- Advertisement -

Να ξεκινήσω από «Τ’ αντιλαϊκά». Υβριδικό είδος με δοκίμια και ποίηση. Πώς γεννήθηκαν η ιδέα, η επιμέλεια της έκδοσης και γιατί εδώ παρατηρούμε συγκερασμό ποιημάτων και στοχασμών;
Ξεκίνησα ως ηθοποιός και συνεχίζω, στην ένατη δεκαετία της ζωής μου, να υπηρετώ το θέατρο ως οργανωτής και σκηνοθέτης στην περιφέρεια. Παρά τις ξενηλασίες, τον μιμητισμό και τον μαϊμουδισμό που χαρακτηρίζουν συχνά τον χώρο, πιστεύω πως ο χλωρός κορμός του έθνους παραμένει η περιφέρεια παρά τις συντονισμένες προσπάθειες πολιτικάντηδων να αποξηράνουν αυτόν τον κορμό. Η ιδέα για την ποιητική συλλογή «Τ’ αντιλαϊκά» γεννήθηκε μέσα σε μια πρόβα ερασιτεχνών, όταν απήγγειλα το ποίημά μου «Κλέφτικο», που είχε διακριθεί σε πανελλήνιο διαγωνισμό. Ο Δημήτρης Κατσάνος και η αδελφή του Ελλη, από την Καλλιτεχνική Σκηνή Ηπείρου «Σύνθεση», μου πρότειναν την έκδοση. Η συνύπαρξη ποιημάτων με δύο δοκίμια (για το «Ποσειδωνιάται» του Καβάφη και την αρχαία τραγωδία) προέκυψε συνειδητά: θεώρησα αναγκαίο, για διαπαιδαγωγικούς λόγους, τα ταπεινά, προσωπικά μου κείμενα να συνομιλήσουν με την υψηλή ποίηση και το ύψος της παράδοσης.
Με αφορμή την παράθεση του ποιήματος «Ποσειδωνιάται» του Κ.Π. Καβάφη, κάνετε έναν στοχασμό με επίκεντρο τη γλώσσα. Ποια η σημασία της για έναν λαό και εντοπίζετε κινδύνους από τις ανανεώσεις της ή τις θεωρείτε γόνιμες και αναγκαίες;
Σωστά επισημαίνετε ότι στο ποίημα «Ποσειδωνιάται» του Καβάφη το επίκεντρο του ποιήματος είναι η γλώσσα. Πιστεύω πως οι γλώσσες των λαών καλλιεργούνται, «πλαστουργούνται» και αναδεικνύονται στα θέατρα. Ο προφορικός λόγος, ιδίως στην ποίηση και στο θέατρο, μεταφέρεται μέσω της ορθής εκφοράς, της σωστής άρθρωσης, των τονισμών και της μουσικότητας. Οπως ο γραπτός λόγος έχει τη στίξη, έτσι και ο προφορικός έχει τους δικούς του «κανόνες ζωής». Οσον αφορά τις ανανεώσεις, δεν τις φοβάμαι. Μια γλώσσα που μιλιέται πάνω από δύο χιλιάδες χρόνια δεν απειλείται· αντίθετα, εμπλουτίζεται από γόνιμα στοιχεία κάθε εποχής.
Ποια είναι η σημερινή μεγαλύτερη δυσκολία που οφείλουν να ξεπεράσουν οι Νεοέλληνες όπου στο ποίημα σας «Αοπλοι» παρομοιάζετε με Προμηθείς;
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τους Νεοέλληνες είναι ο άκρατος καταναλωτισμός και η απώλεια ουσιαστικής σχέσης με την παραγωγή και τον τόπο. Η επιστροφή στα εγκαταλειμμένα χωριά και η αξιοποίηση της υπαίθρου δεν αποτελούν ρομαντική ιδέα αλλά αναγκαιότητα. Παράλληλα, χρειάζεται μια εσωτερική ανασυγκρότηση: να ξαναβρούμε το «τόξο και τη φαρέτρα», δηλαδή τα εργαλεία αυτογνωσίας και αντίστασης που μας αφαιρέθηκαν με δόλο από πολιτικάντηδες απατεώνες, αετονύχηδες μέσα από έναν καταιγισμό εύθραυστων, επιφανειακών ιδεών.
