- Advertisement -

Η μεταμόρφωση των άκρων και το νέο γαλλικό δίπολο

Η μεταμόρφωση των άκρων και το νέο γαλλικό δίπολο
1

- Advertisement -

Επαγγελλόμενος μία επανάσταση που θα άλλαζε πολιτικές σχέσεις και θεσμικές λειτουργίες, ο Εμανουέλ Μακρόν ανέβηκε στον προεδρικό θώκο της Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας, έχοντας σαρώσει την παλιά πολιτική τάξη μιας χώρας που στην πραγματικότητα δεν έπαψε ποτέ να νοσταλγεί τη μοναρχία που μίσησε όσο τίποτα άλλο. Ισως, γι’ αυτό, οι οπαδοί του νέου ενοίκου του Μεγάρου των Ηλυσίων θαύμασαν στους τρόπους του το στυλ του ολύμπιου Δία που υιοθέτησε εγκαθιστάμενος στον προεδρικό θώκο, από τον οποίο ατένιζε τον κόσμο σαν να ήταν δικός του.

Οι πιο φανατικοί του φίλοι πίστευαν ότι έτσι το πολιτικό κέντρο, στο οποίο ιδεολογικά ανήκε, θα αποκτούσε επιτέλους ένα ιστορικό βάθος που ουδέποτε είχε σε μια κοινωνία όπου κυριαρχούσε πάντα η διαιρετική τομή Δεξιάς-Αριστεράς.

Ο Μακρόν επιχείρησε να την υπερβεί, αντικαθιστώντας το δόγμα του παραδοσιακού Κέντρου, που ήταν ανέκαθεν η «αρχή της μεσότητας», όπως την όριζε η διπλή άρνηση «ούτε Δεξιά ούτε Αριστερά», με τη δική του στρατηγική, ενός «επιλεκτικού Κέντρου» που συνοψιζόταν στο σύνθημα «και Δεξιά και Αριστερά».

Πλην, όμως, έπεσε θύμα της αλαζονείας που τον είχε αποσυνδέσει από την πραγματικότητα των κοινών θνητών, με αποτέλεσμα το άστρο τού κάποτε πολλά υποσχόμενου αναμορφωτή του γαλλικού πολιτικού συστήματος να οδηγηθεί εννιά χρόνια αργότερα σε μια μάλλον άδοξη δύση.

Κι αυτό, μέσα στο χάος ενός κόσμου που άρχισε να επιστρέφει ολοταχώς στην εποχή των Ακρων, αναζητώντας την πολιτική έμπνευση και την ιδεολογική καθαρότητα που χάθηκαν μέσα στην ομίχλη της άνευ προηγουμένου πολιτικής κρίσης, στην οποία ο ίδιος ο Μακρόν βύθισε τη χώρα του, παίρνοντας την αυτοκαταστροφική απόφαση να διαλύσει την Εθνοσυνέλευση και να προκηρύξει τις πρόωρες εκλογές του 2024, αντί να συγκατοικήσει με έναν πρωθυπουργό προερχόμενο από την πλειοψηφήσασα τότε Αριστερά, όπως είχαν πράξει όλοι οι προκάτοχοί του από τον σοσιαλιστή Μιτεράν μέχρι τον γκωλικό Σιράκ.

Προφανώς, όμως, του ήταν ανυπόφορη η ιδέα να μοιραστεί τις υπερεξουσίες του. Ακόμα χειρότερα, του ήταν, από ό,τι φάνηκε, αδιανόητο ότι οι υπήκοοί του δεν θα έσπευδαν να ικανοποιήσουν τις επιθυμίες του αλλάζοντας την προηγούμενη ετυμηγορία τους. Τόσο πολύ είχε αποσυνδεθεί από την πραγματικότητα. Σε τέτοιο βαθμό είχε υπερεκτιμήσει την ικανότητά του να γοητεύει τους συμπατριώτες του.

