- Advertisement -

Η λογοτεχνία των ρωγμών και του περιθωρίου

Η λογοτεχνία των ρωγμών και του περιθωρίου
1

- Advertisement -

Πριν αποκτήσει όνομα, το παιδί αποκτά βλέμμα. Πριν μάθει να συλλαβίζει τον εαυτό του, έχει ήδη αρχίσει να διαβάζει τα πρόσωπα των άλλων. Τι εγκρίνουν.

Τι αποδοκιμάζουν. Τι φοβούνται. Τι επιτρέπουν. Πολύ πριν συγκροτηθεί ως προσωπικότητα, έχει ήδη μυηθεί στην πρώτη και αρχαιότερη ανθρώπινη γνώση: ότι η αγάπη συχνά συνοδεύεται από όρους.

Αυτή είναι ίσως η πρώτη τραγωδία της κοινωνικής ζωής. Ότι ο άνθρωπος έρχεται στον κόσμο με την ανάγκη να αγαπηθεί και μαθαίνει σταδιακά πως η αποδοχή δεν είναι πάντοτε άνευ όρων. Πως υπάρχουν χειρονομίες που επιβραβεύονται και άλλες που προκαλούν αμηχανία. Υπάρχουν επιθυμίες που χωρούν στον κοινό λόγο και άλλες που υποχρεώνονται να ζουν στις παρυφές του. Υπάρχουν τρόποι να είσαι παιδί, αγόρι, κορίτσι, άντρας, γυναίκα. Και υπάρχουν τρόποι που δεν έχουν ακόμη αποκτήσει δικαίωμα ύπαρξης.

Κάθε πολιτισμός οικοδομείται πάνω σε αφηγήσεις. Και κάθε αφήγηση γεννά ταυτόχρονα μια σκιά. Ό,τι μένει απ’ έξω. Ό,τι περισσεύει. Ό,τι δεν χωρά. Η μεγάλη λογοτεχνία γεννιέται ακριβώς εκεί. Όχι στο κέντρο. Στο περιθώριο. Όχι μέσα στις βεβαιότητες. Μέσα στις ρωγμές της.

Γι’ αυτό και το Τρίποντο και Πιρουέτα του Μάνου Κοντολέων είναι πολύ σημαντικότερο βιβλίο από όσο φαίνεται με την πρώτη ματιά.

Εκ πρώτης όψεως πρόκειται για μια ιστορία ενηλικίωσης. Μια σχολική χρονιά σε μια πόλη της ελληνικής επαρχίας. Ο Κλείτος, παιδί μιας οικογένειας όπου η μουσική λειτουργεί σχεδόν ως δεύτερη γλώσσα, μεγαλώνει με την απουσία ενός πατέρα που χάθηκε νωρίς. Ο Αλεκ —που σταδιακά θα γίνει Αλέξανδρος— κουβαλά μια διαφορετική απώλεια: όχι τον θάνατο αλλά την εγκατάλειψη. Ανάμεσά τους αναπτύσσεται μια σχέση που αρχικά μοιάζει να κινείται στον χώρο της συντροφικότητας, της φιλίας, της αμοιβαίας περιέργειας, της αναγνώρισης. Καθώς όμως η χρονιά προχωρά, κάτι βαθύτερο αρχίζει να διαμορφώνεται κάτω από την επιφάνεια των γεγονότων.

Αυτή είναι η ιστορία. Αλλά το βιβλίο δεν βρίσκεται εκεί. Το βιβλίο βρίσκεται κάτω από αυτήν. Το βιβλίο βρίσκεται στο αόρατο. Όπως το υπόγειο ρεύμα βρίσκεται κάτω από το ποτάμι. Όπως το ασυνείδητο βρίσκεται κάτω από τον λόγο. Όπως ο

