Scope Ratings: Κρίσιμο τεστ για την Ευρώπη οι εκλογές του 2027 – Οι προκλήσεις της Γαλλίας και η αναβάθμιση της Ελλάδας

Την ανησυχία του για τις κοινωνικές και πολιτικές εντάσεις που σημειώνονται σε χώρες της Ευρωζώνης εξέφρασε ο οίκος αξιολόγησης Scope Ratings, τονίζοντας ότι η ευρωπαϊκή ήπειρος περνά δυσκολίες και η Γαλλία είναι το «κλειδί» για την αλλαγή, ενώ η Ελλάδα αναφέρεται ως παράδειγμα που κατάφερε να ξεπεράσει την οικονομική κρίση και να προχωρήσει σε εξυγίανση των δημοσιονομικών της.

Ο επικεφαλής του Τομέα Κρατικών και Δημόσιων Φορέων του Scope Ratings, Αλβίζε Λενκ-Γιουνούς, τόνισε ανάμεσα σε άλλα ότι πέρα από τις δεδομένες οικονομικές δυσκολίες, οι εκλογές που θα γίνουν εντός του 2027 στην Ευρώπη και ειδικά στη Γαλλία, αναμένεται να παίξουν σημαντικό ρόλο για το οικονομικό μέλλον της Ευρώπης.

Ο οίκος προβλέπει ότι το δημόσιο χρέος της Γαλλίας θα φτάσει στο 130% του ΑΕΠ της έως το 2031, ακόμη και με ανάπτυξη περίπου 1,1% έως το 2031, βελτίωση του πρωτογενούς ισοζυγίου κατά περίπου μία ποσοστιαία μονάδα σε σχέση με το 2025 και χωρίς πρόσθετους κραδασμούς, αναδεικνύοντας τις δυσκολίες δημοσιονομικής προσαρμογής που αντιμετωπίζει η δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία της Ευρωζώνης.

Σύμφωνα με την ανάλυση του Αλβίζε Λενκ-Γιουνού, η Γαλλία αποτελεί τη σημαντικότερη περίπτωση που πρέπει να παρακολουθήσει η Ευρώπη τον επόμενο χρόνο, καθώς οι δημοσιονομικές πιέσεις και ο πολιτικός κατακερματισμός της χώρας συνδέονται άμεσα με την ευρύτερη πιστοληπτική προοπτική της περιοχής και την ικανότητα των ευρωπαϊκών κρατών να διατηρήσουν κοινή πολιτική κατεύθυνση.

Η δημοσιονομική πρόκληση της Γαλλίας

Ο Scope Ratings, η οποία υποβάθμισε τον Σεπτέμβριο τη Γαλλία σε A+ με σταθερές προοπτικές, εκτιμά ότι η χώρα θα συνεχίσει να αντιμετωπίζει σημαντικές δυσκολίες στη μείωση των δημοσιονομικών της ελλειμμάτων. Η αδυναμία διαδοχικών κυβερνήσεων να εξυγιάνουν τα δημόσια οικονομικά αποτυπώνεται και στο γεγονός ότι ο τελευταίος πλεονασματικός προϋπολογισμός της Γαλλίας καταγράφηκε το 1974.

Σύμφωνα με τον οίκο, ένας προϋπολογισμός που θα εξασφάλιζε την προβλεπόμενη από την κυβέρνηση εξοικονόμηση 54 δισ. ευρώ θα αποτελούσε ένα πρώτο βήμα, ωστόσο για τη σταθεροποίηση του λόγου δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ απαιτούνται μόνιμα μέτρα ύψους τουλάχιστον 100 έως 120 δισ. ευρώ.

Ιδιαίτερα επιβαρυντική για τη δημοσιονομική εικόνα της χώρας είναι και η αναμενόμενη αύξηση του κόστους εξυπηρέτησης του χρέους. Η Scope προβλέπει ότι οι καθαρές δαπάνες για τόκους θα ανέλθουν περίπου στο 3,6% του ΑΕΠ το 2031, αντιστοιχώντας στο 6,7% των κρατικών εσόδων, από περίπου 2% του ΑΕΠ και 3,8% των εσόδων το 2025.

Με βάση αυτές τις εκτιμήσεις, η εξυπηρέτηση του χρέους θα εξελιχθεί σε μία από τις ταχύτερα αυξανόμενες κατηγορίες δημοσίων δαπανών, περιορίζοντας σημαντικά τα περιθώρια δημοσιονομικών παρεμβάσεων, όπως επισημαίνεται στην ανάλυση του Scope Ratings, που εκτιμά ακόμα ότι οι κοινωνικές αναταραχές που εκδηλώθηκαν στη Γαλλία τα προηγούμενα Σαββατοκύριακα αναδεικνύουν, σύμφωνα με την ανάλυση, τον τρόπο με τον οποίο ο πολιτικός κατακερματισμός, η περιορισμένη ανάπτυξη και οι δημοσιονομικές πιέσεις μπορούν να τροφοδοτήσουν κοινωνική δυσαρέσκεια.