Το άδοξο τέλος του μακρονικού εγχειρήματος

Κάπως έτσι, άλλωστε, θα επερχόταν και το τέλος του μακρονικού εγχειρήματος αναδιάταξης των πολιτικών δυνάμεων υπό την κυριαρχία του μεσαίου χώρου. Γιατί, ναι μεν ο ίδιος προέβαλε σθεναρή αντίσταση στις πιέσεις που του ασκούσαν οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης για να παραιτηθεί, στην πραγματικότητα, όμως, δεν αντιπροσώπευε πια παρά μια μειοψηφική και ακραία αντιδημοφιλή δύναμη.

Είχε έρθει σε ρήξη με τους επιδραστικότερους συνεργάτες του, όπως ήταν οι πρώην πρωθυπουργοί του Εντουάρ Φιλίπ και Γκαμπριέλ Ατάλ, που πλέον έχουν αυτονομηθεί διεκδικώντας μια θέση στην κούρσα διαδοχής ενός προέδρου της Δημοκρατίας που έμεινε χωρίς συμμάχους μετά την ακατανόητη απόφασή του να αγνοήσει τη βούληση της κοινωνικής πλειοψηφίας, κλονίζοντας συθέμελα το οικοδόμημα της μαεστρικά χτισμένης από τον στρατηγό Ντε Γκωλ Πέμπτης Γαλλικής Δημοκρατίας.

Το πάλαι ποτέ κραταιό στρατόπεδο των προεδρικών είδε έτσι τις μεταρρυθμιστικές προσδοκίες του να ματαιώνονται, την εκλογική του επιρροή να συρρικνώνεται και τις εμβληματικές θέσεις του για το συνταξιοδοτικό να εγκαταλείπονται σε μια απέλπιδα προσπάθεια να διασωθούν οι αλλεπάλληλες κυβερνήσεις μειοψηφίας με τις οποίες ο Μακρόν προσπάθησε απεγνωσμένα να ροκανίσει τον χρόνο που απέμενε μέχρι την ολοκλήρωση της δεύτερης θητείας του, έχοντας όμως χάσει πανηγυρικά το στοίχημα των πρόωρων εκλογών του 2024.

Το στοίχημα που έχασε ο Μακρόν το κέρδισε ο νεαρός Ζορντάν Μπαρντελά, εμφανιζόμενος στο πολιτικό στερέωμα ως το νέο ανερχόμενο αστέρι της γαλλικής πολιτικής. Τον είχε ανακαλύψει, επιλέξει και προετοιμάσει για να τη διαδεχθεί στην ηγεσία του κόμματος της ακροδεξιάς Εθνικής Συσπείρωσης η Μαρίν Λεπέν, και εν ανάγκη να πάρει τη θέση της στην κούρσα των προεδρικών εκλογών του 2027 σε περίπτωση που η ίδια δεν θα μπορούσε να συμμετάσχει λόγω στέρησης του δικαιώματος του εκλέγεσθαι, συνέπεια τελεσίδικης καταδίκης για το αδίκημα της υπεξαίρεσης πόρων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου, δηλαδή δημοσίου χρήματος.

Στον πρώτο γύρο των βουλευτικών εκλογών του 2024, ο Μπαρντελά δεν μπόρεσε βέβαια να επαναλάβει τον θρίαμβο των ευρωεκλογών της ίδιας χρονιάς. Εγραψε, όμως, στο ενεργητικό του, δικαιώνοντας απόλυτα τη Μαρίν Λεπέν, μια πρωτοφανή για την παράταξή της επίδοση. Κατέκτησε την πρώτη θέση συγκεντρώνοντας το εκπληκτικό ποσοστό του 33% των ψηφισάντων, ενώ στον δεύτερο γύρο βρέθηκε αντιμέτωπος ταυτόχρονα με το Νέο Λαϊκό Μέτωπο, που είχε συγκροτήσει η ενωμένη Αριστερά και είχε αποσπάσει το 28% των ψηφισάντων στον πρώτο γύρο, και με το τόξο των λοιπών δημοκρατικών δυνάμεων που θέλησαν και πάλι να φράξουν τον δρόμο της Ακροδεξιάς προς την εξουσία συμφωνώντας μεταξύ τους να στηρίξουν από κοινού τον όποιο δημοκρατικό υποψήφιο θα συγκέντρωνε τα σχετικά μεγαλύτερα ποσοστά.

