement -

Ενα αμούστακο αγόρι που μεγάλωσε σε μια συντηρητική οικογένεια στη Νέα Αρτάκη Εύβοιας ονειρευόταν να γίνει αρχιμανδρίτης. «Οι μνήμες από την εφηβεία είναι μόνο εκκλησία, νηστείες και γερόντισσες να φιλάνε το χέρι μου, 14χρονος εγώ και να με αποκαλούν γέροντα. Πιστεύω πως το έβλεπα ως ιεροτελεστία και ίσως με συνεπήρε, γιατί θυμάμαι ότι το όνειρό μου ήταν να γίνω πολιούχος άγιος.

Ενας φίλος ψυχολόγος απεφάνθη ότι όλα αυτά ήταν προεόρτια για καταχωνιασμένες στο υποσυνείδητο επιθυμίες για λαμπερά σόου και διακαής πόθος για αποθέωση στην πίστα, που αργότερα βγήκαν στην επιφάνεια», λέει στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο» ο Θάνος Αλεξανδρής, ο σόουμαν που έζησε τη νύχτα τη δεκαετία του ’80 στα σκυλάδικα, αποθέωσε το σόου, τη λάμψη, τα φώτα, τα φτερά και τη χρυσόσκονη.

Η αμαρτωλή δεκαετία του ’80

Με αφορμή την κάθοδο στην Αθήνα και στο Δημοτικό Θέατρο «Ολύμπια – Μαρία Κάλλας» της παράστασης του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος «Αυτή η νύχτα μένει», βασισμένη στο ομότιτλο βιβλίο του και σκηνοθετημένη από τον καλλιτεχνικό διευθυντή του ΚΘΒΕ Αστέριο Πελτέκη, ο Θάνος Αλεξανδρής θυμάται πώς ήταν η διασκέδαση την… αμαρτωλή δεκαετία του ’80, των σκυλάδικων, όπου η καψούρα απογειωνόταν και οι επιδοτήσεις στην επαρχία γίνονταν φτηνή σαμπάνια και πλαστικοί δίσκοι με κόκκινα γαρίφαλα.

Ενα κίτρινο φως, από αυτά που άναβαν στις πίστες, και η αγάπη για τα τραγούδια του Κώστα Καφάση ήταν η αφορμή για να κάνει στροφή από το φως της ημέρας και το αρωματισμένο με τριαντάφυλλο θυμίαμα, σε εκείνο της νύχτας και τον καπνό του τσιγάρου, ανάμεικτο με ιδρώτα, λάγνα βλέμματα και ανείπωτες – ή ειπωμένες; – επιθυμίες.

«Λίγο πριν από την ενηλικίωση, άρχισε ο έρωτας για κάτι που δεν ήταν συμβατό με τα χρηστά ήθη του χωριού, να γίνω ηθοποιός. Μπήκα κρυφά στο Θέατρο Τέχνης και όταν συνεργάστηκα με τον Γιώργο Μαρίνο έγινα αντικείμενο συζήτησης στα μεσημεριανά τραπέζια και το γεγονός ξεσήκωσε θύελλα οργής. Αιτία, ένα αφιέρωμα που έκανε η Μαλβίνα Κάραλη στο περιοδικό “Φαντάζιο” για τις εμφανίσεις μου στη Μέδουσα και έτσι η Νέα Αρτάκη πληροφορείται ότι έγινα ηθοποιός και, το χειρότερο, δουλεύω με τον Μαρίνο. Πώς να σας το περιγράψω; Νομίζω ότι αν ανήκα σε οργάνωση διακίνησης ναρκωτικών, λιγότερη αποστροφή θα δημιουργούσα».

Κι εκεί που το όνειρο το δικό του ήταν να ανέβει τα σκαλιά της ιεροσύνης, η επιθυμία της μάνας του να περπατήσει στους διαδρόμους της Ευελπίδων ως μάχιμος και αναγνωρίσιμος δικηγόρος, ο Θάνος Αλεξανδρής βρέθηκε να διαλέγει ψηλά καπέλα και κοστούμια με παγέτες που λαμπυρίζουν στο φως.

