- Advertisement -

Άννα Εμμανουήλ στα «ΝΕΑ»: «Η τέχνη του δρόμου γίνεται λαϊκή, όταν γίνεται συλλογική μνήμη»

Άννα Εμμανουήλ στα «ΝΕΑ»: «Η τέχνη του δρόμου γίνεται λαϊκή, όταν γίνεται συλλογική μνήμη»
1

- Advertisement -

Πρόσφατα, μαζί με τον Στράτο Μπόμπολο, ολοκληρώσατε στον Βόλο, μια τοιχογραφία στη μνήμη του Γιώργου Μαζωνάκη που πρόβαλε και το MEGA. Ποιο σκεπτικό έχει αυτό και πώς βλέπετε την έννοια της δημόσιας τέχνης;

Η τοιχογραφία στον Βόλο, μαζί με τον Στράτο Μπόμπολο, δεν γεννήθηκε ως μνημείο· γεννήθηκε ως ανάσα. Ο Γιώργος Μαζωνάκης ανήκε στον λαό με τον τρόπο που ανήκει το τραγούδι όταν το τραγουδάς χωρίς να το αποφασίζεις, όταν σου ξεφεύγει από τα χείλη καθώς περπατάς. Το σαρίκι, τα κόκκινα λουλούδια, ο στίχος «Ανήκω σε μένα και στα όνειρά μου» δεν είναι διακόσμηση· είναι η άρνηση του ανθρώπου να παραδοθεί μόνο στον χρόνο του σώματος. Η δημόσια τέχνη, όταν είναι αληθινή, δεν ζητά άδεια από τον περαστικό. Στέκεται εκεί όπου εκείνος ήδη στέκεται, και τον αναγκάζει να σταματήσει για μια στιγμή, όχι για να θαυμάσει, αλλά για να αναγνωρίσει κάτι δικό του που είχε ξεχάσει ότι του ανήκει. Ο τοίχος γίνεται τότε μέρος της καθημερινής διαδρομής, όπως είναι το πεζοδρόμιο ή η μυρωδιά του φούρνου. Δεν επιβάλλεται· συνυπάρχει.

Πώς είναι η πρώτη αντίδραση του κόσμου στο έργο και τι σημασία και ισχύ έχει για εσάς η street art;

Οι πρώτες αντιδράσεις είναι σχεδόν πάντα σωματικές. Κάποιος σταματά, κάποιος πλησιάζει, κάποιος βγάζει το τηλέφωνο, κάποιος απλώς χαμηλώνει το βλέμμα και συνεχίζει πιο αργά. Η street art έχει για μένα την ισχύ της αμεσότητας. Δεν περιμένει την επίσκεψη σε μουσείο, δεν απαιτεί εισιτήριο, δεν προστατεύεται από γυαλί. Εκτίθεται στον καιρό, στη σκόνη, στο χέρι που μπορεί να την αγγίξει ή να τη χαράξει. Αυτή η έκθεση είναι η δύναμή της. Οταν ο κόσμος αντιδρά, είτε με συγκίνηση είτε με αμηχανία, το έργο έχει ήδη κάνει αυτό που έπρεπε: έχει μπει στον ρυθμό του και δεν μπορεί πια να αφαιρεθεί από αυτόν χωρίς να αφήσει κενό.

Ποια η έννοια της λαϊκότητας και της αλληλόδρασης με το κοινό; Δεν είναι τυχαίο νομίζω πως κάνατε ένα έργο βασισμένο στον Γιώργο Μαζωνάκη, κατεξοχήν λαϊκό καλλιτέχνη…

Η λαϊκότητα δεν είναι απλοποίηση· είναι η ικανότητα ενός έργου να μιλάει σε ανθρώπους οι οποίοι δεν έχουν διαβάσει θεωρία, δεν έχουν πάει σε έκθεση, που όμως ξέρουν τι σημαίνει να ανήκεις κάπου και ταυτόχρονα να ανήκεις μόνο στον εαυτό σου. Ο Μαζωνάκης ήταν κατεξοχήν λαϊκός, γιατί δεν έκρυβε την καταγωγή του, δεν απομακρυνόταν από τη φωνή που τον μεγάλωσε. Η αλληλόδραση με το κοινό σε μια τοιχογραφία συμβαίνει χωρίς πρόγραμμα. Κάποιος θα σταθεί και θα πει τον στίχο φωναχτά. Κάποιος άλλος θα φωτογραφίσει τα λουλούδια. Κάποιος τρίτος θα περάσει βιαστικά και θα τον συνοδεύσει η εικόνα μέχρι το επόμενο φανάρι. Η τέχνη του δρόμου γίνεται λαϊκή, όταν παύει να είναι «του καλλιτέχνη» και γίνεται μέρος της συλλογικής μνήμης του τόπου.

