- Advertisement -

ΕΑΠ: Καταχρηστικές συμβάσεις

ΕΑΠ: Καταχρηστικές συμβάσεις
1

- Advertisement -

Η απεργία διαρκείας των σχεδόν 200 συμβασιούχων εργαζομένων στο ΕΑΠ, που προσλήφθηκαν μέσω ΑΣΕΠ, θέτει μείζονα ζητήματα υπηρεσιακής νομιμότητας σε έναν φορέα που μόλις πρόσφατα απέκτησε τη διοικητική του αυτοτέλεια. Οι εργαζόμενοι αυτοί καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες στις διοικητικές και τεχνικές υπηρεσίες του ΕΑΠ στην Πάτρα, παρέχοντας υπηρεσίες με διαδοχικές συμβάσεις ανάθεσης έργου για μεγάλο διάστημα (συχνά άνω της 20ετίας).

Για το προσωπικό αυτό εκδόθηκε η προκήρυξη 2Κ/2025 του ΑΣΕΠ, μέσω του οποίου οι εργαζόμενοι κατέλαβαν μόνιμες οργανικές θέσεις Ιδιωτικού Δικαίου Αορίστου Χρόνου (ΙΔΑΧ) στο ΕΑΠ. Ενώ η διαδικασία βρισκόταν στο τελικό στάδιο αποδοχής των θέσεων από τους επιτυχόντες, αυτοί κλήθηκαν από τη Διοίκηση του ΕΑΠ να υπογράψουν σχέδιο σύμβασης ΙΔΑΧ που αντίκειται ευθέως στο ισχύον δίκαιο καθόσον περιλαμβάνει όρους και διαδικασίες που διευκολύνουν την απόλυση των εργαζομένων και μετατρέπουν μια μόνιμη οργανική θέση του Δημοσίου σε μία απολύτως επισφαλή θέση απασχόλησης. 

Οι συμβασιούχοι επιτυχόντες πιέζονται μάλιστα από τη Διοίκηση του ΕΑΠ να υπογράψουν παράνομους όρους, που δεν έχουν το παραμικρό έρεισμα στην αρχική προκήρυξη. Οι εργαζόμενοι κάνουν λόγο για «διοικητικό εκβιασμό», επισημαίνοντας ότι η Διοίκηση επικαλείται καταχρηστικά ως μέσο πίεσης τις κυρώσεις του νόμου του ΑΣΕΠ (Ν. 4765/2021), σύμφωνα με τις οποίες όσοι δεν αποδεχθούν τη θέση, όχι μόνο χάνουν τη δουλειά τους, αλλά αποκλείονται για τρία χρόνια από κάθε νέα διαδικασία πρόσληψης στο Δημόσιο.

Ο Σύλλογος Εργαζομένων Συμβασιούχων ΕΑΠ ζήτησε από τη Διοίκηση του ΕΑΠ να εναρμονιστούν οι συμβάσεις με τον Δημοσιοϋπαλληλικό Κώδικα, η οποία όμως αρνείται κάθε συζήτηση εδώ και τρεις μήνες. Κατόπιν αυτών, οι εργαζόμενοι προχώρησαν σε απεργία διαρκείας από τις 8 Ιουνίου 2026, ζητώντας εργασιακή ισονομία. H απεργιακή κινητοποίηση ανεστάλη από τη Δευτέρα 22 Ιουνίου, με τους εργαζομένους να δηλώνουν ότι η διεκδίκηση των αιτημάτων τους θα συνεχιστεί μέσω της νομικής οδού, καθώς εκτιμούν ότι και το αναθεωρημένο σχέδιο της Διοίκησης εξακολουθεί να περιλαμβάνει καταχρηστικούς όρους, που επιτρέπουν αναίτιες απολύσεις.