Η τριχοτόμηση του γαλλικού πολιτικού συστήματος

Οι αποσύρσεις δημοκρατικών υποψηφίων που πραγματοποιήθηκαν μεταξύ των δύο γύρων έσπασαν κάθε προηγούμενο ρεκόρ. Οπως κάθε ιστορικό ρεκόρ έσπασε και η κινητοποίηση των ψηφοφόρων που είχε ως αποτέλεσμα να ανέλθει σε πρωτοφανή ύψη το ποσοστό συμμετοχής στον δεύτερο γύρο των εκλογών.

Παρά ταύτα, η Εθνοσυνέλευση που προέκυψε από τις εκλογές ήταν ακραία κατακερματισμένη και συνάμα τριχασμένη μεταξύ ενός ακροαριστερού, ενός φιλελεύθερου και ενός ακροδεξιού μπλοκ, κανένα εκ των οποίων δεν διέθετε την απαιτούμενη πλειοψηφία για τον σχηματισμό αυτοδύναμης κυβέρνησης.

Το νέο Λαϊκό Μέτωπο της Αριστεράς διέθετε μόνο μια σχετική πλειοψηφία. Το μπλοκ των φιλελεύθερων κεντρώων έχασε την ηγεμονική κοινοβουλευτική δύναμη που διέθετε στην προηγούμενη Εθνοσυνέλευση. Το μπλοκ της ακροδεξιάς Εθνικής Συσπείρωσης, που πρώτευσε στον πρώτο γύρο των τελευταίων βουλευτικών εκλογών, υστέρησε στον δεύτερο γύρο σε έδρες, αφού στερήθηκε αυτές που απέσπασαν οι δυνάμεις του δημοκρατικού τόξου με τη μέθοδο της απόσυρσης των υποψηφίων βουλευτών με τις λιγότερες ψήφους.

Σε κάθε περίπτωση, η Γαλλία που θα παραδώσει  ο φιλελεύθερος Μακρόν με τη λήξη της θητείας του βρίσκεται ήδη σε πολύ χειρότερη θέση από τη Γαλλία που παρέλαβε από τον σοσιαλιστή προκάτοχό του Φρανσουά Ολάντ. Το παιχνίδι των καθυστερήσεων που έπαιξε μετά τις πρόωρες εκλογές του 2024 έδωσε τη χαριστική βολή στη σταθερότητα της χώρας του.

Σε πείσμα των δύο πρώην πρωθυπουργών του, του δεξιόστροφου αλλά εξαιρετικά επιδραστικού Φιλίπ και του αριστερόστροφου αλλά ιδιαίτερα χαρισματικού Ατάλ, που διαφώνησαν ανοιχτά με τους χειρισμούς και τις επιλογές του, ο Μακρόν, αφού επικαλέστηκε τη διεξαγωγή των Ολυμπιακών Αγώνων του Παρισιού, ανέβαλε τον διορισμό νέου πρωθυπουργού παρατείνοντας για πολλούς μήνες τον βίο της απερχόμενης μετά τις εκλογές κυβέρνησης Ατάλ, ωσάν να επρόκειτο για υπηρεσιακή κυβέρνηση που διαχειριζόταν αποκλειστικά και μόνο τις τρέχουσες υποθέσεις.

Στη συνέχεια επέμεινε να διορίζει πρωθυπουργούς και να σχηματίζει κυβερνήσεις που σε καμιά περίπτωση δεν επρόκειτο να λάβουν ψήφο εμπιστοσύνης από μια τριχοτομημένη Εθνοσυνέλευση. Ταλαιπωρούσε έτσι για πολύ μεγάλο διάστημα τον λαό του μόνο και μόνο για να αποφύγει τον σκόπελο του σχηματισμού μιας κυβέρνησης συνεργασίας με τους πρώην συνοδοιπόρους του τους σοσιαλιστές, που ήταν και οι μόνοι που θα μπορούσαν να εξασφαλίσουν μια βιώσιμη κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Προτίμησε έτσι να εξαντλήσει τα περιθώρια αναζήτησης συνεργασιών στον χώρο των πολιτικών φίλων του της Κεντροδεξιάς, σε πείσμα του γεγονότος ότι δεν αντιπροσώπευαν πλέον παρά μια πολύ αντιδημοφιλή μειοψηφία. Εφτασε, λοιπόν, στο σημείο να διορίσει πρωθυπουργό τον πρώην ευρωπαίο επίτροπο – διαπραγματευτή της αποχώρησης του Ηνωμένου Βασιλείου από την Ευρωπαϊκή Ενωση και επιφανές ηγετικό στέλεχος των κεντροδεξιών Ρεπουμπλικανών, Μισέλ Μπαρνιέ, η κυβέρνηση του οποίου θα ήταν η πρώτη από το 1962 που θα καταψηφιζόταν από την Εθνοσυνέλευση, με αποτέλεσμα να οξυνθεί έτσι περαιτέρω η πολιτική κρίση.

