- Advertisement -

«Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα» της Βίλιας Χατζοπούλου: Ερμηνείες

«Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα» της Βίλιας Χατζοπούλου: Ερμηνείες
2

- Advertisement -

Για να αντέξει ένας μονόλογος στη σκηνή χρειάζεται δύο στοιχεία: ένα γερό έργο κι έναν ακόμα πιο γερό ηθοποιό. Ισως ο ηθοποιός να είναι πιο απαραίτητος κι από το κείμενο, ίσως να είναι ο μόνος απαραίτητος. Γιατί ο καλός ηθοποιός ξέρει πώς να χειριστεί τις λέξεις, τις έννοιες – όποιες κι αν είναι αυτές –, να τις κάνει κτήμα του και να τις μεταφέρει στο κοινό. Ο καλός ηθοποιός γνωρίζει να ανυψώνει τα πράγματα, να τα κάνει να ίπτανται, να φεύγουν από τη γη, να μετουσιώνονται σε κάτι άλλο· κι όλα αυτά με την ερμηνεία του.

Η παράσταση-μονόλογος «Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα» τα διαθέτει και τα δύο. Το κείμενο της Βίλιας Χατζοπούλου έχει την απλότητα που έχουν συνήθως τα όμορφα πράγματα. Καμιά επιτήδευση ή υπερβολή, ίχνος βαθυστόχαστων νοημάτων. Αντ’ αυτών, είναι φτιαγμένο με μικρές, λεπτές, προσωπικές αναζητήσεις, με απορίες και ερωτήσεις από τις οποίες είμαστε φτιαγμένοι, ανεξαρτήτως συνθηκών. Ποιητικό και συνάμα κατανοητό, ευαίσθητο και τρυφερό, αγκαλιάζει μια εποχή, δύο τόπους – ή μάλλον τρεις – μέσα από τα μάτια μιας νεαρής γυναίκας· τον τόπο προέλευσής της και, κυρίως, τον τόπο εγκατάστασης, που προεκτείνεται σε έναν ακόμα τόπο. Τον πρώτο μας τον φέρνει κοντά μέσα από νύξεις και μνήμες, τον δεύτερο μέσα από τις ρεαλιστικές καταστάσεις που ζει η ηρωίδα, καταστάσεις που σιγά σιγά την οδηγούν σε μια ενδιαφέρουσα ενδοσκόπηση και εσωτερική ωρίμανση.

Πέρα από τη θάλασσα

Το έργο τοποθετείται στη δεκαετία του 1950, όταν μια δασκάλα στον πρώτο της διορισμό φεύγει από την ηπειρωτική Ελλάδα, για να εγκατασταθεί σε ένα μικρό νησί των Κυκλάδων και να διδάξει σε ένα μονοθέσιο δημοτικό σχολείο. Από τα βουνά και τα χωράφια βρίσκεται περιτριγυρισμένη από θάλασσα. Από την οικογένεια και τους δικούς της βρίσκεται ανάμεσα σε αγνώστους, με τον ταχυδρόμο και τον παπά να αποτελούν βασικά πρόσωπα στη νέα της ζωή· μαζί με τους μικρούς μαθητές της. Δεν ήξερε πόσο τη συγκινούσε η θάλασσα ούτε πόση ανάγκη την είχε. Και από εκεί αρχίζει να ενώνει τα κομμάτια της ζωής της – της ζωής που άφησε πίσω της και της καινούργιας στην οποία καλείται να ζήσει. Μια μετακίνηση που μοιάζει γεωγραφική, αλλά αποδεικνύεται εσωτερική, δομική.

Αυτό είναι το όχημα πάνω στο οποίο θα πατήσει ο Θέμης Πάνου, για να ερμηνεύσει τον μονόλογό του και να γίνει η νεοδιορισθείσα δασκάλα. Λίγο κραγιόν στα χείλη και «Είμαι η δασκάλα»… Ακολουθώντας, ατύπως δύο παράλληλες γραμμές, που όσο η ιστορία προχωρά και εξελίσσεται γίνονται μία, η δασκάλα θα ανακαλύψει τι βρίσκεται πέρα από τη θάλασσα και θα το αποκαλύψει στους μαθητές της.

Μέσα σε ένα λιτό, σχεδόν διάφανο σκηνικό, με κουρτίνες να ανεμίζουν και λεπτομέρειες να αναδεικνύονται μέσα από τις βίντεο-προβολές, ο Θέμης Πάνου θα ξεδιπλώσει την ερμηνευτική του παλέτα. Ηθοποιός υψηλών υποκριτικών δυνατοτήτων, χωρίς κραυγές, αλλά με ήπιους τόνους, ακολουθεί το ταξίδι της δασκάλας που ξέρει πώς να μετατρέψει τη διδασκαλία σε αυτό το υψηλό που πρέπει να είναι. Και συν-σκηνοθετεί με τη Βίλια Χατζοπούλου μια παράσταση που συγκινεί με τρόπο σιωπηλό, βουβό, εσωτερικό, καθώς πυροδοτεί κρυμμένες πτυχές της ανθρώπινης ύπαρξης.

Μονόλογοι όπως «Η μάνα μου με πέταξε στη θάλασσα» αξίζει να επανέρχονται – όπως συνέβη εν προκειμένω με τις δύο επιπλέον παραστάσεις που δόθηκαν στην Πειραιώς 260 (σε αντικατάσταση των «Βακχών» της Λένας Κιτσοπούλου που ακυρώθηκαν), στο πλαίσιο του Φεστιβάλ.

- Post Down -

Comments are closed.