φόβος βρίσκεται κάτω από την επιθυμία. Η μεγάλη λογοτεχνία δεν ενδιαφέρεται για τα γεγονότα. Τα γεγονότα είναι απλώς η επιφάνεια. Αυτό που την ενδιαφέρει είναι οι αόρατες δυνάμεις που κινούν τα γεγονότα. Και ο Κοντολέων, ύστερα από δεκαετίες παρουσίας στα ελληνικά γράμματα, εξακολουθεί να αποδεικνύει ότι γνωρίζει καλά αυτή τη διάκριση. Το Τρίποντο και Πιρουέτα δεν είναι στην ουσία του ένα μυθιστόρημα για τη σεξουαλική ταυτότητα. Ούτε για τον σχολικό εκφοβισμό. Ούτε για την ομοφοβία, όσο κι αν όλα αυτά υπάρχουν στον ορίζοντά του.

Είναι ένα μυθιστόρημα για τη γέννηση της συνείδησης.

Βρίσκεται σε εκείνη τη σχεδόν ανεπαίσθητη διαδικασία κατά την οποία δύο νέοι άνθρωποι προσπαθούν να καταλάβουν τι ακριβώς τους συμβαίνει προτού βρουν τις λέξεις για να το ονομάσουν. Και αυτό είναι το μεγαλύτερο, διαχρονικά, λογοτεχνικό επίτευγμα του Μάνου Κοντολέων. Κατανοεί ότι η ανθρώπινη ζωή δεν εξελίσσεται σύμφωνα με τις έννοιες. Οι έννοιες έρχονται αργότερα. Πρώτα έρχεται η αίσθηση.

Το σκίρτημα. Η αμηχανία. Η έλξη. Η ανεξήγητη προσκόλληση. Η σιωπή. Η απώλεια.

Η ντροπή. Η ανάγκη.

Ο άνθρωπος αισθάνεται πολύ πριν καταλάβει. Και υποφέρει πολύ πριν μπορέσει να εξηγήσει γιατί. Εδώ βρίσκεται και η ψυχαναλυτική καρδιά του βιβλίου. Γιατί το πραγματικό δράμα δεν αφορά την επιθυμία. Αφορά την αναγνώρισή της.

Δεν είναι η αγάπη που φοβίζει τους ήρωες. Είναι η γνώση της.

Είναι η στιγμή κατά την οποία μια εσωτερική αλήθεια ζητά να γίνει συνείδηση.

Η ψυχανάλυση μάς δίδαξε ότι το ανθρώπινο υποκείμενο συγκροτείται μέσα από το βλέμμα του Άλλου. Μαθαίνουμε ποιοι είμαστε επειδή κάποιος μας κοιτάζει. Επειδή κάποιος μας ονομάζει. Επειδή κάποιος μάς εντάσσει σε μια αφήγηση. Αλλά υπάρχει μια στιγμή —σπάνια, οδυνηρή, αποφασιστική— κατά την οποία ο άνθρωπος ανακαλύπτει ότι η αφήγηση που έχει γραφτεί γι’ αυτόν δεν συμπίπτει πλήρως με αυτό που είναι. Και τότε αρχίζει η πραγματική ζωή.

Η ενηλικίωση δεν είναι βιολογικό γεγονός. Δεν έχει σχέση με την ηλικία.

Είναι η στιγμή που κάποιος στρέφεται προς τον εαυτό του και τολμά να ρωτήσει:

Κι αν δεν είμαι αυτό που περίμεναν; Πρόκειται για ένα ερώτημα που δεν αφορά μόνο τη σεξουαλική ταυτότητα. Αφορά κάθε μορφή ανθρώπινης ύπαρξης. Τον καλλιτέχνη μέσα σε μια οικογένεια λογιστών. Τη γυναίκα που αρνείται τον ρόλο που της ανατέθηκε. Το παιδί που νιώθει ξένο μέσα στην ίδια του την κοινότητα.

Τον άνθρωπο που επιλέγει να ζήσει διαφορετικά από ό,τι ορίζει η παράδοση.

Η ιστορία αλλάζει μορφές. Το ερώτημα παραμένει το ίδιο. Πόσο κοστίζει να είσαι ο εαυτός σου; Η ελληνική επαρχία του βιβλίου δεν είναι τόπος. Είναι ψυχισμός.