Κρίση που κλιμακώθηκε παρά τη διαδοχή του Μπαρνιέ από τον μετριοπαθή κεντρώο και παλιό πολιτικό σύμμαχο του Μακρόν, Φρανσουά Μπαϊρού. Κρίση που δεν ξεπεράστηκε ούτε όταν ο πλήρως αφοσιωμένος στο πρόσωπο του Προέδρου της Δημοκρατίας πρώην υπουργός Αμυνας Σεμπαστιέν Λεκορνί αντικατέστησε τον ανατραπέντα Μπαϊρού.

Η παρακμή του Κέντρου

Αν κατάφερε με αυτόν τον τρόπο ο Μακρόν να παρατείνει και τη δική του παραμονή στον προεδρικό θρόνο, η ειρωνεία της ιστορίας ήταν ότι το τίμημα που αναγκάστηκε να καταβάλει για να το πετύχει ακύρωσε ουσιαστικά όλο του το έργο. Χαρακτηριστικότερο παράδειγμα ήταν το γεγονός ότι, για να επιβιώσει η κυβέρνησή του, ο Λεκορνί αναγκάστηκε να καταργήσει πλήρως τη μεταρρύθμιση του συνταξιοδοτικού συστήματος που ο Μακρόν είχε κάνει σημαία της προεδρικής του θητείας.

Στην πραγματικότητα, βέβαια, εκείνο που διέσωσε τον Λεκορνί ήταν το γεγονός ότι στην κατάσταση στην οποία είχε περιέλθει η γαλλική κοινή γνώμη, καμία πολιτική παράταξη δεν ήθελε να χρεωθεί μια ακόμη πολιτική κρίση στο παραπέντε των προγραμματισμένων για την άνοιξη του 2027 προεδρικών εκλογών.

Πολύ δε περισσότερο που με τους χειρισμούς του Μακρόν η Πέμπτη Γαλλική Δημοκρατία είχε ήδη αποσταθεροποιηθεί. Η κρίση του γαλλικού δημοσίου χρέους είχε βαθύνει. Και οι εφιάλτες της ακυβερνησίας στην οποία είχε οδηγηθεί η μεταπολεμική Τέταρτη Γαλλική Δημοκρατία είχαν αρχίσει να ξυπνάνε επιταχύνοντας τη συντηρητικοποίηση της γαλλικής κοινωνίας και την αποδαιμονοποίηση της Ακροδεξιάς.

Ούτως ή άλλως, το πολιτικό κλίμα είχε αρχίσει να βαραίνει μέχρι καταθλίψεως μετά τη δεύτερη νίκη του Μακρόν στις προεδρικές εκλογές του 2022. Επρόκειτο, άλλωστε, για μια νίκη που είχε πετύχει χωρίς να κάνει την παραμικρή σχεδόν εκστρατεία, μιας και οι διεθνείς παρεμβάσεις του για την αντιμετώπιση της γεωπολιτικής κρίσης που προκάλεσε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, αφενός δεν του άφηναν πολλά περιθώρια για ενασχόληση με τα εσωτερικά προβλήματα της γαλλικής κοινωνίας, αφετέρου, όμως, του εξασφάλισαν μια προβολή που αποδείχθηκε υπεραρκετή για την επανεκλογή του στο προεδρικό αξίωμα.

