- Advertisement -

Σύμφωνα με το ρεπορτάζ της «Le Monde» για τις 17 Οκτωβρίου 2026, ομάδες ανθρώπων λεηλάτησαν καταστήματα στο Παρίσι, ενώ ορισμένοι κατέγραφαν οι ίδιοι τις πράξεις τους με κινητά τηλέφωνα. Σε αυτήν την περίπτωση το κινητό τηλέφωνο μετέτρεψε τη βίαιη πράξη σε εικόνα, την εικόνα σε επικοινωνιακό γεγονός και το γεγονός σε δυνητικό θέαμα για το απροσδιόριστο κοινό των χρηστών κοινωνικών μέσων.
Σκηνές βανδαλισμού στις βιτρίνες, εισβολή των μαυροντυμένων με σπορ ρούχα streetwear στο εσωτερικό των καταστημάτων για να αδράξουν ό,τι έβρισκαν μπροστά τους σαρώνοντας ράφια, σπάζοντας συρτάρια, γδύνοντας τις κούκλες μανεκέν και η έξοδός τους από τη χοάνη της κατανάλωσης με τα λάφυρά τους μέσα στις χαρακτηριστικές συσκευασίες τους. Πίσω τους, συντρίμμια.
Μπροστά μας το χάος, ως κοινωνία που βλέπει τη ζωή ως θέαμα. Και μάλιστα θέαμα από την κλειδαρότρυπα του πλούτου, αφού η αξία των λογοτύπων για αυτές τις ομάδες πληθυσμών έχει υπερσκελίσει τον συμβολισμό της εθνικής σημαίας. Η λεηλασία δεν συμβαίνει πλέον μόνο στον δρόμο ως αντιδραστική διαμαρτυρία, αλλά μπροστά σε μία έξυπνη οθόνη μετατρέπεται και σε περφόρμανς που αναπαράγεται σε ψηφιακό περιβάλλον για να γίνει μέρος της κοινωνικής δυναμικής της βίας.
Η γεωγραφία των επιθέσεων σε καταστήματα πολυτελείας στις ακριβές εμπορικές ζώνες του Παρισιού και άλλων γαλλικών πόλεων δείχνει ότι οι λεηλασίες ανέβηκαν κλίμακα προτίμησης συνδέοντας όσους συμμετείχαν σε αυτές με την παράδοξη κατάσταση της μισητής επιθυμίας: τα νιάτα εκδηλώνουν οργή για την εξαθλίωσή τους και καταστρέφουν χώρους για να κλέψουν ό,τι κυριολεκτικά ή μεταφορικά τους γυαλίζει.
Η βιτρίνα είναι ένα όριο ανάμεσα σε δύο κόσμους: στον κόσμο της επιθυμίας και στον κόσμο της ιδιοκτησίας. Το εμπόρευμα εκτίθεται, φωτίζεται, διαφημίζεται και παρουσιάζεται ως κάτι που μπορεί να αποκτήσει ο καθένας. Αν βέβαια διαθέτει την απαιτούμενη αγοραστική δύναμη. Η καταστροφή της βιτρίνας δεν συνεπάγεται αναγκαστικά την υπέρβαση της καταναλωτικής κοινωνίας. Μπορεί να αποτελεί και την πιο βίαιη επιβεβαίωσή της: το αντικείμενο εξακολουθεί να βρίσκεται στο κέντρο της επιθυμίας, ακόμη κι όταν καταρρέουν οι κανόνες που ρυθμίζουν την απόκτησή του.
Οι πράξεις λεηλασίας και οι βανδαλισμοί είναι καταδικαστέες. Αλλά η οπτική βία παράγεται σε μεγάλη ένταση και από την πλευρά των ισχυρών που καταναλώνουν ακόρεστα μορφές της πολυτέλειας.
Ακόμα και το σόου της Victoria’s Secrets που η θεαματικότητά του τα τελευταία χρόνια είχε ατονήσει λόγω της ενδυνάμωσης των φεμινιστικών θεωριών, επανήλθε στην επικαιρότητα των θεαματικών συμβάντων. Η στρατηγική επιλογή των επιδραστικών μοντέλων, τα εσώρουχα-κοσμήματα που έντυσαν τα σώματά τους είναι ο αποτελεσματικός αντιπερισπασμός για να συνεχίσει ο θεατής της ψηφιακής αποσπασματικής πραγματικότητας να επιθυμεί αυτό που λίγο πριν απεχθανόταν.
Ο,τι έχει παρελάσει στις σελίδες των ιλουστρασιόν περιοδικών μόδας, ντιζάιν και τέχνης ως διαφημιστικές καταχωρίσεις τοποθετημένες στα προνομιακά τμήματα των εντύπων, ό,τι έχει αναρτηθεί ως γιγάντιες αφίσες πάνω σε εξωτερικές επιφάνειες μουσείων (π.χ. Λούβρο) και όποιο λογότυπο προέβαλλε την αύρα του στην κορυφή του πύργου του Αϊφελ τα τελευταία χρόνια, δέχτηκε επίθεση.
Ο λόγος; Επειδή έχει αυξηθεί υπερβολικά το πλήθος εκείνων που επιθύμησαν κάποιο αντικείμενο πολυτελείας και αδυνατούν οικονομικά να το αποκτήσουν. Αλλά και επειδή από την απέναντι όχθη η κοινωνία των εύρωστων ολίγων είχε χάσει το μέτρο της συνετής συμπεριφοράς και για χρόνια έχει επιδοθεί στη βίαιη επίδειξη των αγαθών που συσσωρεύουν.
…Συνεχίζεται
Προφήτης αυτής της πραγματικότητας υπήρξε ο θεωρητικός και πρωτοποριακός καλλιτέχνης Γκι Ντεμπόρ, εκπρόσωπος των καταστασιακών (Internationale Situationniste). Εκείνος έγραφε το 1965 για την «Παρακμή και την πτώση της θεαματικής – εμπορευματικής οικονομίας» (The Decline and Fall of the Spectacle – Commodity Economy, εκδόθηκε από την ομάδα Καταστασιακή Διεθνή τον Δεκέμβριο του 1965), με αφορμή τη μεγάλη εξέγερση στο Watts του Λος Αντζελες τον Αύγουστο του ίδιου έτους, όπου οι μαύροι κάτοικοι συγκρούστηκαν για μέρες με την αστυνομία και προχώρησαν σε μαζικές καταστροφές και λεηλασίες.
Στο κείμενό του, ο Ντεμπόρ υποστήριζε πως ο καπιταλισμός έχει μετατρέψει όλες τις ανθρώπινες σχέσεις σε άθλιες συναλλαγές, στις οποίες η πραγματική ζωή έχει εκπέσει σε κατάσταση θεάματος. Εξήντα ένα χρόνια μετά, ο Γκι Ντεμπόρ παραμένει εύστοχος αφού η κοινωνία του θεάματος μεταδίδει νέα επεισόδια.
Comments are closed.