- Advertisement -

Τι είναι πιο επικίνδυνο για έναν καλλιτεχνικό διευθυντή: να μην έχει όραμα ή να πιστεύει υπερβολικά στο δικό του;
Το να μην έχεις όραμα είναι μια άρνηση που τα λέει όλα. Το αντίθετο, όσο τολμηρό κι αν είναι, πάντα βρίσκεις τρόπο να το υλοποιήσεις. Το όραμα είναι απαραίτητο, ακόμη κι αν η ζωή σού βάζει τους δικούς της κανόνες. Η δουλειά σου είναι να τους ξεπερνάς.
Μπήκατε σε αυτή τη θέση με ένα όραμα. Πότε νιώσατε ότι πλησιάζετε και πότε αναγκαστήκατε να υποχωρήσετε, σε μια χώρα που δεν διαθέτει πάντα πόρους για τον πολιτισμό;
Οι πόροι ποτέ δεν με απασχόλησαν πραγματικά. Πιστεύω πως όσο λιγότερα έχεις, τόσο περισσότερο στύβεις το μυαλό σου για να βγάλεις τους άσους σου. Το επιβεβαίωσε η μακρόχρονη παρουσία μου στο Φεστιβάλ Ναυπλίου, όπου η έλλειψη πόρων ήταν μόνιμη, κι όμως η ποιότητα κρατήθηκε. Φέτος συμπληρώνουμε τριάντα πέντε χρόνια. Φυσικά, όταν υπάρχουν πόροι είναι ευπρόσδεκτοι και οφείλω ένα μεγάλο «ευχαριστώ» στο υπουργείο Πολιτισμού και στην κυρία Μενδώνη για την αμέριστη στήριξή τους στο έργο του Μεγάρου. Βρήκα ανθρώπους που ήταν ήδη η ψυχή του Μεγάρου, μια έτοιμη μαγιά που απλώς χρειαζόταν να φουσκώσει. Η εμπιστοσύνη είναι το κλειδί που ανοίγει όλες τις άλλες πόρτες. Και όταν οι αίθουσες γεμίζουν, ανοίγουν πιο εύκολα και οι πόρτες των χορηγών.
Υπήρξαν αστοχίες σε αυτή τη διαδρομή; Πράγματα που, αν γυρνούσατε τον χρόνο πίσω, δεν θα τα ξανακάνατε;
Ο ενθουσιασμός με έχει οδηγήσει καμιά φορά σε λάθος δρόμους. Θυμάμαι μια τρελή ιδέα που όμως πραγματοποιήσαμε: για το έτος Ξενάκη είχα φέρει τα κρουστά του Στρασβούργου να παίξουν τα έργα του. Ηταν συγκλονιστική συναυλία, αλλά ο κόσμος φοβήθηκε το όνομα του Ξενάκη και δεν ήρθε όσο περίμενα. Ισως αν ερχόταν λίγα χρόνια αργότερα, να ήταν σε πιο σίγουρα νερά. Παρ’ όλα αυτά, πιστεύω πως ο ενθουσιασμός τελικά υπερτερεί – είναι η ατμομηχανή που τραβάει το κοινό, τους εργαζομένους, τους καλλιτέχνες.
Μου είχατε πει παλαιότερα πως η μουσική χρειάζεται αρχή, μέση και τέλος, και πως αυτό σας βοήθησε στη ζωή. Υπήρξε στιγμή που η ζωή σας έχασε αυτή τη συνέχεια;
Ναι. Οταν μου έγινε η πρόταση για το Μέγαρο, ήμουν ακόμη στο Παρίσι και δεν είχα καν την οριστική υπογραφή – αυτή ήρθε τον Ιανουάριο. Παρ’ όλα αυτά, ενθουσιάστηκα τόσο πολύ που άρχισα να ψάχνω σπίτι στην Αθήνα πριν υπογράψω τίποτα. Ηταν τεράστιο ρίσκο, ένα «τέλος – μέση – αρχή» αντί για το κανονικό «αρχή – μέση – τέλος» που ακολουθώ πάντα. Δεν το έκανα από εγωισμό, αλλά από καθαρό ενθουσιασμό – εγώ δεν είχα σπουδάσει διαχείριση πολιτισμού, ήμουν πιανίστας που γύριζε τον κόσμο. Είχα όμως μολυνθεί από το μικρόβιο της οργάνωσης μέσα από το Ναύπλιο κι ήθελα να μάθω πώς είναι να είσαι ο οικοδεσπότης και όχι ο υποδεχόμενος καλλιτέχνης. Αυτό όμως προϋποθέτει να έχεις ξεπεράσει τις παιδικές ασθένειες ενός καλλιτέχνη – κυρίως τον εγωισμό. Ολοι οι καλλιτέχνες είμαστε εγωιστές· χωρίς αυτόν δεν μπορείς να ανέβεις σε μια σκηνή και να πιστέψεις, έστω για μιάμιση ώρα, ότι είσαι ο ίδιος ο Θεός. Το θέμα είναι, μόλις τελειώσει η παράσταση, να ξεκαβαλήσεις το άλογο. Αν μείνεις πάνω του, χάθηκες.
