- Advertisement -

Επτά πληγές για την Ευρώπη

Επτά πληγές για την Ευρώπη
2

- Advertisement -

«Το καλοκαίρι έχει ήδη αποδειχθεί σκληρό για την Ευρώπη», εκτιμούσαν αρχές Αυγούστου οι «New York Times»: «Δύο πόλεμοι, θερμοκρασίες-ρεκόρ, αυξανόμενος πληθωρισμός και έντονη ανησυχία για τα τρόφιμα, την ενέργεια και την ασφάλεια. Οι αλλεπάλληλες κρίσεις πυροδοτούν εκκλήσεις για κοινή δράση, επείγουσες τηλεδιασκέψεις μεταξύ ευρωπαίων ηγετών και έντονες πολιτικές αντιπαραθέσεις στα κοινοβούλια. Ομως, όπως και πολλά άλλα γεγονότα των τελευταίων ετών, μεγάλο μέρος των προκλήσεων που αντιμετωπίζει η Ευρώπη βρίσκεται πέρα από τον έλεγχό της».

Καθώς το καλοκαίρι πλησιάζει πια προς το τέλος του, η ετυμηγορία δεν έχει αλλάξει: για ένα «εφιαλτικό καλοκαίρι» κάνει λόγο η «El Pais», με την Ευρώπη να αντιμετωπίζει έως και επτά κρίσεις, αλληλένδετες μεταξύ τους. «Αυτό το τέρας με τα επτά κεφάλια», σχολιάζει εν τούτοις η ισπανική εφημερίδα, «δεν είναι θεϊκή τιμωρία. Είναι αποτέλεσμα στρατηγικών λαθών, συγκυριών, αδράνειας και ηγεσιών που δεν καταφέρνουν να αποκτήσουν σταθερό βηματισμό.

Η Ευρώπη δυσκολεύεται εδώ και καιρό να προσαρμοστεί στις νέες συνθήκες, καθώς η διεθνής τάξη καταρρέει και η πολιτική γίνεται όλο και πιο ανελέητη, ενώ η ίδια δεν είναι επαρκώς προετοιμασμένη, έχοντας επενδύσει στα όνειρα της παγκοσμιοποίησης, της ήπιας ισχύος και μιας υποτιθέμενης υπεροχής των αξιών που συνδέονται με τη φιλελεύθερη δημοκρατία». Το χειρότερο; Μετά το καλοκαίρι των κρίσεων έρχεται ένα φθινόπωρο γεμάτο δοκιμασίες.

Οι πόλεμοι

Στην 35η επέτειο της ανεξαρτησίας της Ουκρανίας, η Συμμαχία των Προθύμων επιβεβαίωσε τη Δευτέρα ότι η Ευρώπη επιδιώκει να διατηρήσει την Ουκρανία στρατιωτικά όρθια, με την αεράμυνα να αποτελεί άμεση προτεραιότητα. Ενα 24ωρο αργότερα, ωστόσο, οι ευρωπαίοι ηγέτες πληροφορήθηκαν από μέσα ενημέρωσης πως ο διευθυντής της CIA, ο Τζον Ράτκλιφ, πραγματοποιούσε μυστική επίσκεψη στη Μόσχα, χωρίς να ξέρουν, όπως και οι απλοί πολίτες, ποιος ήταν ο ακριβής σκοπός του ταξιδιού. Την Τετάρτη, έγινε γνωστό από το Κρεμλίνο ότι ο Ράτκλιφ είχε συνομιλίες με ρώσους αξιωματούχους των υπηρεσιών πληροφοριών.

Το θέμα όμως είναι πως και στην Ουκρανία, και πολύ περισσότερο στο Ιράν, έναν πόλεμο που δεν θέλησε ποτέ, η Ευρώπη βρίσκεται σε μια ιδιότυπη γκρίζα ζώνη, αφού εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τις απρόβλεπτες κινήσεις του Ντόναλντ Τραμπ. Οι «Πρόθυμοι» έχουν δεσμευτεί να παράσχουν εγγυήσεις ασφαλείας στην Ουκρανία σε περίπτωση εκεχειρίας ή ειρηνευτικής συμφωνίας. Αλλά η προσοχή του Τραμπ έχει μετατοπιστεί στο Ιράν. Οι ευρωπαίοι ηγέτες έχουν δεσμευτεί να συμβάλλουν στη διασφάλιση της ελεύθερης ναυσιπλοΐας στα Στενά του Ορμούζ μόλις σταματήσουν οι εχθροπραξίες. Σε γενικές γραμμές, ωστόσο, ενημερώνονται για το επόμενο στάδιο του πολέμου – επί του παρόντος, έναν οικονομικό πόλεμο – από τις αναρτήσεις του αμερικανού προέδρου στο Truth Social.

