- Advertisement -

Η «συμφωνία της Μέκκας» αποτελεί τη σημαντικότερη εξέλιξη στο γεωπολιτικό περιβάλλον της Ελλάδας από τον Σεπτέμβριο του 2019, όταν ο Ερντογάν φωτογραφίστηκε μπροστά στον χάρτη που αποτύπωνε το δόγμα της «Γαλάζιας Πατρίδας». Το πλαίσιο της ελληνικής εξωτερικής πολιτικής έχει διαμορφωθεί με βάση ορισμένες θεμελιώδεις υποθέσεις. Ανάμεσά τους, πρώτον, ότι η αντιπαλότητα Τουρκίας και Ισραήλ είναι στρατηγικού χαρακτήρα και άρα αγεφύρωτη.
Δεύτερον, ότι χάρη στους ιστορικούς δεσμούς με τον αραβικό κόσμο από τη δεκαετία του ’80 αφενός και αφετέρου με τη δυναμική των «συμφωνιών του Αβραάμ» η Ελλάδα θα μπορούσε να συνεχίσει την προσέγγιση με το Ισραήλ χωρίς βαθιά διαταραχή στη σχέση της με τους Αραβες.
Τρίτον, ότι η σχέση της Τουρκίας με τη Σαουδική Αραβία ήταν και θα παρέμενε ανταγωνιστική, καθώς η καθεμιά διεκδικεί για τον εαυτό της την πρωτοκαθεδρία στο σουνιτικό Ισλάμ. Συμπληρωματικά σε αυτά, η Ελλάδα έβλεπε μια ευκαιρία στην ανάδυση της Ινδίας ως παγκόσμιας οικονομικής υπερδύναμης και στη διασύνδεσή της με την Ευρώπη, εκτιμώντας την ιστορική εχθρότητά της με το Πακιστάν (με πρόσφατη άλλη μία πολεμική σύρραξη μεταξύ τους) και την επίσης παραδοσιακή εγγύτητα του Πακιστάν με την Τουρκία.
Από όλα αυτά τα αξιώματα, μόνο το πρώτο έχει μια επαφή – και αυτό υπό προϋποθέσεις – με τη νέα πραγματικότητα. Η απρόκλητη επίθεση της Χαμάς στο Ισραήλ τον Οκτώβριο του 2023, ο γενικευμένος πόλεμος που ακολούθησε και η εκατόμβη στη Γάζα έχουν καταστήσει αδύνατη για οποιοδήποτε αραβικό καθεστώς την ιδέα της εξομάλυνσης των σχέσεων με το Ισραήλ. Κάτι παραπάνω: έχουν κάνει εξαιρετικά δύσκολη τη θέση όσων – από κράτη έως απλούς ανθρώπους – προσπαθούν να δουν πέρα από την αιματηρή διαίρεση αντί να διαλέξουν απλώς πλευρά.
Για την Αθήνα, αυτό σημαίνει πως η διατήρηση της αναγκαίας συνεργασίας με το Ισραήλ θα έχει όλο και μεγαλύτερο κόστος στην αραβική της πολιτική. Η συνεργασία με την Ινδία στην πράξη γίνεται επίσης όλο και πιο δύσκολη, στο μέτρο που η γεωγραφικά υποχρεωτική συμμετοχή των Αράβων θα συνεπάγεται αποκλεισμό του Ισραήλ. Και, ταυτόχρονα, περιμένει την απάντησή του το ερώτημα εάν η «συμφωνία της Μέκκας» έγινε με την προτροπή των Αμερικανών.
Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς πως η αμερικανική εξωτερική πολιτική μπορεί να πήρε μια πρωτοβουλία που συγκρούεται τόσο βαθιά με τις στρατηγικές προτεραιότητες και ανάγκες των Ισραηλινών – αλλά με την κυβέρνηση Τραμπ κανείς δεν μπορεί να το αποκλείσει.
Σε κάθε περίπτωση, συνιστά ήδη μια νέα συνθήκη στη Μέση Ανατολή, την οποία θα συνυπολογίζουν και οι ΗΠΑ και το Ισραήλ, κι αυτό σημαίνει πως (όσο ισχύει η «Μέκκα») σε κάθε προσπάθεια εκτόνωσης, εξομάλυνσης και προοπτικά αραβοϊσραηλινής προσέγγισης η Τουρκία θα αποτελεί όχι απλώς συνομιλητή αλλά απαραίτητο εταίρο.
Σήμερα το Ισραήλ έχει μόνο δύο χώρες στην περιοχή με τις οποίες μπορεί να συνομιλεί χωρίς να τις βλέπει ως στρατιωτική ή οικονομική/πολιτική απειλή – την Ελλάδα και (κατεξοχήν λόγω της γεωγραφικής εγγύτητας) την Κύπρο. Αλλά, όπως μας φαινόταν αδύνατη στις αρχές του καλοκαιριού η συνεννόηση, και πολύ περισσότερο ένα αμυντικό σύμφωνο, Τουρκίας – Σαουδικής Αραβίας, έτσι και το Ισραήλ να χρειαστεί σύντομα να προσπαθήσει να βγει από την αραβική απομόνωση.
Η Τουρκία, κι αν δεν είναι στο τραπέζι, θα έχει λόγο σε αυτή τη συζήτηση. Για την Ελλάδα, στο παρόν οι εξοπλισμοί είναι απαραίτητοι όσο και οικονομικά δυσβάστακτοι. Για το μέλλον, απλώς δεν αρκούν – και χρειάζεται μια νέα συζήτηση για το πώς επιβιώνει μια «ανάδελφη χώρα». Και με ποιες θυσίες.
Comments are closed.