Παρά την αστική σας πορεία στο θέατρο και τη διδασκαλία, επιλέξατε γρήγορα να «αποκεντρωθείτε» με έδρα σας τα Γιάννενα (πιο πριν το Αγρίνιο) και με προσήλωση στο ΔΗΠΕΘΕ, δικές σας ομάδες κ.τ.λ. Εχοντας πια εμπειρία, μπορεί να ευδοκιμήσει η τέχνη σας στην περιφέρεια;
Κατάγομαι από τα Γιάννενα, πόλη με ισχυρή πνευματική παράδοση και πληθώρα ευεργετών. Δεν με εξέφραζε η προοπτική ενός βιοπορισμού στα αθηναϊκά θέατρα γεμάτου από συμβιβασμούς. Επιδίωξα τη δημιουργία ενός αυτοδιαχειριζόμενου θεατρικού σχήματος με στόχο την ανάδειξη των ιδιαιτεροτήτων της περιφέρειας και όχι την αντιγραφή του κέντρου. Μιλούσα για πολυκεντρική ανάπτυξη, όχι για απλή αποκέντρωση. Με αυτή τη λογική ιδρύσαμε τον Οργανισμό Ηπειρωτικού Θεάτρου (ΟΗΘ) στα Γιάννενα το 1976. Το 1980, στο Αγρίνιο, με τον δήμαρχο Στέλιο Τσιτσιμελή οργανώσαμε το πρώτο δημοτικό θέατρο, που έμελλε να γίνει προάγγελος των ΔΗΠΕΘΕ. Η συνάντησή μου με τη Μελίνα Μερκούρη το 1982 (τέσσερα χρόνια μετά την πρώτη μας γνωριμία στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης) επιβεβαίωσε αυτή την κατεύθυνση. «Θα τα πεις όλα», μου είπε σε ύφος εντολής όταν μπήκα στο γραφείο της και εννοούσε τι ενέργειες είχαμε κάνει με τον δήμαρχο για να νομιμοποιηθούν η ίδρυση και η λειτουργία θεάτρου στο στενό και αυστηρό πλαίσιο του κώδικα δήμων και κοινοτήτων, ο οποίος περιόρισε την Τοπική Αυτοδιοίκηση στο να διευθετεί αδρανή υλικά που καταναλώνει η ζωή (σκουπίδια, νεκροταφεία, σφαγεία, υπόνομοι). Τότε της μίλησα για την ανάγκη θεσμικής στήριξης της περιφέρειας και της παρέδωσα σχετική πρόταση που συνόψιζε την ως τότε εμπειρία του Δημοτικού Θεάτρου Αγρινίου και τις ενέργειες που θεωρούσα αναγκαίες για να στηριχτούν τα δημοτικά θέατρα. Μέχρι σήμερα πιστεύω ότι παρά τις κάθε είδους δυσκολίες η τέχνη μπορεί να ευδοκιμήσει στην περιφέρεια.
Τι απαιτείται όμως;
Αρκεί να έχει όραμα, επιμονή, οργανωτική βάση και να ανήκει στους καλλιτέχνες που την υπηρετούν από αγάπη και όχι μόνο για βιοπορισμό. Ομοίως θα πρέπει οι τοπικοί φορείς πολιτισμού να διοικούνται από άτομα του χώρου και όχι από διοικητικά συμβούλια που απαρτίζονται από αδαείς και αποτυχόντες δημοτικούς ή άλλους «συμβούλους».
Αναφέρετε συχνά συνεργάτες και δασκάλους σας, όπως ο Καμπανέλλης ή ο Κεχαΐδης. Τι κομίζετε από αυτούς στη δική σας πορεία μέσα στα χρόνια;
Η γνωριμία μου με τον Ιάκωβο Καμπανέλλη υπήρξε καθοριστική. Υστερα από μια παράσταση του Θεάτρου Τέχνης, με άκουσε, εν αγνοία μου, να σχολιάζω πως ένας ηθοποιός δεν μου είχε φανεί αληθινός. Με πλησίασε και άνοιξε μαζί μου έναν ουσιαστικό διάλογο. Η απλότητα και η γενναιοδωρία του με σημάδεψαν. Εκτοτε τον συναντούσα συχνά και είχα την τύχη να ακούω τα έργα του από τον ίδιο πριν ακόμη παρουσιαστούν. Η συμμετοχή μου, ως αντικαταστάτη, στην περιοδεία του έργου «Το μεγάλο μας τσίρκο» στη Γερμανία, αν και καλλιτεχνικά σημαντική, υπήρξε για μένα μια αρνητική εμπειρία. Εκεί ωρίμασε η απόφασή μου να στραφώ οριστικά στη δημιουργία θεάτρου στην περιφέρεια, με άλλους όρους και αξίες.
Εχετε μελετήσει την αρχαία μας τραγωδία. Επιλέγετε μια λιτή κλασική γραμμή στην ιδανική σας παραστασιολογία ή είστε πάντα ανοιχτός σε πειράματα, ανασκευές;
Το δοκίμιο για την αρχαία τραγωδία που περιλαμβάνεται στα «Αντιλαϊκά» είναι περίληψη ενός εκτενέστερου κειμένου που χάθηκε. Διασώθηκε χάρη σε δημοσίευσή του στο περιοδικό «Φυγός». Ως προς την παραστασιολογία, είμαι ανοιχτός σε επεμβάσεις, αρκεί να μην αλλοιώνουν τον πυρήνα των έργων. Η τραγωδία δεν είναι υλικό για αυθαίρετες αποδομήσεις που αφαιρούν πρόσωπα ή παραχαράσσουν τη δομή της, όπως έκανε ένας ευφάνταστος γερμανός σκηνοθέτης το καλοκαίρι του 2025. Χρειάζεται σεβασμός, ακόμη και όταν επιχειρείται μια σύγχρονη ανάγνωση.
Η πορεία σας στο θέατρο ποια κρίσιμη στιγμή έχει για εσάς;
Δύο στιγμές υπήρξαν καθοριστικές για μένα. Η πρώτη, όπως προείπα, ήταν η εμπειρία της περιοδείας με «Το μεγάλο μας τσίρκο», με τον θίασο Καζάκου – Καρέζη, που με έκανε να επανεξετάσω τον τρόπο άσκησης του επαγγέλματος. Η δεύτερη ήταν η συνεργασία μου στον θίασο της Μιράντας Κουνελάκη την επόμενη χρονιά. Εκεί συνειδητοποίησα έντονα τα φαινόμενα εξάρτησης και κολακείας που μπορούν να αναπτυχθούν στον θεατρικό χώρο. Αν και κατανοώ την ανασφάλεια του επαγγέλματος, δεν μπορώ να αποδεχθώ την απώλεια της αξιοπρέπειας. Αυτές οι εμπειρίες διαμόρφωσαν τη στάση μου: θέατρο με ήθος, αυτονομία και ευθύνη.
Comments are closed.