Η κλιματική αλλαγή

Η πράσινη ατζέντα ήταν κάποτε μία από τις προτεραιότητες της Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, όμως τα δεξιά κόμματα (βοηθούντος και του Τραμπ…) έχουν χάσει το ενδιαφέρον τους για το ζήτημα, με το επιχείρημα ότι δεν είναι η κατάλληλη στιγμή για την ευρωπαϊκή βιομηχανία και ότι ίσως χρειάζεται πιο ρεαλιστικό χρονοδιάγραμμα. Το φετινό καλοκαίρι κυριολεκτικά έκαψε αυτό το επιχείρημα. Η ήπειρος κατέγραψε αλλεπάλληλα ρεκόρ θερμοκρασίας, με διαδοχικά κύματα καύσωνα που προκάλεσαν χιλιάδες θανάτους και καταστροφικές πυρκαγιές, που εκτόπισαν εκατοντάδες χιλιάδες ανθρώπους.

Παράλληλα, οι ξηρασίες έριξαν σε ιστορικά χαμηλά επίπεδα τη στάθμη μεγάλων ποταμών και οδήγησαν σε διακοπή της λειτουργίας πυρηνικών σταθμών στην Ουγγαρία και περικοπές της ηλεκτροδότησης στη Ρουμανία και τη Σερβία. Ο πόλεμος στο Ιράν έχει προκαλέσει αύξηση του ενεργειακού κόστους· η κλιματική αλλαγή επιτείνει αυτή την τάση. «Δεν είναι μόνο ότι τα πράγματα θα χειροτερέψουν· θα χειροτερέψουν και ταχύτερα», λέει στην «El Pais» ο ισπανοκαναδός οικονομολόγος Ντέιβιντ Λιζοΐν. Μόλις πρόσφατα, η Κομισιόν προειδοποίησε ότι η προσαρμογή στην κλιματική αλλαγή δεν είναι πια πολυτέλεια αλλά αναγκαιότητα: η ΕΕ χρειάζεται για αυτήν περίπου 70 δισ. ευρώ ετησίως έως το 2050, σύμφωνα με την εκτίμησή της, ενώ σήμερα τα κράτη-μέλη δαπανούν περίπου 29 δισ. ευρώ τον χρόνο.

Το λαϊκιστικό κύμα

Η Ακροδεξιά συμμετέχει ήδη σε πέντε κυβερνήσεις, συνήθως σε κυβερνητικούς συνασπισμούς με την Κεντροδεξιά: Ιταλία, Τσεχία, Φινλανδία, Σλοβακία και Κροατία. Στη Σουηδία, στηρίζει την κυβέρνηση, που έχει δηλώσει διατεθειμένη να τους συμπεριλάβει και τυπικά σε μελλοντικό κυβερνητικό συνασπισμό. Συνολικά, σχεδόν 100 εκατομμύρια Ευρωπαίοι ζουν σε χώρες όπου η Ακροδεξιά είτε συμμετέχει στην κυβέρνηση είτε τη στηρίζει κοινοβουλευτικά. Εχει άραγε φτάσει η εκλογική αυτή δυναμική στο αποκορύφωμά της; Θα το μάθουμε σύντομα: αρκετά ανατολικά κρατίδια της Γερμανίας προσέρχονται στις κάλπες τον Σεπτέμβριο, με την AfD να αγγίζει το 41% στις δημοσκοπήσεις.

Κρίσιμες εκλογές θα διεξαχθούν τους επόμενους μήνες στη Σουηδία, τη Φινλανδία και πρωτίστως, σε τέσσερις χώρες-κλειδιά για τη μέτρηση του εύρους του λαϊκιστικού κύματος: την Ιταλία, την Πολωνία, την Ισπανία και τη Γαλλία, όπου η Λε Πεν ξεπερνά το 35% στις δημοσκοπήσεις. «Το μόνο συγκρατημένα θετικό στοιχείο είναι ότι οι υπερδεξιοί φαίνεται να έχουν σταθεροποιηθεί στις δημοσκοπήσεις από τα τέλη του 2025, ίσως λοιπόν έχουν φτάσει σε ένα ανώτατο επίπεδο», γράφουν με κάποια αισιοδοξία ο Χαβιέρ Καρμπονέλ και η Τάμπεα Σάουμαν σε μελέτη του European Policy Center. Αυτό το επίπεδο πάντως ξεπερνά το 25% του εκλογικού σώματος.

