- Advertisement -

Με αφορμή τις κυβερνητικές διακηρύξεις για την πορεία του Ταμείου Ανάκαμψης, η ΕΛ.ΑΣ. υπογραμμίζει ότι παρά την πρόοδο στην ψηφιοποίηση των δημοσίων υπηρεσιών, τα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής φέρνουν την Ελλάδα στις τελευταίες θέσεις της ΕΕ στην καινοτομία, τις τεχνολογικές επενδύσεις και την εγχώρια παραγωγή, καθιστώντας επιτακτική την αλλαγή κατεύθυνσης προς μια πραγματικά αυτόνομη και παραγωγική ψηφιακή στρατηγικη.
«Ο Πρωθυπουργός παρουσιάζει την πορεία ολοκλήρωσης του Ταμείου Ανάκαμψης ως απόδειξη ότι “το ελληνικό κράτος μπορεί” και απαριθμεί ψηφιακές υπηρεσίες και έργα που χρηματοδοτήθηκαν τα προηγούμενα χρόνια. Η πρόοδος στην ψηφιοποίηση υπηρεσιών του Δημοσίου είναι υπαρκτή. Δεν αρκεί, όμως, για να συγκροτήσει μια ολοκληρωμένη ψηφιακή και τεχνολογική στρατηγική για τη χώρα.
Η κυβερνητική πολιτική των τελευταίων ετών στηρίχθηκε σε μεγάλο βαθμό στη χρηματοδότηση και υλοποίηση ψηφιακών έργων. Καθώς το Ταμείο Ανάκαμψης εισέρχεται στην τελική του φάση, αναδεικνύεται το βασικό έλλειμμα αυτής της πολιτικής: η μεγάλη δημόσια ψηφιακή επένδυση δεν συνοδεύτηκε από έναν αντίστοιχα ισχυρό σχεδιασμό για την τεχνολογική και παραγωγική ανάπτυξη της χώρας.
Τα στοιχεία του European Innovation Scoreboard 2026 της Ευρωπαϊκής Επιτροπής είναι αποκαλυπτικά. Παρά τη βελτίωση των τελευταίων ετών, η Ελλάδα παραμένει στην κατηγορία των χωρών με επιδόσεις καινοτομίας κάτω από τον μέσο όρο της ΕΕ: η συνολική της επίδοση αντιστοιχεί στο 77,5% του ευρωπαϊκού μέσου όρου και η χώρα κατατάσσεται στην 20ή θέση μεταξύ των 27 κρατών-μελών.
Στους δείκτες που αποτυπώνουν βαθύτερα την τεχνολογική βάση της οικονομίας, η εικόνα παραμένει ιδιαίτερα προβληματική. Η Ελλάδα βρίσκεται στην 27η θέση στις επενδύσεις σε τεχνολογίες πληροφορικής και στην απασχόληση ειδικών ΤΠΕ, ενώ είναι επίσης 27η στις εξαγωγές προϊόντων μεσαίας και υψηλής τεχνολογίας. Παρά την καινοτομική δραστηριότητα που καταγράφεται, η χώρα εξακολουθεί να δυσκολεύεται να μετατρέπει την επιστημονική γνώση και την έρευνα σε εμπορικά αξιοποιήσιμες τεχνολογίες, ενώ παραμένει αδύναμη η συνεργασία μεταξύ ερευνητικών φορέων και βιομηχανίας.
Παράλληλα, επισημαίνεται η εξάρτηση από εισαγωγές προϊόντων και υπηρεσιών υψηλής τεχνολογίας και η ανάγκη ενίσχυσης της εξαγωγικής ικανότητας της χώρας. Ως διαρθρωτικός κίνδυνος καταγράφεται επίσης η απουσία μακροπρόθεσμης στρατηγικής για βιώσιμη και συνεχή χρηματοδότηση της έρευνας και της καινοτομίας μετά το Ταμείο Ανάκαμψης.
Αυτό είναι το όριο ενός μοντέλου που ταύτισε σε μεγάλο βαθμό την ψηφιακή πολιτική με την απορρόφηση πόρων και την υλοποίηση διαδοχικών έργων.
Η επόμενη ημέρα χρειάζεται διαφορετική κατεύθυνση: ισχυρή τεχνική ικανότητα μέσα στο Δημόσιο, ενιαία αρχιτεκτονική για το ψηφιακό κράτος, δημόσιο έλεγχο των κρίσιμων δεδομένων και υποδομών, σύνδεση έρευνας και παραγωγής και ενίσχυση μιας εγχώριας τεχνολογικής βάσης με επιχειρήσεις που παράγουν προϊόντα και υπηρεσίες και αναπτύσσονται διεθνώς. Η επιτυχία της ψηφιακής πολιτικής πρέπει να μετριέται στην τεχνολογική ικανότητα που αποκτά η χώρα, στην αξία που παράγει και στην αυτονομία που διατηρεί».
Comments are closed.