Αυτό, ωστόσο, δεν διασκέδασε την περιφρόνηση που αισθάνθηκαν οι Γάλλοι, θεωρώντας ότι ο αρχηγός του κράτους τους ενδιαφέρθηκε περισσότερο για την επιθετικότητα της Ρωσίας παρά για τη διαρκή αύξηση του κόστους ζωής και την αντίστοιχη μείωση της αγοραστικής τους δύναμης.

Δεν ήταν, άλλωστε, τυχαίο που η Λεπέν είχε εστιάσει εκεί όλη της την καμπάνια, αφήνοντας σε δεύτερη μοίρα ακόμα και την αντιμεταναστευτική ατζέντα της παραδοσιακής Ακροδεξιάς. Εξού και η επανεκλογή του Μακρόν δεν έγινε δεκτή με ιδιαίτερο ενθουσιασμό. Αντιθέτως, η κοινωνική δυσαρέσκεια κυριαρχούσε και η δυσπιστία των πολιτών απέναντι στους δημοκρατικούς θεσμούς έπαιρνε πρωτοφανείς διαστάσεις, ανεβάζοντας τη δημοτικότητα της Ακροδεξιάς αντιπολίτευσης.

Η εξέλιξη των δεικτών που δημοσίευε τακτικά το βαρόμετρο του έγκριτου Ινστιτούτου CEVIPOF δεν άφηνε καμία αμφιβολία για την προϊούσα κατάρρευση της κοινωνικής εμπιστοσύνης στους πολιτικούς θεσμούς (βλ. Cevipof-Opinion way «Baromètre de Confiance politique», vague 17, Φεβρουάριος 2026) Αναλυτικότερα, από το 2025 μέχρι το 2026 ο δείκτης της πολιτικής εμπιστοσύνης έχασε τέσσερις ολόκληρες μονάδες, με το 78% των ερωτώμενων να δηλώνει ότι δεν εμπιστεύεται καθόλου την πολιτική, το 81% (+2 μονάδες) να δηλώνει ότι είναι αρνητικά προδιατεθειμένο απέναντί της, το 76% (+2) να σκέφτεται ότι το πολιτικό προσωπικό είναι διεφθαρμένο, το 77% (+4%) να μην εμπιστεύεται την Εθνοσυνέλευση, το 71% (+6%) να ισχυρίζεται το ίδιο για τη Γερουσία, το 81% (+6%) για την κυβέρνηση, και το 75% (+4%) για τον θεσμό του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Επίσης, καμία εμπιστοσύνη δεν εμπνέουν τα ΜΜΕ στο 69% (+2%) των ερωτηθέντων πολιτών, τα πολιτικά κόμματα στο 83% (+1%), τα συνδικάτα στο 60% (αμετάβλητο). Ενώ το 76% (+5%) θεωρεί ότι η Δημοκρατία δεν λειτουργεί καλά στη Γαλλία και το 87% (+4%) πιστεύει ότι οι πολιτικοί δεν λαμβάνουν καθόλου υπόψη τους τη γνώμη του κόσμου. Το 56% (+4%) εκτιμά ότι δεν μπορεί ν’ αλλάξει πολλά πράγματα και το ίδιο ποσοστό (+4%) εκτιμά ότι η πραγματική εξουσία δεν ανήκει στην κυβέρνηση.

Η ανατολή του νέου αστεριού της Ακροδεξιάς

Υπ’ αυτές τις συνθήκες ο Ζορντάν Μπαρντελά άρχισε να ενσαρκώνει τις ελπίδες της κοινής γνώμης για μια ριζική πολιτική αλλαγή. Στα μάτια της πληττόμενης από την κρίση εκπροσώπησης κοινωνίας δεν ήταν πια ένας απλός ευνοούμενος της Λεπέν. Ηταν ένας νεαρός ευειδής και χαρισματικός γόνος Ιταλών μεταναστών, βγαλμένος από τα σπλάχνα των λαϊκών προαστίων του Παρισιού.