Η μετανάστευση

Η άνοδος της Ακροδεξιάς και ο επερχόμενος εκλογικός κύκλος εξηγούν, εν μέρει, τη νευρική ευρωπαϊκή αντίδραση στο πέρασμα έως και 80.000 επίδοξων μεταναστών από το Μαρόκο στη Θέουτα, έναν ισπανικό θύλακα στις ακτές της βόρειας Αφρικής, στα τέλη Ιουλίου. Είκοσι δύο χώρες, με επικεφαλής την Ιταλία της Τζόρτζια Μελόνι, επέρριψαν την ευθύνη στην Ισπανία. Τις πρώτες μέρες τουλάχιστον, μέχρις εκείνη την έκτακτη σύνοδο των υπουργών Εσωτερικών κατά την οποία αποκαταστάθηκαν τα προσχήματα, η αλληλεγγύη έλαμψε διά της απουσίας της. Η Ισπανία αποτελεί, άλλωστε, εξαίρεση στο μεταναστευτικό τοπίο της Ευρώπης, με μία πιο ανοιχτή στάση από την υπόλοιπη ήπειρο και ένα πρόγραμμα νομιμοποίησης μεταναστών (που ήδη ζούσαν και εργάζονταν εκεί) το οποίο έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις μεταξύ των εταίρων της.

REUTERS/Violeta Santos Moura T

Εναν μήνα μετά, Ιταλία και Ισπανία εξακολουθούν να διατηρούν τους προσωρινούς ελέγχους στα εσωτερικά σύνορα Σένγκεν που επανέφεραν τότε – πρώτη η Ιταλία, ανταποδοτικά η Ισπανία. Στο μεταξύ, η κρίση της Θέουτα έχει πλέον εξελιχθεί και σε πολιτική κρίση για την κυβέρνηση Σάντσεθ, η οποία βρίσκεται αντιμέτωπη με ερωτήματα όχι μόνο για το τι συνέβη, αλλά και για το τι γνώριζε και το πότε το γνώριζε. Ολα δείχνουν ότι το θέμα αυτό θα κρίνει τις επόμενες εκλογές στην Ισπανία.

REUTERS/Violeta Santos Moura

Η οικονομία

Η ευρωπαϊκή οικονομία παραμένει εδώ και χρόνια ουσιαστικά στάσιμη· εξαίρεση αποτελεί η Ισπανία, η οποία αναπτύσσεται με υπερδιπλάσιο ρυθμό από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο: 2,7% σε ετήσια βάση το δεύτερο τρίμηνο του 2026, έναντι 1,2% στην ΕΕ – εν μέρει χάρη στη μετανάστευση και την έμφαση στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας. Το κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ αποτελεί πρόσθετη πηγή πίεσης για τις τιμές της ενέργειας και τον πληθωρισμό, όμως εκτός Ευρώπης προκαλούν ολοένα μεγαλύτερη ανησυχία και άλλοι κίνδυνοι, όπως η δημοσιονομική κατάσταση των ΗΠΑ: αν οι αγορές αρχίσουν να αυξάνουν το κόστος δανεισμού των ΗΠΑ για το μακροπρόθεσμο χρέος, θα μπορούσαν να προκληθούν επεισόδια έντονης μεταβλητότητας.

REUTERS/Stringer/File Photo

Η Ευρώπη έχει κάνει βήματα πίσω στην «πράσινη» μετάβαση και εξακολουθεί να βρίσκεται πίσω από τις ΗΠΑ και την Κίνα στην ψηφιακή επανάσταση. Η ενιαία αγορά παραμένει γεμάτη κενά και στρεβλώσεις. Και το ΑΕΠ των τριών μεγάλων οικονομιών παραμένει αναιμικό: η Ιταλία βρίσκεται σε στασιμότητα εδώ και δύο δεκαετίες· η Γαλλία αντιμετωπίζει σοβαρό δημοσιονομικό και πολιτικό πρόβλημα – επτά πρωθυπουργοί σε επτά χρόνια –, αν και τα οικονομικά θεμέλιά της είναι πιο ισχυρά απ’ όσο δείχνουν οι εξελίξεις·  όσο για τη Γερμανία, παρά την επιστροφή σε θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, εξακολουθεί να αντιμετωπίζει βαθιά διαρθρωτικά προβλήματα.

