Washington Post: Γιατί οι ΗΠΑ δεν μπορούν να «λυγίσουν» το Ιράν – Πώς η θεωρία παιγνίων εξηγεί το αδιέξοδο

Γιατί οι ΗΠΑ, η πιο ισχυρή χώρα του κόσμου δυσκολεύεται να επιβληθεί στο Ιράν – ένα μικρότερο, αποδυναμωμένο κράτος – που έχει υποστεί οικονομικές κυρώσεις και στρατιωτικά πλήγματα;

Σύμφωνα με την ανάλυση του Φαρίντ Ζακάρια στη Washington Post, το πρόβλημα των Ηνωμένων Πολιτειών στον πόλεμο με το Ιράν μπορεί να εξηγηθεί μέσα από τη θεωρία παιγνίων. Ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ έχει επιλέξει ένα επικίνδυνο παιχνίδι σύγκρουσης, σαν δύο οδηγοί που κατευθύνονται ο ένας προς τον άλλον, περιμένοντας ποιος θα στρίψει πρώτος για να αποφύγει τη μετωπική σύγκρουση.

Όταν για τη μία πλευρά το διακύβευμα είναι υπαρξιακό και για την άλλη σαφώς μικρότερο, συνήθως επικρατεί εκείνη που έχει να χάσει τα περισσότερα. Για το ιρανικό καθεστώς, η ήττα θα μπορούσε να σημαίνει ανατροπή και σφαγή. Για τον Τραμπ, απλώς ένα κακό Σαββατοκύριακο στο Μαρ-α-Λάγκο.

Όπως σημειώνει ο Ζακάρια, είναι εύκολο να κατανοήσει κανείς γιατί οι Ιρανοί εμφανίζονται πιο διατεθειμένοι να «κλειδώσουν το τιμόνι» σε αυτό το παιχνίδι σύγκρουσης.

Το διαχρονικό δίλημμα των ΗΠΑ απέναντι στην Τεχεράνη

Πέρα από την τρέχουσα κρίση, υπάρχει ένας βαθύτερος λόγος για τον οποίο οι Ηνωμένες Πολιτείες δυσκολεύονται να διαχειριστούν το Ιράν. Από την εγκαθίδρυση του ισλαμικού καθεστώτος, η αμερικανική πολιτική απέναντι στην Τεχεράνη παραμένει διχασμένη.

Από τη μία, η Ουάσινγκτον επιδιώκει την επίλυση συγκεκριμένων ζητημάτων, όπως η απελευθέρωση ομήρων ή οι περιορισμοί στο πυρηνικό πρόγραμμα. Από την άλλη, στόχος της υπήρξε συχνά η ανατροπή του ίδιου του καθεστώτος, όχι η διαπραγμάτευση μαζί του.

Η αντίφαση αυτή διαπερνά την αμερικανική εξωτερική πολιτική εδώ και σχεδόν μισό αιώνα. Θέλει η Ουάσινγκτον να αλλάξει ορισμένες πολιτικές του Ιράν ή να αλλάξει το ίδιο το Ιράν;

Η διαπραγμάτευση συνεπάγεται αμοιβαίες υποχωρήσεις, ανταλλάγματα και αποκλιμάκωση της έντασης. Ωστόσο, με το να συνομιλεί με την Τεχεράνη, οι ΗΠΑ προσδίδουν νομιμοποίηση στην Ισλαμική Δημοκρατία, αναγνωρίζοντάς την ως θεσμικό συνομιλητή στη διεθνή σκηνή.

Αυτή η αποδοχή προκαλεί δυσφορία σε τμήμα της αμερικανικής ελίτ, που θεωρεί ότι η Ισλαμική Δημοκρατία είναι παράνομη και πως η μόνη ορθή πολιτική θα έπρεπε να είναι η ανατροπή της. Παρ’ όλα αυτά, υπάρχουν ζητήματα που μόνο το ίδιο το Ιράν μπορεί να επιλύσει. Ακόμη και ο πρόεδρος Ρόναλντ Ρίγκαν είχε διαπραγματευθεί μυστικά με τους Ιρανούς μουλάδες, ενώ δημόσια τους κατηγορούσε.

