- Advertisement -
Σοβαρές καταγγελίες κτηνοτρόφων της Θεσσαλίας για υπερκέρδη μεσαζόντων και στρεβλώσεις στην αγορά αμνοεριφίων έφτασαν στη Βουλή, όμως η απάντηση του Υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης δεν συνοδεύεται από ανακοίνωση ελέγχου ή συγκεκριμένων μέτρων.
Το Υπουργείο δηλώνει ότι ζητήματα αισχροκέρδειας, υπερβολικής κερδοφορίας και στρεβλώσεων στην εμπορία δεν ανήκουν στην αρμοδιότητά του και παραπέμπει στις υπηρεσίες του Υπουργείου Ανάπτυξης και στην Επιτροπή Ανταγωνισμού.
Με άλλα λόγια, οι κτηνοτρόφοι καταγγέλλουν ότι η διαφορά ανάμεσα στην τιμή παραγωγού και στην τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής καταλήγει στους ενδιάμεσους κρίκους της αγοράς, αλλά το αρμόδιο για την πρωτογενή παραγωγή υπουργείο δηλώνει ότι δεν μπορεί να εξετάσει το βασικό σκέλος των καταγγελιών.
Τι καταγγέλλουν οι κτηνοτρόφοι
Το θέμα τέθηκε στη Βουλή με ερώτηση του Κυριάκου Βελόπουλου, ο οποίος επικαλέστηκε ενημέρωση κτηνοτρόφων της Θεσσαλίας και της Συντονιστικής Επιτροπής Κτηνοτρόφων Θεσσαλίας.
Σύμφωνα με όσα μεταφέρονται στην ερώτηση, οι τιμές παραγωγού για αρνί και κατσίκι παραμένουν περίπου στα περσινά επίπεδα, ενώ οι καταναλωτές πληρώνουν ακριβότερα.
Οι καταγγελίες αφορούν, μεταξύ άλλων:
- αγορά ζώων μικρού βάρους, 7 έως 8 κιλών, ακόμη και κάτω από 10 ευρώ το κιλό,
- υποβάθμιση ζώων σε κατηγορίες χαμηλότερης ποιότητας,
- διάθεση προϊόντων χαμηλότερης αξίας σε υψηλότερες τιμές,
- εισαγωγές αμνοεριφίων από το εξωτερικό σε χαμηλές τιμές,
- απώλεια περίπου 10% στο τελικό βάρος λόγω απόρριψης εντοσθίων κατά τη σφαγή.
Οι κτηνοτρόφοι υποστηρίζουν ότι η αύξηση που πληρώνει ο καταναλωτής δεν φτάνει στον παραγωγό, αλλά απορροφάται στα ενδιάμεσα στάδια της αγοράς. Ζητούν κρατική παρέμβαση, επίσημη ενημέρωση και σαφές χρονοδιάγραμμα μέτρων.
Η απάντηση του Υπουργείου
Στην επίσημη απάντησή του, το Υπουργείο Αγροτικής Ανάπτυξης αναφέρει ότι οι τιμές παραγωγού στα αμνοερίφια κατά τα έτη 2025 και 2026 διατηρούνται σε «σχετικά υψηλά επίπεδα», μεταξύ 8 και 10 ευρώ το κιλό.
Αποδίδει τις διακυμάνσεις στην εποχικότητα, στη ζήτηση, στο βάρος των ζώων και στις ιδιαίτερες συνθήκες της αγοράς.
Για τις τιμές στα υπόλοιπα στάδια της αλυσίδας, το Υπουργείο σημειώνει ότι διαμορφώνονται στο πλαίσιο της ελεύθερης αγοράς και των κανόνων του ανταγωνισμού.
Όταν, όμως, η απάντηση φτάνει στις καταγγελίες περί αισχροκέρδειας και υπερβολικής κερδοφορίας, το ΥΠΑΑΤ δηλώνει ότι δεν είναι αρμόδιο.
Όπως αναφέρει, τα ζητήματα αυτά εξετάζονται από το Υπουργείο Ανάπτυξης και την Επιτροπή Ανταγωνισμού.
Παράλληλα, διευκρινίζει ότι οι πρακτικές που περιγράφονται στην κοινοβουλευτική ερώτηση δεν εμπίπτουν στο πεδίο του νόμου για τις αθέμιτες εμπορικές πρακτικές.
Το Υπουργείο προσθέτει ακόμη ότι μέχρι σήμερα δεν έχει υποβληθεί σχετική καταγγελία στην Επιτροπή Καταπολέμησης Αθέμιτων Εμπορικών Πρακτικών για τις τιμές παραγωγού σε αρνί και κατσίκι.
Το θέμα παραπέμπεται στο Υπουργείο Ανάπτυξης
Η ερώτηση διαβιβάστηκε τελικά στο Υπουργείο Ανάπτυξης, το οποίο καλείται πλέον να απαντήσει για το σκέλος των καταγγελιών που αφορά την εμπορία, τα περιθώρια κέρδους και πιθανές στρεβλώσεις στην αγορά.
Η απάντηση του ΥΠΑΑΤ, πάντως, αφήνει αναπάντητο το βασικό ερώτημα των κτηνοτρόφων: ποιος θα ελέγξει αν η μεγάλη απόσταση ανάμεσα στην τιμή που παίρνει ο παραγωγός και στην τιμή που πληρώνει ο καταναλωτής είναι δικαιολογημένη.
Οι κτηνοτρόφοι της Θεσσαλίας δεν ζητούν απλώς μια περιγραφή του τρόπου λειτουργίας της αγοράς. Καταγγέλλουν συγκεκριμένες πρακτικές και ζητούν έλεγχο.
Μέχρι στιγμής, η επίσημη απάντηση δεν ανακοινώνει ούτε έλεγχο ούτε μέτρα. Ανακοινώνει μόνο ποιος δεν είναι αρμόδιος.
Comments are closed.