Η τεχνητή νοημοσύνη

Μόλις πρόσφατα, ο Μπιλ Γκέιτς, που επί χρόνια αντιμετώπιζε την τεχνητή νοημοσύνη με έντονη αισιοδοξία, προειδοποίησε ότι οι κίνδυνοι είναι πολύ μεγαλύτεροι από όσο παρουσιάζει η ίδια η βιομηχανία. Οι εταιρείες υποβαθμίζουν τις απειλές καθώς διακυβεύονται τεράστια ποσά, τόνισε ζητώντας διεθνή εποπτεία, στα πρότυπα του μηχανισμού ελέγχου των πυρηνικών, αλλά και «ανθρώπινες ζώνες» στην αγορά εργασίας. Ομως το μέλλον της τεχνητής νοημοσύνης, με τους κινδύνους και τις ευκαιρίες της, διαμορφώνεται σε μεγάλο βαθμό μακριά από την Ευρώπη. Ναι, τέλη Ιουλίου η ΕΕ ανακοίνωσε σχέδιο 10 δισ. ευρώ για επτά AI gigafactories, με στόχο να κινητοποιηθούν επιπλέον 20 δισ. ευρώ ιδιωτικών επενδύσεων.

Παράλληλα, η Γαλλία έχει γίνει σημαντικός κόμβος επενδύσεων σε AI και data centers. Ομως η ήπειρος παραμένει εκτός συναγωνισμού στην τεχνολογική επανάσταση, και ειδικότερα στην AI. Η καθυστέρηση αυτή συνδέεται με τις μακροοικονομικές ισορροπίες: το έλλειμμα δημόσιων και ιδιωτικών επενδύσεων αναδεικνύεται σε όλες τις αναλύσεις της Κομισιόν, με χαρακτηριστικότερες τις εκθέσεις Ντράγκι και Λέτα. Η ΕΕ στερείται επιχειρηματικής δυναμικής, αλλά κυρίως επενδυτικής ισχύος για να συμμετάσχει σε αυτή τη νέα τεχνολογική επανάσταση.

REUTERS/Maxim Shemetov/File Photo

Η Κίνα

Η Κίνα καταβροχθίζει την ευρωπαϊκή βιομηχανία. Το εμπορικό έλλειμμα της Ευρώπης έναντι της Κίνας ανέρχεται σε περίπου 1 δισ. ευρώ την ημέρα, με ορισμένους κλάδους – πρώτα απ’ όλα την αυτοκινητοβιομηχανία, το κόσμημα της γερμανικής βιομηχανίας – να δοκιμάζονται σκληρά. «Δεν μπορούμε να συνεχίσουμε έτσι», έχει δηλώσει ο καγκελάριος Μερτς, η κυβέρνηση του οποίου βρίσκεται υπό έντονη πίεση. Η Γερμανία έχει συγκλίνει σταδιακά με τη Γαλλία ως προς την ανάγκη να εξεταστούν προστατευτικά μέτρα για να περιοριστεί η υπεροχή της κινεζικής βιομηχανίας, η οποία στηρίζεται στην τεχνολογική της δυναμική αλλά και σε ένα εκτεταμένο πλέγμα κρατικών ενισχύσεων και επιδοτήσεων, καθώς και σε μια τεχνητά υποτιμημένη συναλλαγματική ισοτιμία.

Οι Βρυξέλλες διαπραγματεύονται με το Πεκίνο προκειμένου να περιορίσουν τις επιπτώσεις της πλεονάζουσας βιομηχανικής παραγωγικής ικανότητάς του. Παράλληλα, έχουν θεσπίσει μέτρα για την προστασία συγκεκριμένων κλάδων, την ενθάρρυνση των επιχειρήσεων να διαφοροποιήσουν τις εφοδιαστικές αλυσίδες τους και να μειώσουν την εξάρτησή τους από την Κίνα, ακόμη και για τη στήριξη των χωρών και των κλάδων που θα πληγούν περισσότερο, εάν τελικά ξεσπάσει εμπορικός πόλεμος. Κι όμως, η απειλή επιβολής εμπορικών μέτρων στην Κίνα μοιάζει ελάχιστα αξιόπιστη: ούτε οι ΗΠΑ δεν κατάφεραν να επικρατήσουν απέναντί της στον εμπορικό πόλεμο των δασμών.

- Post Down -

Comments are closed.