Ο Κουν και ο Μαρίνος

Ο Κάρολος Κουν, «ο μεγαλύτερος σκηνοθέτης του 20ού αιώνα», αναγνωρίζει από την πρώτη μέρα το ταλέντο και ο Γιώργος Μαρίνος τον παίρνει μαζί του στα σόου. Και κάπως έτσι, με πολύ πείσμα κι ακόμη περισσότερη δουλειά, «ανοίγουν οι πύλες της κολάσεως και συναντώ τον θαυμαστό κόσμο της νύχτας, που θα αλλάξει για πάντα τη ζωή μου και θα επαναπροσδιορίσει τον τρόπο σκέψης μου».

Φάλτσα και ξώφαλτσα βρέθηκε μια νύχτα στα σκυλάδικα, αλλά, επειδή «Αυτή η νύχτα μένει…», ρίζωσε. Για χρόνια ήταν από τα πρώτα ονόματα στις πίστες της επαρχίας, όπου γνώρισε «την αποθέωση αλλά και την ξεφτίλα», δούλεψε «πάντα με μπαλέτο και τα κορίτσια τα βρίσκαμε στα σουπερμάρκετ, εργοστάσια ή ακόμη και στις καφετέριες. Αυτός ο χώρος ήταν μαγικός, γιατί οι άνθρωποι ένιωθαν θεοί με χρήματα από δάνεια και η πιο περιφρονημένη γυναίκα κάτω από τα φώτα φάνταζε θεά, με θαυμαστές να καίνε μαγαζιά και επιδοτήσεις». Η νύχτα, και μάλιστα η νύχτα με αυτές τις συμβάσεις, τον βοήθησε να αποτινάξει την… κανονικότητα και να ακυρώσει στην πράξη την ατάκα του Χορν από την «Οδό Ονείρων», «κανείς δεν ζει αληθινά αυτό που θα ‘θελε να ζήσει».

Εμπεριστατωμένη μαρτυρία

Το βιβλίο του «Αυτή η νύχτα μένει», που κυκλοφόρησε το 1994, έγινε ταινία από τον Νίκο Παναγιωτόπουλο το 2000 αποσπώντας πολλά βραβεία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης κι αργότερα θεατρική παράσταση και τηλεοπτική σειρά, «είναι το αληθινό βίωμα ενός ανθρώπου που δεν έμεινε στην εξέδρα, αλλά όρμησε στην αρένα και συναναστράφηκε ανθρώπους “επικίνδυνους”, τους οποίους γνώριζε μόνο από τη λογοτεχνία». Οπως εύστοχα έγραψε η Μαλβίνα Κάραλη, «το βιβλίο είναι η μόνη εμπεριστατωμένη μαρτυρία για τον ευρύ χώρο που λέγεται σκυλάδικο».

Η νύχτα τη δεκαετία του ’80 είχε αυτό που λέμε χλιδή με όρους όχι σημερινούς, αλλά εκείνης της εποχής, είχε πολλή χρυσόσκονη, κυριολεκτικά και μεταφορικά.