Οι αντιφάσεις της πολιτικής Τραμπ

Η ένταση αυτή αντικατοπτρίζεται στην πολιτική του Τραμπ. Μία ανάρτηση στα social media απειλεί να καταστρέψει τον ιρανικό πολιτισμό, ενώ την ίδια ημέρα μια άλλη κάνει λόγο για πρόοδο στις διαπραγματεύσεις με την Τεχεράνη.

Ο Τραμπ ξεκινά συνομιλίες και δηλώνει αισιοδοξία για συμφωνία, ενώ παράλληλα εξαπολύει επιθέσεις και καλεί τους Ιρανούς να ανατρέψουν την κυβέρνησή τους. Λίγες ημέρες αργότερα, υπόσχεται ότι το Ιράν θα έχει λαμπρό μέλλον αν αποδεχθεί τις απαιτήσεις του.

Όπως παρατηρεί ο Ζακάρια, αυτή η αντιφατική στάση δεν είναι πρωτόγνωρη στην αμερικανική διπλωματία.

Από τη Σοβιετική Ένωση στο Ιράν

Ανάλογες αντιφάσεις χαρακτήριζαν και τη στάση των ΗΠΑ απέναντι στη Σοβιετική Ένωση. Μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση του 1917, η Ουάσινγκτον διέκοψε τις σχέσεις με τη Μόσχα και επιχείρησε να ενισχύσει την ανατροπή των μπολσεβίκων.

Χρειάστηκαν δεκαέξι χρόνια μέχρι ο πρόεδρος Φράνκλιν Ντ. Ρούζβελτ να αναγνωρίσει επίσημα τη Σοβιετική Ένωση και να ανταλλάξει πρεσβευτές. Η ίδια ένταση επανήλθε μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, όταν η πολιτική διαπραγματεύσεων του Χένρι Κίσινγκερ δέχθηκε σφοδρές επικρίσεις από τη δεξιά, επειδή φαινόταν να ενισχύει το κύρος μιας «αυτοκρατορίας του κακού».

Ο Κίσινγκερ απαντούσε ότι οι ΗΠΑ είχαν ιδεολογικές διαφορές με τη Μόσχα, αλλά και συγκεκριμένα εθνικά συμφέροντα, όπως ο έλεγχος των πυρηνικών όπλων, που απαιτούσαν συμφωνίες.

Η συμφωνία Ομπάμα και η επιστροφή των σκληροπυρηνικών

Στη συζήτηση για το Ιράν, το αντίστοιχο του Κίσινγκερ υπήρξε ο πρόεδρος Μπαράκ Ομπάμα. Η κυβέρνησή του επέλεξε να συνεργαστεί με το υπάρχον καθεστώς, κρίνοντας ότι η μεγαλύτερη απειλή για τα αμερικανικά συμφέροντα ήταν το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.

Η πυρηνική συμφωνία αποτέλεσε προσπάθεια περιορισμού του κινδύνου και, όπως σημειώνει ο Ζακάρια, πέτυχε τον στόχο της. Ωστόσο, για πολλούς στη δεξιά, η συμφωνία νομιμοποιούσε το καθεστώς. Ο Τραμπ απέσυρε τις ΗΠΑ από αυτήν, αποδυναμώνοντας τον πρόεδρο Χασάν Ρουχανί και ενισχύοντας τους σκληροπυρηνικούς στην Τεχεράνη.

Οι τελευταίοι επιτάχυναν το πρόγραμμα εμπλουτισμού ουρανίου, επαναφέροντας τον Τραμπ στο ίδιο δίλημμα: συμφωνία ή σκληρή στάση;

Το μεγάλο έπαθλο για την Τεχεράνη

Σε αυτό το σημείο, είναι σαφές ότι ο Τραμπ επιδιώκει μια συμφωνία. Ωστόσο, στην προσπάθειά του αυτή, ενδέχεται να προσφέρει στην Ισλαμική Δημοκρατία το πολυπόθητο έπαθλο: την πλήρη αποδοχή της, ακόμη και από τα πιο σκληροπυρηνικά στοιχεία των Ηνωμένων Πολιτειών.

Για την Τεχεράνη, αυτό αποτελεί ανεκτίμητη νίκη που αξίζει κάθε παραχώρηση.