To περιβαλλοντικό κόστος του πολέμου στην Ουκρανία ξεπερνά τα 134 δισ. ευρώ

Όταν ξέσπασε η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία τον Φεβρουάριο του 2022, η παγκόσμια προσοχή στράφηκε κυρίως στις ανθρώπινες απώλειες, στις στρατιωτικές επιχειρήσεις και στις γεωπολιτικές συνέπειες της σύγκρουσης. Ωστόσο, πίσω από τις εικόνες των βομβαρδισμένων πόλεων και των εκατομμυρίων προσφύγων εξελίσσεται μια λιγότερο ορατή αλλά εξίσου δραματική τραγωδία: η καταστροφή του φυσικού περιβάλλοντος της Ουκρανίας.

Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλείται ο Επίτροπος Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων της ουκρανικής Βουλής Ντμίτρο Λούμπινετς, οι περιβαλλοντικές ζημιές που έχουν προκληθεί από τη ρωσική εισβολή ανέρχονται πλέον σε 6,9 τρισεκατομμύρια γρίβνια, ποσό που αντιστοιχεί σε περίπου 134 δισεκατομμύρια ευρώ. Τα στοιχεία προέρχονται από το Κέντρο Περιβαλλοντικών Πρωτοβουλιών «Ecodia», έναν από τους σημαντικότερους ανεξάρτητους περιβαλλοντικούς οργανισμούς της χώρας, ο οποίος καταγράφει συστηματικά τις επιπτώσεις του πολέμου στη φύση και στα οικοσυστήματα.

Το μέγεθος της καταστροφής γίνεται αντιληπτό όταν εξετάσει κανείς την ανάλυση των δεδομένων. Σχεδόν 77,5 δισεκατομμύρια ευρώ αφορούν προστατευόμενες φυσικές περιοχές, δάση, εθνικά πάρκα και οικοσυστήματα που έχουν καταστραφεί ή υποστεί σοβαρές ζημιές. Επιπλέον, περίπου 38,7 δισεκατομμύρια ευρώ αντιστοιχούν στη ρύπανση και υποβάθμιση των εδαφών, τα οποία σε πολλές περιπτώσεις έχουν μολυνθεί από καύσιμα, βαρέα μέταλλα, χημικά κατάλοιπα και εκρηκτικές ύλες.

Για τους Ουκρανούς αξιωματούχους, όμως, οι αριθμοί αυτοί αποτυπώνουν μόνο ένα μέρος της πραγματικότητας. Όπως σημειώνει ο Λούμπινετς, πίσω από τα οικονομικά μεγέθη κρύβεται μια απώλεια που δεν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα. Μιλά για ένα «κλεμμένο καλοκαίρι» στη Μαύρη Θάλασσα, όπου οι επιθέσεις σε λιμάνια, αποθήκες καυσίμων και υποδομές μεταφορών έχουν προκαλέσει εκτεταμένες διαρροές πετρελαιοειδών. Σύμφωνα με τις ουκρανικές εκτιμήσεις, οι πετρελαιοκηλίδες έχουν επηρεάσει θαλάσσιες εκτάσεις που φτάνουν έως και τα 800 τετραγωνικά χιλιόμετρα, προκαλώντας σοβαρές επιπτώσεις στα θαλάσσια οικοσυστήματα, στους πληθυσμούς ψαριών, στα θαλάσσια πτηνά και στη βιοποικιλότητα της περιοχής.

Η περιβαλλοντική διάσταση του πολέμου δεν περιορίζεται στη θάλασσα. Οι βομβαρδισμοί βιομηχανικών εγκαταστάσεων, αποθηκών καυσίμων, χημικών μονάδων και ενεργειακών υποδομών έχουν δημιουργήσει ένα μωσαϊκό περιβαλλοντικών κινδύνων που εκτείνεται σε ολόκληρη τη χώρα. Σε πολλές περιοχές, γεωργικές εκτάσεις παραμένουν ακατάλληλες για καλλιέργεια λόγω της παρουσίας ναρκών και πυρομαχικών, ενώ η ρύπανση του εδάφους απειλεί τη μακροπρόθεσμη παραγωγική ικανότητα μιας χώρας που θεωρείται ένας από τους σημαντικότερους σιτοβολώνες του πλανήτη.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλούν και οι επιπτώσεις στους υδάτινους πόρους. Οι ουκρανικές αρχές υπενθυμίζουν συχνά το περιστατικό που αφορούσε το υδροηλεκτρικό σύστημα του Δνείστερου, όταν διαρροές λιπαντικών ουσιών δημιούργησαν κίνδυνο για την ποιότητα του πόσιμου νερού. Το γεγονός ανέδειξε μια από τις πλέον ανησυχητικές πτυχές του πολέμου: την απειλή για την πρόσβαση εκατομμυρίων ανθρώπων σε ασφαλές και καθαρό νερό. Οι συνέπειες δεν περιορίζονται μόνο στην Ουκρανία, αλλά επεκτείνονται και σε γειτονικές χώρες όπως η Μολδαβία, αποδεικνύοντας ότι οι περιβαλλοντικές κρίσεις δεν γνωρίζουν εθνικά σύνορα.

