- Advertisement -

Γιατί και πώς οι καύσωνες επιβαρύνουν την ψυχική υγεία

Γιατί και πώς οι καύσωνες επιβαρύνουν την ψυχική υγεία
3

- Advertisement -

Οποτε η θερμοκρασία ανεβαίνει, οι νύχτες γίνονται δυσκολότερες και ο ύπνος διαταράσσεται, ενώ συνολικά η καθημερινότητα σε συνθήκες καύσωνα γίνεται πιο απαιτητική. Για τους περισσότερους, οι συνέπειες περιορίζονται στην κόπωση, τη δυσφορία και τον εκνευρισμό. Για εκείνους τους ανθρώπους, όμως, οι οποίοι ζουν με σοβαρές ψυχικές διαταραχές, η παρατεταμένη ζέστη είναι δυνατόν να αποτελέσει έναν επιπλέον επιβαρυντικό παράγοντα.

Η αλήθεια είναι πως η σχέση ανάμεσα στις καιρικές συνθήκες, την εποχικότητα και την ψυχική υγεία βρίσκεται τα τελευταία χρόνια όλο και περισσότερο στο μικροσκόπιο της επιστημονικής κοινότητας. Σε αυτό το πλαίσιο, ελληνική έρευνα που εξέτασε χιλιάδες ακούσιες ψυχιατρικές νοσηλείες (εισαγωγές χωρίς τη συγκατάθεση του ασθενή) στην Αττική έρχεται να προσθέσει σημαντικά δεδομένα στη συζήτηση.

Ο Αθανάσιος Δουζένης, καθηγητής Ψυχιατρικής και Ψυχιατροδικαστικής στην Ιατρική Σχολή του ΕΚΠΑ, επισημαίνει ότι η υψηλή θερμοκρασία και οι καύσωνες μπορούν να επιβαρύνουν την ψυχική υγεία, ιδιαίτερα ανθρώπων που αντιμετωπίζουν ήδη σοβαρές ψυχιατρικές διαταραχές. Η παρατήρηση αυτή, τονίζει, δεν σημαίνει ότι ένας συγκεκριμένος ασθενής θα υποτροπιάσει επειδή ήρθε το καλοκαίρι. Πρόκειται για μια αυξημένη ευαλωτότητα σε επίπεδο στατιστικών δεδομένων, η οποία γίνεται ορατή όταν εξετάζονται μεγάλοι αριθμοί ασθενών.

Ερευνα με 8ετή διάρκεια

Στο επίκεντρο βρίσκεται η έρευνα με τίτλο «Οι επιπτώσεις των μετεωρολογικών παραγόντων στην ακούσια νοσηλεία στην Αττική» (The impact of meteorological factors on involuntary admission in Attica, Greece), με πρώτο συγγραφέα τον Ιωάννη Ριζάβα, διδάκτορα ΕΚΠΑ και νοσηλευτή Ψυχικής Υγείας. Πραγματοποιήθηκε στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής «Δαφνί» και κάλυψε μια περίοδο οκτώ συνεχόμενων ετών, από το 2010 έως και το 2017.

Συνολικά εξετάστηκαν 6.887 περιστατικά ακούσιας ψυχιατρικής νοσηλείας, ενώ τα στοιχεία της συνδυάστηκαν με καθημερινά μετεωρολογικά δεδομένα από το Εθνικό Αστεροσκοπείο Αθηνών.  Οι επιστήμονες δεν εξέτασαν μόνο τις ενδείξεις στο θερμόμετρο. Στην ανάλυσή τους συμπεριλήφθηκαν διαφορετικές μετεωρολογικές παράμετροι και, στη συνέχεια, διερευνήθηκε κατά πόσο συγκεκριμένοι συνδυασμοί καιρικών συνθηκών σχετίζονταν με τον ημερήσιο αριθμό των νοσηλειών.