«Τα μαγαζιά του ’80 αποθεώθηκαν γιατί ήταν συνάρτηση μιας εποχής ευμάρειας, με το χρήμα να ρέει άφθονο και τους ανθρώπους να ξεφαντώνουν σε μια Ελλάδα κουρασμένη από τη χούντα και βομβαρδισμένη από τη δικτατορία της μελοποιημένης ποίησης. Αλλαξαν οι εποχές, άλλαξαν οι θαμώνες και δεν υπάρχουν πλέον τα πακέτα Ντελόρ. Παλιά στα πρώτα τραπέζια κυριαρχούσαν οι μεσήλικοι με σακούλες σκουπιδιών γεμάτες χιλιάρικα για να ρίξουν τη μέτρια γκόμενα, τώρα σε αυτά κάθεται ο νεαρός με την ενυδατική και τη φωτόλυση που παρακολουθεί το κινητό και ανταλλάσσει μηνύματα με τον απέναντι. Οποια απόπειρα κι αν γίνει για να αναβιώσουν τέτοια μαγαζιά, θα παραμείνει απλώς μίμηση. Τα σκυλάδικα δεν χάθηκαν επειδή έπαψαν να υπάρχουν άνθρωποι που πονάνε ή τραγούδια που συγκινούν. Χάθηκε ολόκληρη η κοινωνική συνθήκη που τα γέννησε», μας λέει ο άνθρωπος ο οποίος ντύθηκε στα λαμέ, χόρεψε με τα κορίτσια καν καν και τραγούδησε δίπλα σε έναν καψούρη που δεν έκρυβε τον πόνο της απόρριψης σε ένα story. Ηταν εκεί, μπροστά σε πολλούς άλλους θαμώνες να κλαίει, χωρίς να νοιάζεται αν τον βλέπουν ή τον οικτίρουν.

«Γέλα, κυρία μου, γέλα μαζί μου»

«Γέλα, κυρία μου, γέλα μαζί μου». Κανείς δεν ντράπηκε να σταθεί δίπλα στον Θάνο Αλεξανδρή και να το ερμηνεύσει μαζί του. Κι ύστερα εκείνη η πονεμένη ψυχή επέστρεφε στην ξύλινη καρέκλα, στο τραπέζι με μπλε φτηνό τραπεζομάντιλο, γέμιζε το ποτήρι με ουίσκι και το έπινε μονορούφι. Η φωτιά μέσα του έσβηνε με αλκοόλ. Η νύχτα ήθελε ποτό, τσιγάρο, καψουροτράγουδα.

«Το σκυλάδικο δεν ήταν μια τραγελαφική κατάσταση, ούτε ένα ευτελές είδος διασκέδασης. Είναι κομμάτι της πολιτιστικής μας ιστορίας και αυτό είναι ένα μήνυμα από μόνο του: τίποτα από όσα ζουν οι άνθρωποι με αλήθεια δεν είναι πραγματικά δεύτερης κατηγορίας», συμπυκνώνει σε τρεις φράσεις ο Θάνος Αλεξανδρής μια εποχή που πέρασε ανεπιστρεπτί.

lifestyle και night clubs

Τα φώτα άρχισαν να σβήνουν σταδιακά τη δεκαετία του ’90, όταν το lifestyle εισέβαλε στην καθημερινότητα, χάρη και στην ιδιωτική τηλεόραση. Δίμετρες καλλονές από τις βαλκανικές χώρες φτάνουν στην επαρχία και στέκονται αγέρωχες στα bars και τα night clubs που ξεφυτρώνουν σαν τα μανιτάρια ακόμη και μέσα στα χωράφια.

Ο Καφάσης ακούγεται πλέον από τα ηχεία, αλλά κι αυτός σιγά σιγά ξεπερνιέται και βγαίνουν νέοι τραγουδιστές και τραγουδίστριες, νέα τραγούδια του έρωτα, του πόνου, της μοναξιάς. Ο καψούρης από την επαρχία φλερτάρει την ξανθιά αλλοδαπή ψιθυρίζοντάς της «να σου θυμίσω, είχε παλιόκαιρο τη μέρα που σε γνώρισα» κι εκείνη τινάζει την μπούκλα για να φανεί ο πλαστικός πορτοκαλί κρίκος στο αφτί κι απαντά «αγόρι, εγώ δεν πάω Μέγαρο, θα μείνω με τον παίδαρο» και το άλλο βράδυ «μια γυναίκα μόνο ξέρει να σου πει, μια γυναίκα που αγάπησε πολύ κι έκανε δώρο τη ζωή της σ’ αυτόν που διάλεξε η ψυχή της»…

- Post Down -

Comments are closed.