Παράλληλα με τα εικαστικά, γράφετε. Ποίηση, μα και πρόσφατα μια νουβέλα («Σμιλεύοντας το Ονειρο», Εκδ. Ιωλκός),  μια λυρική αφήγηση όπως λέτε για τον Γιαννούλη Χαλεπά. Γιατί σας απασχολεί ο ιδιοφυής αυτός δημιουργός και με ποιο ερέθισμα εκκινήσατε να γράψετε; Ποίηση πότε πρωτογράψατε και με τι επιρροές;

Ο Γιαννούλης Χαλεπάς με απασχολεί γιατί είναι ο άνθρωπος που σμίλεψε, ενώ του απαγόρευαν να σμιλεύει. Η «Κοιμωμένη» δεν είναι μόνο γλυπτό· είναι η απόδειξη ότι η μορφή μπορεί να επιβιώσει, ακόμα κι όταν ο δημιουργός έχει καταστραφεί. Ξεκίνησα τη νουβέλα από ένα όνειρο όπου ένα μικρό κορίτσι με λευκό φόρεμα άφηνε ένα κατακόκκινο λουλούδι στο στήθος του αγάλματος και το μάρμαρο άρχιζε να αναπνέει. Δεν ήθελα να γράψω βιογραφία. Ηθελα να γράψω για τον καθρέφτη που γίνεται ο Χαλεπάς για όποιον προσπαθεί να δώσει μορφή σε κάτι που κινδυνεύει να τον θρυμματίσει. Ποίηση πρωτοέγραψα σχεδόν ταυτόχρονα με την ενηλικίωση. Οι επιρροές μου ήταν ο Καβάφης στην ακρίβεια του πόνου, ο Σεφέρης στη σιωπή ανάμεσα στους στίχους, και η ίδια η ελληνική γλώσσα όταν την αφήνεις να γίνει σώμα αντί για εργαλείο. Η συλλογή «Εστί Ηδονή» γεννήθηκε από την επιθυμία να ονομάσω αυτό που δεν λέγεται χωρίς να το προδώσεις.

Με ποιο κριτήριο οδηγείστε να γράψετε είτε πεζό είτε ποίηση;

Δεν υπάρχει κριτήριο εκ των προτέρων. Υπάρχει η μορφή που απαιτεί το ίδιο το υλικό. Οταν το συναίσθημα είναι θραύσμα, όταν η λέξη πρέπει να σταθεί μόνη και να αντέξει το βάρος της σιωπής γύρω της, τότε γίνεται ποίηση. Οταν χρειάζεται να αναπνεύσει μέσα στον χρόνο, να έχει σώμα, να περπατήσει από τη μία μέρα στην άλλη και να αφήσει ίχνη σκόνης, τότε γίνεται πεζό. Η ποίηση μου έμαθε να ακούω. Η πεζογραφία μού έμαθε να δίνω φωνή σε αυτό που άκουσα. Το ένα δεν αντικαθιστά το άλλο· το ένα προετοιμάζει το άλλο.

Βέβαια, η βασική σας επαγγελματική πορεία είναι στην ειδική αγωγή. Εχετε δε ειδίκευση και έχετε ασχοληθεί με άτομα με αισθητηριακές αναπηρίες. Πού βρίσκεται σήμερα η έννοια της πρόσβασης και στην εκπαίδευση και στην τέχνη και τι ακόμη έδαφος πρέπει να διανύσουμε;

Η πρόσβαση στην εκπαίδευση και στην τέχνη δεν είναι παραχώρηση· είναι η αναγνώριση ότι καμία μορφή δεν είναι πλήρης αν δεν μπορεί να την αγγίξει κι εκείνος που δεν τη βλέπει. Σήμερα έχουμε κάνει βήματα, κυρίως μέσα από εργαστήρια και μεμονωμένες πρωτοβουλίες, όμως το έδαφος που μένει να διανυθεί είναι ακόμα μεγάλο. Τα μουσεία εξακολουθούν να προστατεύουν τα έργα περισσότερο από τους ανθρώπους που θέλουν να τα γνωρίσουν. Τα σχολεία εξακολουθούν να διδάσκουν την τέχνη, ως θέαμα και όχι ως εμπειρία. Η ειδική αγωγή μού έμαθε ότι η πραγματική ένταξη αρχίζει, όταν σταματάμε να θεωρούμε την αφή προνόμιο και αρχίζουμε να τη θεωρούμε δικαίωμα.

Πώς θα έρθουν κοντά άτομα με ειδικές ανάγκες με την έννοια της τέχνης; Πείτε μας για το παράδειγμα της «Γκερνίκα».

Τα άτομα με αισθητηριακές αναπηρίες έρχονται κοντά στην τέχνη, όταν η τέχνη σταματά να τους αποκλείει από την αρχή. Στο παράδειγμα της «Γκερνίκα», η μετατροπή της σε ανάγλυφη μορφή δεν ήταν απλώς μια τεχνική προσαρμογή· ήταν η προσπάθεια να μεταφέρω την κραυγή του πίνακα στα δάχτυλα ενός παιδιού που δεν βλέπει. Οταν ένα χέρι ακολουθεί τις γραμμές του αλόγου, του παιδιού, της λάμπας, ο πόλεμος παύει να είναι εικόνα και γίνεται υφή, πίεση, κατεύθυνση. Η τέχνη που απαγορεύει την αφή είναι μισή. Οταν επιτρέπει το άγγιγμα, γίνεται ολόκληρη. Και τότε δεν χρειάζεται να «φέρεις» κανέναν κοντά της. Εκείνη είναι ήδη εκεί, στο ύψος του χεριού που την αναζητά.

- Post Down -

Comments are closed.