Τα ευρήματα έδειξαν ότι υπάρχει όντως εποχική διακύμανση. Σύμφωνα με την έρευνα, η μεγαλύτερη αναλογία στις ακούσιες νοσηλείες εκτιμήθηκε γύρω στα μέσα Ιουνίου, περίπου κατά 6,5% υψηλότερη από τον μέσο όρο, ενώ η μικρότερη γύρω στα μέσα Δεκεμβρίου, περίπου κατά 6,1% χαμηλότερη από τον μέσο όρο. Παράλληλα, η μακροχρόνια τάση αντιστοιχούσε σε αύξηση των νοσηλειών κατά περίπου 4% ανά έτος – κάτι που αποτυπώνει τη μεγαλύτερη συχνότητα και διάρκεια των καυσώνων. Ανάμεσα στις μετεωρολογικές παραμέτρους που συνδέθηκαν με μεταβολές στον μέσο ημερήσιο αριθμό ακούσιων νοσηλειών ήταν η μέγιστη θερμοκρασία, η ταχύτητα του ανέμου και η ατμοσφαιρική πίεση. Το εύρημα υπογραμμίζει ότι η επίδραση του καιρού στην ψυχική υγεία είναι περισσότερο σύνθετη από μια απλή εξίσωση του τύπου «περισσότερη ζέστη σημαίνει περισσότερες νοσηλείες».

Ο καθηγητής Δουζένης εστιάζει την προσοχή του κυρίως στις μείζονες ψυχικές διαταραχές και στις ψυχώσεις. Οπως εξηγεί, η εποχικότητα φαίνεται έντονα στις συναισθηματικές διαταραχές, ενώ παρατηρείται και σε άλλες ψυχώσεις, μεταξύ των οποίων η σχιζοφρένεια.  «Κλειδί», ωστόσο, είναι να μη μεταφράζονται τα στατιστικά δεδομένα σε βεβαιότητα για τον μεμονωμένο ασθενή. Για παράδειγμα, ένας άνθρωπος με διπολική διαταραχή ή σχιζοφρένεια που είναι καλά ρυθμισμένος, ακολουθεί την αγωγή του και παρακολουθείται από τον γιατρό του δεν σημαίνει ότι θα υποτροπιάσει επειδή η θερμοκρασία ανέβηκε.

Οπως επισημαίνει ο ίδιος, σε μια χρόνια ψυχική νόσο μπορεί κάποια στιγμή να υπάρξει έξαρση, χωρίς να είναι δυνατόν να προβλεφθεί ακριβώς πότε θα συμβεί. Αυτό που δείχνουν τα στοιχεία είναι ότι, σε επίπεδο μεγάλων πληθυσμών, η πιθανότητα μιας έξαρσης είναι μεγαλύτερη σε συγκεκριμένες θερμές περιόδους και μετεωρολογικές συνθήκες.

Η εποχικότητα δεν αποτελεί, άλλωστε, αποκλειστικά ελληνική παρατήρηση. Συστηματική ανασκόπηση της ίδιας ερευνητικής ομάδας συγκέντρωσε 31 διεθνείς μελέτες για τις νοσηλείες ασθενών με σοβαρές ψυχικές διαταραχές. Τα ευρήματα παρείχαν ισχυρές ενδείξεις για κορυφώσεις των σχετικών εισαγωγών την άνοιξη και το καλοκαίρι, αν και οι ερευνητές σημειώνουν ότι τα διαθέσιμα δεδομένα ειδικά για τις ακούσιες νοσηλείες παραμένουν πιο περιορισμένα.

Πρώτο «καμπανάκι» η αϋπνία

Ανάμεσα στα σημάδια που χρειάζονται ιδιαίτερη προσοχή, ο κ. Δουζένης ξεχωρίζει την αϋπνία. Πρόκειται βεβαίως για ένα πολύ συχνό σύμπτωμα, ειδικά μέσα στο καλοκαίρι. Μια ζεστή νύχτα μπορεί να κρατήσει ξύπνιο ακόμη και έναν απολύτως υγιή άνθρωπο. Για έναν ασθενή, όμως, που ζει με χρόνια ψυχική νόσο, μια ξαφνική και επίμονη αλλαγή στον ύπνο μπορεί να αποτελεί προειδοποιητικό σημάδι ότι κάτι αρχίζει να μεταβάλλεται.