Ποιος ή τι σας ανάγκασε να δείτε τον εαυτό σας χωρίς την προστασία του ταλέντου σας;
Σαν καλλιτέχνης πρέπει να είσαι συνεχώς στραμμένος στον εαυτό σου, γιατί από εκεί αντλείς τη δύναμη – γίνεσαι ταυτόχρονα πομπός και δέκτης. Αν είσαι μόνο πομπός, δεν ξέρεις τι πραγματικά εκπέμπεις. Αυτό το «τρίτο αφτί» σε βοηθά να κόβεις τις στραβές που σου υπαγορεύει ο εγωισμός. Το κατάλαβα πραγματικά όταν έφυγα από τη μικρή πόλη όπου μεγάλωσα και βρέθηκα να σπουδάζω στη Βιέννη, στο Λονδίνο, στο Παρίσι. Εκεί κάνεις αναπόφευκτα τη σύγκριση με τους άλλους και καταλαβαίνεις πού πραγματικά βρίσκεσαι.
Ποια ήταν η στιγμή που καταλάβατε ότι βρισκόσασταν πραγματικά σε στραβό δρόμο;
Ηταν προς το τέλος των σπουδών μου στη Βιέννη, ύστερα από τέσσερα χρόνια εκεί. Κατάλαβα ότι η ερμηνεία που φανταζόμουν για ένα κομμάτι δεν ήταν αυτή που έβγαινε τελικά στην πράξη· ό,τι έπαιζα μου φαινόταν ξαφνικά κούφιο, επιφανειακό, επιπόλαιο. Ηταν μια πολύ δύσκολη αναγνώριση, αλλά με οδήγησε να αλλάξω καθηγήτρια και πόλη. Είχα την τύχη να βρω στο Λονδίνο τη Μαρία Κούρτσιο, μια σπουδαία παιδαγωγό του πιάνου, η οποία κατάλαβε αμέσως αυτό το αδιέξοδο. Μου μηδένισε το κοντέρ: έπρεπε να ξαναμάθω τα πάντα από την αρχή, αργές ασκήσεις, νέα βάση, παρόλο που ήμουν ήδη καταξιωμένος πιανίστας. Χρειάστηκε πολύ κουράγιο να δεχτώ αυτή τη μηδενική αφετηρία, αλλά χάρη σε αυτήν εξελίχθηκε πραγματικά το ταλέντο μου, ώσπου δεν έμεινε κενό ανάμεσα σε αυτό που συλλαμβάνω νοητικά και σε αυτό που βγαίνει τελικά από τα δάχτυλά μου. Εγκατέλειψα τον εγωισμό μου και σώθηκα. Ο εγωισμός γενικά δεν έκανε ποτέ κανένα καλό, αν όμως μπορέσεις να τον δαμάσεις και να τον κάνεις σύμμαχό σου, γίνεται κι αυτός ένα ακόμη κάρβουνο στην ατμομηχανή.
Φοβηθήκατε ποτέ ότι δεν είστε αρκετός;
Πάντα. Και πιστεύω πως αυτό είναι θεμελιώδες για έναν καλλιτέχνη – η ανασφάλεια πρέπει να υπάρχει, γιατί χάρη σε αυτή γίνεσαι καλύτερος. Η σιγουριά σκοτώνει την τέχνη. Οσο πιο πολύ αγωνιάς, τόσο πιο πολύ προχωράς.
Ποια αποτυχία σάς δίδαξε περισσότερα από τα βραβεία σας;
Δεν μπορώ να ξεχωρίσω μία, βλέπω μόνο το αποτέλεσμα, το «ζουμί» της αποτυχίας, που με έκανε αυτόν που είμαι σήμερα και μου επιτρέπει να επικοινωνώ πραγματικά με το κοινό. Τα «όχι» που έχω πάρει με ωρίμασαν, με βοήθησαν να καταλάβω ποιος είμαι σε σχέση με τους άλλους, και αυτό είναι κίνητρο, όχι τιμωρία.
Ποια ήταν η πιο δύσκολη περίοδος της ζωής σας;
Οταν δεν μπόρεσα να συνδυάσω, παλαιότερα, την προσωπική με την επαγγελματική ζωή. Η ζωή ενός καλλιτέχνη είναι εξαιρετικά ερημική – μια πορεία μέσα στην έρημο, θα έλεγα.
Σας έδωσε τελικά η μουσική ευτυχία;
Μου έδωσε τα πάντα, και αν ξαναγεννιόμουν θα διάλεγα πάλι αυτόν τον δρόμο. Δεν θα τον σύστηνα όμως σε κανένα αγαπημένο μου πρόσωπο, γιατί είναι εξαιρετικά απαιτητικός, σου παίρνει τα πάντα, πρέπει να δίνεσαι ψυχή τε και σώματι. Δεν είμαι συνεχώς ευτυχισμένος – είμαι ευτυχισμένος πού και πού. Δεν έχω κανένα απωθημένο, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν έχω τις δικές μου ανασφάλειες και αναζητήσεις. Αυτές, τελικά, είναι το ψωμί και το τυρί της ζωής μου.
Comments are closed.