- Advertisement -

Σχεδόν κάθε φορά που ο κόσμος βρίσκεται αντιμέτωπος με έναν νέο πόλεμο ή μια διεθνή κρίση, το όνομα του Θουκυδίδη επιστρέφει στον δημόσιο διάλογο. Συνήθως συνοδεύεται από τη γνωστή φράση «οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υφίστανται ό,τι τους επιβάλλεται», η οποία συχνά παρουσιάζεται ως η πεμπτουσία της πολιτικής του σκέψης. Ωστόσο, σύμφωνα με ένα ενδιαφέρον δοκίμιο που δημοσιεύθηκε στη διαδικτυακή επιθεώρηση «Aeon», αυτή η ανάγνωση του αρχαίου ιστορικού είναι όχι μόνο απλοϊκή, αλλά και λανθασμένη.
Οι συγγραφείς, ο θεωρητικός της πολιτικής, Ντέιβιντ Πολάνσκι και ο ακαδημαϊκός Ντάνιελ Σίλινγκερ υποστηρίζουν ότι ο Θουκυδίδης δεν έγραψε την Ιστορία του Πελοποννησιακού Πολέμου για να εξυμνήσει τη δύναμη, ούτε για να τη νομιμοποιήσει. Αντίθετα, κατέγραψε με σχεδόν χειρουργική ακρίβεια έναν διαχρονικό ανθρώπινο μηχανισμό: την αυταπάτη. Οι άνθρωποι – και μαζί τους οι πόλεις και τα κράτη – εξαπατούν πρωτίστως τον εαυτό τους. Και αυτή η αυταπάτη αποδεικνύεται συχνά πιο επικίνδυνη ακόμη και από τον ίδιο τον πόλεμο.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο περίφημος Διάλογος των Μηλίων. Η φράση που αποδίδεται στους Αθηναίους έχει εξελιχθεί σε σύμβολο του πολιτικού κυνισμού, όμως ο Θουκυδίδης δεν την παρουσιάζει ως δική του θέση. Τη βάζει στο στόμα συγκεκριμένων ιστορικών προσώπων, όπως ακριβώς ένας δραματουργός αφήνει τους ήρωές του να εκφράσουν διαφορετικές αντιλήψεις.
Μάλιστα, οι συγγραφείς επισημαίνουν μια καίρια φιλολογική λεπτομέρεια που συχνά διαφεύγει: η καθιερωμένη αγγλική μετάφραση («the strong do what they can and the weak suffer what they must» / «Οι ισχυροί πράττουν ό,τι τους επιτρέπει η δύναμή τους και οι αδύναμοι υφίστανται ό,τι τους επιβάλλεται») αποδίδει τη φράση πολύ πιο σκληρά απ’ ό,τι το πρωτότυπο ελληνικό κείμενο («προὐχοντά τε πράσσειν καὶ τοὺς ἀσθενεῖς ξυγχωρεῖν» / «Οι ισχυρότεροι κάνουν ό,τι μπορούν, και οι αδύναμοι υποχωρούν»). Το αρχαίο ρήμα συγχωρέω που χρησιμοποιεί ο Θουκυδίδης («ξυγχωροῦσιν») είναι σημαντικά πιο ήπιο, υποδηλώνοντας συμβιβασμό ή υποχώρηση παρά παθητική υποταγή στη μοίρα. Η δημοφιλής εικόνα ενός αδίστακτου «νόμου του ισχυρού» είναι, επομένως, εν μέρει παράγωγο μιας εσφαλμένης μετάφρασης και όχι μόνο μιας επιφανειακής ανάγνωσης.
Το πραγματικό ενδιαφέρον του ιστορικού βρίσκεται στις αυταπάτες και των δύο πλευρών. Οι Μήλιοι πιστεύουν ότι η δικαιοσύνη, οι θεοί ή οι Σπαρτιάτες θα τους σώσουν. Οι Αθηναίοι, από την άλλη, θεωρούν ότι η ψυχρή λογική και η ισχύς αρκούν για να ελέγξουν τις εξελίξεις. Και οι δύο αποδεικνύεται πως έχουν κάνει τραγικό λάθος. Οι πρώτοι οδηγούνται στην καταστροφή. Οι δεύτεροι κερδίζουν μια πρόσκαιρη νίκη που τελικά υπονομεύει το κύρος και τα ίδια τα συμφέροντά τους.
Το ίδιο μοτίβο διατρέχει ολόκληρη την αφήγηση. Οι Σπαρτιάτες παρουσιάζουν τον πόλεμο ως σταυροφορία υπέρ της ελευθερίας των ελληνικών πόλεων, ενώ στην πραγματικότητα κινητοποιούνται από τον φόβο απέναντι στην αυξανόμενη δύναμη της Αθήνας. Οι Αθηναίοι, που καυχώνται για τον ρεαλισμό τους, παρασύρονται από τη φιλοδοξία, την αλαζονεία και την υπερβολική εμπιστοσύνη στις δικές τους δυνατότητες, οδηγώντας τελικά την πόλη στη Σικελική Εκστρατεία, μία από τις μεγαλύτερες στρατηγικές καταστροφές της αρχαιότητας.
Στην εποχή του Τραμπ
Αυτός ο «ψευδής ρεαλισμός» δεν ανήκει αποκλειστικά στο παρελθόν. Οι συγγραφείς συνδέουν το θουκυδίδειο δίδαγμα άμεσα με τη σύγχρονη επικαιρότητα, όπως επί παραδείγματι τη σύγκρουση ΗΠΑ – Ιράν ή την επικείμενη αναδιάταξη των διεθνών σχέσεων. Χαρακτηριστική είναι η αναφορά στον πρώην διοικητή της Τράπεζας της Αγγλίας Μαρκ Κάρνεϊ, ο οποίος στο Φόρουμ του Νταβός επικαλέστηκε την ίδια φράση για να ασκήσει κριτική στη λογική της ισχύος της αμερικανικής εξωτερικής πολιτικής επί προεδρίας Τραμπ – αποδεικνύοντας πόσο επίκαιρο μπορεί να είναι το αρχαίο κείμενο σήμερα.
Ο Θουκυδίδης δεν ηθικολογεί, ούτε προσφέρει εύκολα διδάγματα. Περιγράφει τα γεγονότα με εντυπωσιακή αυτοσυγκράτηση, αφήνοντας τον αναγνώστη να διακρίνει μόνος του πώς η ανθρώπινη φύση, η φιλοδοξία, ο φόβος και η αυταπάτη διαμορφώνουν την Ιστορία. Δεν είναι τυχαίο ότι ο Νίτσε θαύμαζε στον αθηναίο ιστορικό αυτό που ονόμαζε «την άνευ όρων βούληση να μην εξαπατά τον εαυτό του».
Ισως γι’ αυτό ο Θουκυδίδης παραμένει τόσο επίκαιρος. Οχι επειδή μας διδάσκει ότι ο ισχυρός πάντοτε επιβάλλεται, αλλά επειδή μας υπενθυμίζει ότι οι μεγαλύτερες καταστροφές γεννιούνται όταν οι κοινωνίες και οι ηγεσίες πιστεύουν υπερβολικά στις δικές τους βεβαιότητες. Η μεγαλύτερη απειλή δεν είναι μόνο η δύναμη ή η αδυναμία, αλλά η ανικανότητα να αναγνωρίσουμε τις ψευδαισθήσεις μας.
Comments are closed.