Ήταν πολύ περισσότερο ένας αυθεντικός, αν και εκλεπτυσμένος λαϊκός ηγέτης που ασκούσε μια ευθέως ανταγωνιστική του Μακρόν γοητεία και του οποίου ο μειλίχιος και πολύ συγκρατημένος χαρακτήρας προσφερόταν όχι μόνο για να αποκαταστήσει τη χαμένη εμπιστοσύνη στους πολιτικούς, αλλά και για να μεταμορφώσει την Ακροδεξιά σε μια ριζοσπαστική μεν αλλά φιλική προς τη μεσαία τάξη Δεξιά με τρόπο που όχι μόνο θα ολοκλήρωνε την κανονικοποίηση που είχε ήδη πετύχει η Λεπέν, αλλά επιπλέον θα τη συμφιλίωνε με τις ελίτ του κοινωνικού κατεστημένου.

Δεν ήταν άλλωστε τυχαίο ούτε ότι άρχισε πολύ γρήγορα να τις συναναστρέφεται με άνεση ούτε ότι η δημοφιλία του εκτινάχθηκε αμέσως πάνω από την αντίστοιχη της πιο παραδοσιακής εθνολαϊκίστριας Λεπέν. Είναι, εξάλλου, εντυπωσιακό το γεγονός ότι η Εθνική Συσπείρωση σημειώνει ενόψει των προεδρικών εκλογών επιδόσεις καλύτερες με υποψήφιο πρόεδρο τον Μπαρντελά παρά με υποψήφια για τρίτη φορά την κόρη του Ζαν Μαρί Λεπέν.

Παρ’ όλα αυτά δεν ήταν καθόλου σίγουρο ότι η συνεκτικότητα της λεπενικής Εθνικής Συσπείρωσης θα άντεχε τα ανοίγματα που επιχειρεί με μεγάλη προσώρας επιτυχία ο νέος πρόεδρός της. Ανοίγματα τόσο προς την κατεύθυνση της πολιτικής ενοποίησης της Ακροδεξιάς με την Κεντροδεξιά – που ενδεχομένως να αποτελέσει ένα νέο δεδομένο για τη γαλλική πολιτική γεωμετρία – όσο και προς την κατεύθυνση της ανώτερης αστικής τάξης που δείχνει εντυπωσιασμένη από το πρόσφατο ειδύλλιο του νεαρού Ζορντάν με την πριγκίπισσα Μαρία Καρολίνα των Βουρβόνων.

Παρά την τεράστια οικογενειακή περιουσία της, η Μαρίν Λεπέν δεν ήθελε ποτέ να συγχρωτίζεται με τέτοιους κύκλους. Παρέμενε, άλλωστε, πάντα αδιάφορη για τα υλικά αγαθά, τις κοσμικότητες των μεγαλοεπιχειρηματιών, και τον τρόπο ζωής της καλής γαλλικής κοινωνίας ή τις δημόσιες σχέσεις με τους μεγαλοπαράγοντες της νομενκλατούρας των Βρυξελλών, σε αντίθεση με τον διάδοχό της που φαίνεται να τις επιδιώκει συστηματικά.

Διαπαιδαγωγημένο με τις εθνολαϊκές αξίες των Λεπέν, ένα μεγάλο μέρος της Ακροδεξιάς παρατηρούσε μουρμουρίζοντας μέχρι σήμερα να αναπτύσσεται το φλερτ του τριαντάρη Μπαρντελά με την οικονομική και κοινωνική ελίτ της Γαλλίας και την προσπάθειά του να μετατρέψει την Εθνική Συσπείρωση σε μέρος του «συστήματος» εναντίον του οποίου η ιδρύτρια της παράταξης κινείτο, επαναλαμβάνοντας το σύνθημα «από τον λαό, με τον λαό, για τον λαό».

Πολλώ δε μάλλον που ο συνδυασμός των ανοιγμάτων του στο «σύστημα» με τις πολύ φιλελεύθερες απόψεις του για την οικονομία φέρνει προς ένα τραμπισμό με τον οποίο η γαλλική ριζοσπαστική Δεξιά δεν θέλει να έχει σχέση. Εξού και οι «γκωλικού τύπου» αποστάσεις που ο Ζορντάν Μπαρντελά έσπευσε να πάρει από την τραμπική διοίκηση.