Η καταστροφή των φυσικών οικοσυστημάτων αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι η Ουκρανία διαθέτει ορισμένες από τις σημαντικότερες προστατευόμενες περιοχές της Ευρώπης. Δάση, υγρότοποι, ποτάμια και σπάνια οικοσυστήματα έχουν βρεθεί στην πρώτη γραμμή των συγκρούσεων, με αποτέλεσμα να κινδυνεύουν πληθυσμοί ζώων και φυτών που αποτελούν μέρος της ευρωπαϊκής φυσικής κληρονομιάς. Η καταστροφή δεν αφορά μόνο μια χώρα που βρίσκεται σε πόλεμο αλλά ολόκληρη την ήπειρο, καθώς η απώλεια βιοποικιλότητας έχει επιπτώσεις που εκτείνονται πολύ πέρα από τα ουκρανικά σύνορα.

Παράλληλα, η Ουκρανία κατηγορεί τη Ρωσία όχι μόνο για την καταστροφή φυσικών πόρων αλλά και για την εκμετάλλευσή τους. Σύμφωνα με ουκρανικές αναφορές, περισσότερα από δύο εκατομμύρια τόνοι ουκρανικών σιτηρών φέρονται να αφαιρέθηκαν από κατεχόμενες περιοχές και να πωλήθηκαν ως ρωσικά προϊόντα μέσα στο 2025, εντείνοντας τη διαμάχη γύρω από την οικονομική και περιβαλλοντική διάσταση της σύγκρουσης.

Οι περιβαλλοντικές οργανώσεις επισημαίνουν ότι το πραγματικό κόστος του πολέμου ίσως αποδειχθεί ακόμη μεγαλύτερο από τις σημερινές εκτιμήσεις. Η απορρύπανση εδαφών, η αποκατάσταση δασών, η αναγέννηση υγροτόπων και η επαναφορά των οικοσυστημάτων σε μια φυσιολογική κατάσταση είναι διαδικασίες που απαιτούν όχι μόνο τεράστιους οικονομικούς πόρους αλλά και δεκαετίες συστηματικής προσπάθειας. Σε ορισμένες περιπτώσεις, οι ζημιές μπορεί να αποδειχθούν μη αναστρέψιμες.

Η ουκρανική πλευρά υποστηρίζει ότι η Ρωσία θα πρέπει να λογοδοτήσει για κάθε ποτάμι που μολύνθηκε, για κάθε δάσος που κάηκε και για κάθε τετραγωνικό μέτρο γης που καταστράφηκε. Πέρα από τις νομικές και πολιτικές διαστάσεις, το ζήτημα ανοίγει μια ευρύτερη συζήτηση για τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζεται το περιβάλλον σε καιρό πολέμου. Σε μια εποχή που η κλιματική κρίση και η απώλεια βιοποικιλότητας αποτελούν ήδη παγκόσμιες προκλήσεις, η καταστροφή ενός ολόκληρου φυσικού συστήματος από μια πολεμική σύγκρουση αποκτά διαστάσεις που υπερβαίνουν τα όρια μιας χώρας και αγγίζουν ολόκληρη τη διεθνή κοινότητα.

Ο πόλεμος στην Ουκρανία δεν διεξάγεται μόνο στα χαρακώματα, στους ουρανούς ή στις διπλωματικές αίθουσες. Διεξάγεται και στα δάση, στα ποτάμια, στις καλλιέργειες και στις θάλασσες. Και οι πληγές που αφήνει πίσω του στο περιβάλλον ενδέχεται να παραμείνουν ανοιχτές πολύ περισσότερο από όσο θα διαρκέσουν οι ίδιες οι στρατιωτικές επιχειρήσεις.