Είναι ένας τρόπος θέασης του κόσμου. Εκεί όπου όλοι γνωρίζουν όλους.

Εκεί όπου η κοινωνική ταυτότητα προηγείται του προσώπου.

Εκεί όπου η φήμη λειτουργεί ως παράλληλο σύστημα εξουσίας. Εκεί όπου η διαφορετικότητα δεν αντιμετωπίζεται πάντα με μίσος — κάτι τέτοιο θα ήταν απλούστερο — αλλά με μία αμηχανία που προξενεί μία δυσφορία ασφυκτική.

Και η αμηχανία είναι ίσως η πιο ύπουλη μορφή αποκλεισμού. Γιατί δεν χρειάζεται να φωνάξει. Δεν χρειάζεται να χτυπήσει. Αρκεί να κοιτάξει αλλού.

Ο Μάνος Κοντολέων γνωρίζει ότι οι κοινωνίες δεν τραυματίζουν μόνο με όσα λένε.

Τραυματίζουν και με όσα αρνούνται να δουν. Γι’ αυτό και το σημαντικότερο αφηγηματικό εύρημα του βιβλίου είναι, κατά τη γνώμη μου, η πλάγια φωνή που διατρέχει το κείμενο. Αυτές οι παρεμβολές δεν λειτουργούν ως σχόλιο.

Λειτουργούν ως αποκάλυψη. Είναι η φωνή του συλλογικού ασυνείδητου.

Η φωνή των βεβαιοτήτων που έχουν εγκατασταθεί τόσο βαθιά μέσα στην κοινωνία ώστε κανείς δεν τις αμφισβητεί πια. Ο αναγνώστης έχει την αίσθηση ότι ακούει όχι έναν αφηγητή αλλά τον ίδιο τον πολιτισμό να σκέφτεται. Και ξαφνικά το βιβλίο διευρύνεται. Παύει να αφορά δύο εφήβους. Αφορά όλους μας.

Γιατί όλοι έχουμε υπάρξει κάποτε αιχμάλωτοι μιας αφήγησης.

Όλοι έχουμε επιχειρήσει να χωρέσουμε σε μια εικόνα που δεν μας ταίριαζε.

Όλοι έχουμε φοβηθεί μήπως η αλήθεια μας αποδειχθεί λιγότερο αγαπητή από τη μάσκα μας. Αυτός είναι ο λόγος που το Τρίποντο και Πιρουέτα δεν διαβάζεται τελικά ως βιβλίο για την εφηβεία.

Διαβάζεται ως βιβλίο για την ανθρώπινη συνθήκη. Για εκείνη τη βαθιά υπαρξιακή μοναξιά που προηγείται κάθε αυτογνωσίας. Για εκείνη τη σκοτεινή περιοχή όπου ο άνθρωπος δεν γνωρίζει ακόμη ποιος είναι, αλλά γνωρίζει ήδη ότι δεν μπορεί να συνεχίσει να είναι αυτό που υπήρξε. Εδώ συναντά κανείς και τη μοναδικότητα του Μάνου Κοντολέων.

Για περισσότερο από τέσσερις δεκαετίες υπηρετεί ένα λογοτεχνικό έργο που αρνήθηκε πεισματικά τις ευκολίες. Σε μια χώρα όπου η λογοτεχνία για νέους συχνά αντιμετωπίστηκε είτε ως διδακτικό εργαλείο είτε ως δευτερεύουσα τέχνη, εκείνος επιμένει να γράφει για τις πιο σύνθετες και πιο εύθραυστες περιοχές της ανθρώπινης εμπειρίας. Υπήρξε πρωτοπόρος όχι επειδή αναζήτησε την πρόκληση.

Αλλά επειδή αναζήτησε την αλήθεια. Και η αλήθεια συχνά προηγείται της εποχής της. Οι σημαντικοί συγγραφείς δεν είναι εκείνοι που ακολουθούν τις κοινωνικές μεταβολές.