Μένει, όμως, τώρα να φανεί η τύχη που θα έχει το πείραμα της γαλλικής Ακροδεξιάς μετά την παρακινδυνευμένη απόφαση της Λεπέν να προσφύγει στο Ανώτατο Ακυρωτικό Δικαστήριο, ώστε (α) να αναστείλει την  εκτέλεση της ποινής που επέβαλε το Εφετείο για την κατάχρηση των ευρωπαϊκών κονδυλίων, (β) να εμφανισθεί η ίδια στην κούρσα των προεδρικών εκλογών ως  …δίδυμο με τον Μπαρντελά  και (γ) να κρίνει ο ίδιος ο λαός με την ψήφο του αν είναι η όχι ένοχη.

Πρόκειται για μια επιβεβαίωση τόσο του λαϊκισμού όσο και της ηγετικότητάς της, που σίγουρα θα ηρεμήσει τα πνεύματα στη βάση του κόμματος της. Δεν είναι ωστόσο καθόλου σίγουρο ότι η ίδια βάση θα ενθουσιαστεί με την ιδέα της περί δυαρχίας.    .

Η μετατόπιση της μελανσονικής Ακροαριστεράς

Την ίδια ώρα, στην αντίπερα όχθη του πολιτικού ανταγωνισμού ο νεο-κομμουνιστής Ζαν-Λικ Μελανσόν, αποφασισμένος να είναι τούτη τη φορά αυτός που θα περάσει στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών προκειμένου να μονομαχήσει με την Ακροδεξιά για την άλωση του Μεγάρου των Ηλυσίων, φαίνεται να επιχειρεί τη δική του ιδεολογική μεταμόρφωση της ακροαριστερής Ανυπότακτης Γαλλίας, απομακρυνόμενος από τη στρατηγική που υπαγορεύει η κλασική μαρξιστική ανάλυση των ταξικών αντιθέσεων, για να στραφεί προς μια στρατηγική που επανέρχεται δίνοντας έμφαση στο ταυτοτικό ζήτημα της σύγκρουσης ανάμεσα στη «Νέα Γαλλία» που ενσωματώνει τις μεταναστευτικές εισροές και την «Παλιά Γαλλία» που αρνείται ακόμη να αποδεχθεί τις αλλαγές της φυλετικής σύνθεσης του πληθυσμού.

Εισάγοντας αυτή τη νέα διαιρετική τομή, ο Μελανσόν δεν επενδύει μόνο στην ψήφο του αυξανόμενου μουσουλμανικού στοιχείου. Επενδύει πολύ περισσότερο στην απήχηση που μπορεί να αποκτήσει η αντίθεση μεταξύ νεο-φασιστών και αντιφασιστών, την οποία ο παλαίμαχος ηγέτης της ριζοσπαστικής Αριστεράς προβάλλει πλέον ως το κυρίαρχο διακύβευμα του πολιτικού ανταγωνισμού.

Το πρόβλημά του, ωστόσο, θα είναι ότι δεν φαίνεται να μπορούν αυτή τη φορά να λειτουργήσουν τα αντανακλαστικά των δυνάμεων του δημοκρατικού τόξου που συσπειρώνονταν παλιότερα για να φράξουν τον δρόμο της παραδοσιακής Ακροδεξιάς προς την εξουσία.

Γιατί, όπως σημειώνουν οι μελετητές του φαινομένου Michaël Foessel και Étienne Olion στο βιβλίο τους «Η Ακρα Δεξιά ενάντια στην πολιτική» (εκδόσεις Πόλις 2026), έχουμε περάσει στην εποχή της παράλυσης. «Η αμφισβήτηση εκείνου που ως τότε θεωρούσαμε ότι συνιστούσε το πλαίσιο μιας δημοκρατικής πολιτικής συνετέλεσε αποφασιστικά όχι μόνο στην άνοδο της Ακρας Δεξιάς ως το κατώφλι της εξουσίας, αλλά και στο ότι αυτή μπορεί τρόπον τινά να εμφανίζεται εκεί σε καθεστώς ανωνυμίας» (βλ. ibidem σελ. 22).

- Post Down -

Comments are closed.