«Η εμφάνιση αϋπνίας δείχνει ότι κάτι αρχίζει να μην πηγαίνει καλά», εξηγεί ο καθηγητής αναφερόμενος ειδικά στους ανθρώπους με χρόνια ψυχική νόσο. Παράλληλα, βέβαια, ξεκαθαρίζει ότι πρέπει να λαμβάνεται υπόψη και το περιβάλλον: όταν κάποιος δεν μπορεί να κοιμηθεί απλώς επειδή το δωμάτιο είναι υπερβολικά ζεστό, η αιτία μπορεί να είναι διαφορετική, παρότι η έλλειψη ύπνου εξακολουθεί να τον επιβαρύνει. Το σημαντικό, επομένως, είναι να εξετάζεται εάν η αλλαγή στον ύπνο συνοδεύεται και από άλλες διαφοροποιήσεις στη συνηθισμένη συμπεριφορά του ασθενούς.

Πότε, όμως, ο εκνευρισμός είναι απλώς αποτέλεσμα της ζέστης και πότε μπορεί να αποτελεί ένδειξη ψυχιατρικής απορρύθμισης; Η απάντηση βρίσκεται συχνά στην αλλαγή σε σχέση με το συνηθισμένο. Οπως τονίζει ο καθηγητής, εκτός από την αϋπνία, προσοχή χρειάζονται η έλλειψη ενεργητικότητας, η απομάκρυνση από δραστηριότητες, η τάση ενός ανθρώπου να κλείνεται περισσότερο στον εαυτό του, ο ασυνήθιστα έντονος εκνευρισμός και η ευερεθιστότητα. Σε ορισμένες συναισθηματικές διαταραχές μπορεί να παρατηρηθεί και μείωση της όρεξης. Στα προειδοποιητικά σημάδια συμπεριλαμβάνει επίσης μια ξαφνική αύξηση στην κατανάλωση αλκοόλ ή άλλων ουσιών, όπως και το περισσότερο κάπνισμα. Αν ένας άνθρωπος που έπινε περιστασιακά αρχίζει να καταναλώνει καθημερινά πολύ περισσότερο αλκοόλ, αυτό μπορεί να αντανακλά αυξημένο άγχος και εσωτερική ένταση.

Κανένα από αυτά τα σημάδια, μεμονωμένα, δεν αποτελεί απόδειξη υποτροπής. Οταν όμως εμφανίζονται μαζί ή σηματοδοτούν μια σαφή αλλαγή στη συμπεριφορά ενός ανθρώπου με γνωστό ψυχιατρικό ιστορικό, είναι ένας λόγος για μεγαλύτερη εγρήγορση και επικοινωνία με τον θεράποντα.

Περισσότερη πίεση στις ψυχιατρικές κλίνες

Η επίδραση δεν αφορά μόνο τον ίδιο τον ασθενή και την οικογένειά του. Εχει συνέπειες και για το σύστημα υγείας. Ο Αθ. Δουζένης αναφέρει ότι στην κλινική εμπειρία καταγράφονται περίοδοι με περισσότερες υποτροπές και μεγαλύτερη ανάγκη για εισαγωγές. Η αυξημένη πίεση για ψυχιατρικές κλίνες, σημειώνει, έχει αποτυπωθεί και στατιστικά στην έρευνα.

Το στοιχείο αυτό αποκτά ιδιαίτερη σημασία στην εποχή της κλιματικής κρίσης. Εάν τα ακραία θερμικά επεισόδια γίνονται συχνότερα ή διαρκούν περισσότερο, οι υπηρεσίες ψυχικής υγείας καλούνται να εντάξουν και τον καιρό στον σχεδιασμό τους – όχι ως μοναδικό παράγοντα, αλλά ως μία ακόμη μεταβλητή που μπορεί να επηρεάζει την ζήτηση για φροντίδα. Οι ίδιοι οι ερευνητές επισημαίνουν ότι η αύξηση της συχνότητας των ακραίων μετεωρολογικών φαινομένων δημιουργεί την ανάγκη προσαρμογής του τρόπου οργάνωσης των υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

Υπάρχει, τέλος, ένα σημείο στο οποίο ο καθηγητής επιμένει: η ενημέρωση δεν πρέπει να μετατραπεί σε φόβο. Ενας άνθρωπος με ψυχιατρικό ιστορικό δεν χρειάζεται να αντιμετωπίζει το καλοκαίρι σαν μια περίοδο κατά την οποία «θα συμβεί κάτι». Η υπερβολική ανησυχία μπορεί να γίνει από μόνη της επιβαρυντική.