Είναι γεγονός ότι η σύμβαση είναι γενικότερα διατυπωμένη με τρόπο που δεν συνάδει με τη νομοθεσία για την απασχόληση προσωπικού ΙΔΑΧ σε ΝΠΔΔ, ενώ δεν εναρμονίζεται ούτε με το σύνηθες περιεχόμενο παρόμοιων συμβατικών κειμένων (ιδίως τις ρυθμίσεις αναγκαστικού δικαίου), τα οποία κατά κανόνα περιορίζονται στη μνεία της νομοθεσίας που διέπει τις συμβάσεις αυτές. Αρκεί να αναφερθούν α) η αναφορά στον αναιτιώδη χαρακτήρα της καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, γεγονός ίσως μοναδικό για συμβάσεις ΙΔΑΧ στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, και β) η διαδικασία λύσης της σύμβασης στη δοκιμαστική περίοδο των έξι μηνών, χωρίς όμως να διευκρινίζεται ούτε το πώς αιτιολογείται η κρίση περί ακαταλληλότητας ούτε το πώς την αμφισβητεί ο εργαζόμενος. 

Κρίσιμο είναι το άρθρο 4 της σύμβασης, με το οποίο ο εργοδότης διατηρεί το δικαίωμα να μετακινεί ελεύθερα τους εργαζομένους σε οποιαδήποτε οργανωτική δομή του ΕΑΠ, χωρίς η μετακίνηση αυτή να συνιστά μονομερή βλαπτική μεταβολή των όρων εργασίας. Η πρόβλεψη αυτή αντίκειται στον σκοπό της προκήρυξης του ΑΣΕΠ, που ήταν η κάλυψη των θέσεων που συστάθηκαν στις οργανωτικές δομές της έδρας του ΕΑΠ στην Πάτρα ή στην Αθήνα. Αγνοεί τις προϋποθέσεις του άρθρου 28 του ΠΔ 410/1988, κατά τις οποίες κάθε μετακίνηση εργαζομένου σε άλλη οργανωτική δομή επιτρέπεται αποκλειστικά «για την εξυπηρέτηση υπηρεσιακών αναγκών με απόφαση του αρμόδιου για την πρόσληψη οργάνου μετά από αιτιολογημένη γνώμη του υπηρεσιακού συμβουλίου», όπερ σημαίνει ότι πρέπει να τηρηθούν  κοινωνικά κριτήρια επιλογής, όπως η συναίνεση των εργαζομένων στη μετάθεσή τους και η συνεκτίμηση οικογενειακών βαρών ή προβλημάτων υγείας. Η σύμβαση ακολουθεί εσφαλμένα το πρότυπο ιδιωτικών επιχειρήσεων που λειτουργούν με αποκεντρωμένες μονάδες, σε διαφορετικούς τόπους εργασίας, χωρίς να λαμβάνει υπόψη τις ανάγκες του ΕΑΠ, που καλύπτονται στην έδρα του στην Πάτρα ή στην Αθήνα.

Τέλος, η πρακτική της διοίκησης του ΕΑΠ να ζητεί υπογραφή συμβάσεων με καταχρηστικούς όρους δείχνει να αγνοεί βασικές παραμέτρους της διαδικασίας πρόσληψης προσωπικού ΙΔΑΧ του Δημοσίου, εγείροντας σοβαρά ερωτήματα για τη σοβαρότητα και την επάρκεια της νομικής υποστήριξης του ιδρύματος. Σύμφωνα με το άρθρο 11 του ΠΔ 410/1988, όπως ισχύει σήμερα, «η σύμβαση εργασίας με τον αναφερόμενο στην απόφαση πρόσληψης λογίζεται ότι καταρτίστηκε με την ανάληψη υπηρεσίας, η οποία βεβαιώνεται με προσήκοντα τρόπο από την υπηρεσία». 

Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι η πρόσληψη εργαζομένου με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στο Δημόσιο και τα ΝΠΔΔ γίνεται με την εμφάνισή του και την εκ μέρους του ανάληψη υπηρεσίας. Καθώς ο έγγραφος τύπος της σύμβασης είναι αποδεικτικός και όχι συστατικός, καθίσταται απολύτως «άσφαιρος» ο «διοικητικός εκβιασμός» που καταγγέλλουν οι εργαζόμενοι από την πλευρά της Διοίκησης, η οποία εμφανίζεται εκτεθειμένη έναντι εργαζομένων που έχουν προσληφθεί κανονικά, αλλά αρνούνται να συναινέσουν σε αυθαίρετες πρακτικές. 

- Post Down -

Comments are closed.