Είναι εκείνοι που τις διαισθάνονται πριν ακόμη αποκτήσουν όνομα. Που στρέφουν το βλέμμα τους προς ανθρώπους που παραμένουν αόρατοι. Που αναγνωρίζουν την ανθρώπινη πολυπλοκότητα σε εποχές που προτιμούν τις απλουστεύσεις.

Αυτό ακριβώς έκανε ο Μάνος Κοντολέων. Και αυτό ακριβώς συνεχίζει να κάνει.

Γι’ αυτό το Τρίποντο και Πιρουέτα δεν αποτελεί απλώς ένα ακόμη cross over μυθιστόρημα στην πλούσια διαδρομή του. Αποτελεί μια βαθιά λογοτεχνική υπενθύμιση. Ότι η λογοτεχνία δεν υπάρχει για να επιβεβαιώνει τις βεβαιότητές μας.

Υπάρχει για να διευρύνει τα όρια της ανθρώπινης αναγνώρισης.

Να προσθέτει πρόσωπα εκεί όπου υπήρχαν μόνο κατηγορίες.

Να αποκαθιστά την πολυπλοκότητα εκεί όπου κυριαρχούν τα στερεότυπα.

Να χαρίζει φωνή όχι στους αθώους ή στους ενόχους, αλλά στους ανθρώπους.

Και ίσως αυτό να είναι τελικά το μεγάλο, σχεδόν ηθικό, χρέος της λογοτεχνίας.

Να υπενθυμίζει ξανά και ξανά ότι κανένας άνθρωπος δεν εξαντλείται σε μία λέξη.

Σε μία ταυτότητα. Σε μία επιθυμία. Σε μία κοινωνική θέση.

Ότι μέσα σε κάθε ανθρώπινο πλάσμα υπάρχει ένας κόσμος μεγαλύτερος από τα ονόματα που του αποδόθηκαν.

Κλείνοντας το βιβλίο, δεν μένει στη μνήμη μια σκηνή. Μένει κάτι πολύ πιο σπάνιο.

Μένει η αίσθηση ότι παρακολουθήσαμε τη γέννηση μιας συνείδησης. Όχι τη στιγμή που ένας άνθρωπος ανακαλύπτει ποιον αγαπά. Αλλά τη στιγμή που αρχίζει να καταλαβαίνει ότι αξίζει να αγαπηθεί χωρίς να απαρνηθεί τον εαυτό του. Και τότε το μυθιστόρημα υπερβαίνει οριστικά τα όριά του. Γίνεται κάτι περισσότερο από λογοτεχνία για νέους. Κάτι περισσότερο από μια ιστορία ενηλικίωσης. Κάτι περισσότερο ακόμη και από μια ιστορία αγάπης.

Γίνεται μια υπενθύμιση ότι η ανθρώπινη ελευθερία αρχίζει πάντοτε από μια μικρή, σχεδόν αόρατη πράξη αντίστασης. Τη στιγμή που κάποιος παύει να ζητά άδεια για να υπάρξει. Και αν υπάρχει ένας λόγος που τα βιβλία του Μάνου Κοντολέων θα συνεχίσουν να διαβάζονται όταν οι θόρυβοι της εποχής μας θα έχουν προ πολλού σβήσει, είναι ακριβώς αυτός: Επειδή δεν μίλησαν για τις μόδες της ανθρώπινης εμπειρίας. Μίλησαν για τον πυρήνα της.

Επειδή ακούει προσεκτικά τον ήχο που κάνει μια ψυχή τη στιγμή που παύει να κρύβεται.

Για εκείνη τη σιωπηλή, εύθραυστη και ταυτόχρονα ηρωική προσπάθεια κάθε ανθρώπου να εμφανιστεί ενώπιον του κόσμου χωρίς μεταμφίεση και να πει, έστω μόνο στον εαυτό του: «Αυτός είμαι. Και δεν θα φύγω.»

Και λίγοι ήχοι στη λογοτεχνία είναι πιο σπαρακτικοί από αυτόν.

- Post Down -

Comments are closed.