Χρειάζεται, όμως, καλή επικοινωνία με τον ψυχίατρο ή τον θεραπευτή του, συνέπεια στη θεραπεία, επαρκής ενυδάτωση, προσοχή στην υπερβολική έκθεση στον ήλιο και στις πολύ υψηλές θερμοκρασίες και παρατήρηση τυχόν ασυνήθιστων αλλαγών στον ύπνο και στη συμπεριφορά. Ιδιαίτερη προσοχή απαιτείται και σε ζητήματα που αφορούν την ψυχιατρική φαρμακευτική αγωγή τις πολύ θερμές ημέρες, πάντοτε σε συνεννόηση με τον θεράποντα και χωρίς αυθαίρετες αλλαγές από τον ίδιο τον ασθενή.

Τι συμβαίνει όταν η ζέστη επιμένει;

Με ποιον ακριβώς τρόπο η θερμοκρασία μπορεί να επηρεάσει την ψυχική κατάσταση; Μία και μοναδική απάντηση δεν υπάρχει. Ο ύπνος, το φως, η κόπωση, η διατάραξη του κιρκάδιου ρυθμού (το εσωτερικό βιολογικό «ρολόι» του σώματος), η εφίδρωση και η γενικότερη σωματική καταπόνηση αποτελούν παράγοντες που ενδέχεται να συμμετέχουν σε αυτή τη σχέση. Οπως σημειώνει ο καθηγητής Αθανάσιος Δουζένης, η ίδια η ζέστη μπορεί να κάνει έναν άνθρωπο περισσότερο κουρασμένο ή περισσότερο ευερέθιστο.  Αρκεί κανείς να σκεφτεί την καθημερινότητα ενός 24ώρου, κατά τη διάρκεια του οποίου επικρατούν συνθήκες καύσωνα: ένας άνθρωπος έχει κοιμηθεί λιγότερο, έχει κουραστεί περισσότερο, δυσκολεύεται να συγκεντρωθεί και ανέχεται λιγότερο τις εντάσεις γύρω του. Σε κάποιον χωρίς ψυχιατρικό ιστορικό, αυτό μπορεί να μεταφραστεί απλώς σε μια κακή ημέρα. Σε έναν άνθρωπο με ήδη αυξημένη ψυχική ευαλωτότητα, όμως, η συσσώρευση αυτών των παραγόντων μπορεί να αποκτήσει διαφορετική βαρύτητα.

Οι ακριβείς μηχανισμοί δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί πλήρως. Αυτό που, σύμφωνα με τον καθηγητή, γνωρίζουμε με μεγαλύτερη βεβαιότητα είναι ότι οι υψηλές θερμοκρασίες και οι καύσωνες μπορούν να λειτουργήσουν επιβαρυντικά για την ψυχική υγεία.

Η ψυχική υγεία σε ένα θερμότερο μέλλον

Η έρευνα δεν υποστηρίζει ότι η ζέστη «προκαλεί» από μόνη της μια ψυχική διαταραχή ούτε ότι ένας καύσωνας οδηγεί αναπόφευκτα σε υποτροπή. Αναδεικνύει όμως κάτι περισσότερο σύνθετο: το περιβάλλον στο οποίο ζούμε μπορεί να επηρεάσει την ευαλωτότητα ενός ανθρώπου που ήδη αντιμετωπίζει σοβαρό ψυχιατρικό πρόβλημα.

Και αυτή είναι ίσως η σημαντικότερη διάσταση των ευρημάτων. Καθώς η κλιματική κρίση αλλάζει σταδιακά το περιβάλλον της καθημερινότητάς μας, η προσαρμογή δεν αφορά μόνο την προστασία από τη θερμοπληξία ή τη φροντίδα των καρδιοπαθών και των ηλικιωμένων. Αφορά και την ψυχική υγεία.

Η έγκαιρη αναγνώριση των προειδοποιητικών σημαδιών, η σταθερή θεραπευτική παρακολούθηση και η προετοιμασία των υπηρεσιών μπορούν να μετατρέψουν την επιστημονική γνώση σε ουσιαστική πρόληψη. Γιατί όσο το θερμόμετρο ανεβαίνει, το ζητούμενο δεν είναι να φοβόμαστε το καλοκαίρι, αλλά να γνωρίζουμε καλύτερα ποιοι είναι πιο ευάλωτοι, τι πρέπει να προσέχουμε και πότε χρειάζεται να ζητήσουμε βοήθεια.

- Post Down -

Comments are closed.