Το πολιτικό ρίσκο για την Ευρώπη

Η Scope Ratings εκτιμά ότι ο σημαντικότερος κίνδυνος για την πιστοληπτική προοπτική της Ευρώπης δεν είναι η οικονομική της δυναμικότητα, αλλά η δυνατότητα διατήρησης της πολιτικής συνοχής και λήψης αποφασιστικών μέτρων για την αντιμετώπιση των προκλήσεων. Παρότι η Ευρώπη έχει ανταποκριθεί αποτελεσματικά μέχρι σήμερα στην υποστήριξη της Ουκρανίας, το ερώτημα είναι εάν τα κράτη-μέλη μπορούν να διατηρήσουν μεγαλύτερο συντονισμό και να προχωρήσουν σε πιο τολμηρές αποφάσεις για την αντιμετώπιση των χρόνιων διαρθρωτικών αδυναμιών.

Στο οικονομικό πεδίο, όπως τονίζει ο οίκος αξιολόγησης, η ΕΕ υστερεί έναντι των ΗΠΑ κυρίως σε δύο τομείς, την τεχνολογία και την ενέργεια. Από το 1999, οι δύο οικονομίες επενδύουν κατά μέσο όρο το ίδιο ποσοστό, περίπου 21% του ΑΕΠ ετησίως, ωστόσο οι ΗΠΑ διαθέτουν το 3,5% του ετήσιου ΑΕΠ τους για έρευνα και ανάπτυξη, έναντι 2% στην Ευρώπη, εξασφαλίζοντας παράλληλα τη δυνατότητα παραγωγής προηγμένων τεχνολογιών σε μεγάλη κλίμακα.

Στον ενεργειακό τομέα, η μεγάλη εξάρτηση της Ευρώπης από τις εισαγωγές την καθιστά περισσότερο ευάλωτη από τις ΗΠΑ σε διαταραχές του εφοδιασμού και διακυμάνσεις των τιμών, όπως ανέδειξαν η ρωσική εισβολή στην Ουκρανία και ο πόλεμος στο Ιράν. Το διαρθρωτικά υψηλότερο ενεργειακό κόστος επιβαρύνει την ανταγωνιστικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων.

Για τη γεφύρωση αυτών των διαφορών απαιτείται ανακατανομή υφιστάμενων πόρων, μεταξύ άλλων και εντός του κοινοτικού προϋπολογισμού, καθώς και προώθηση διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων, όπως η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων.

Παράλληλα, η ανάπτυξη της δυνατότητας παραγωγής σε μεγάλη κλίμακα προϋποθέτει την παραχώρηση μέρους της εθνικής κυριαρχίας σε πολιτικά ευαίσθητους τομείς, γεγονός που εξηγεί και τη βραδεία εφαρμογή των συστάσεων της έκθεσης Ντράγκι.

Η αναβάθμιση της Ελλάδας

Η οικονομική κατάσταση στην Ευρώπη, πάντως, δεν είναι παντού εξίσου αδύναμη, όπως αναφέρεται στην ανάλυση. Οι σκανδιναβικές χώρες, η Πολωνία, η Ισπανία και η Ολλανδία εμφανίζουν σταθερούς ρυθμούς ανάπτυξης, που στηρίζονται σε σταδιακές μεταρρυθμίσεις και στη θετική καθαρή μετανάστευση.

Παράλληλα, η Ελλάδα, η Κύπρος, η Πορτογαλία και η Ισπανία έχουν προχωρήσει τα τελευταία χρόνια σε εξυγίανση των δημόσιων οικονομικών τους, εξέλιξη που αποτυπώνεται και στις πρόσφατες αναβαθμίσεις από τη Scope Ratings.

Τον Σεπτέμβριο ο οίκος αναβάθμισε την Πορτογαλία και την Ισπανία σε A+ με σταθερές προοπτικές, ενώ η Ελλάδα αναβαθμίστηκε σε BBB+, επίσης με σταθερές προοπτικές.

Οι σημαντικότεροι περιορισμοί στην ανάπτυξη και στα δημόσια οικονομικά εντοπίζονται σε εθνικό επίπεδο. Η Γερμανία αντιμετωπίζει χαμηλή ανάπτυξη, περίπου 1% φέτος, ενώ η Ιταλία καλείται να διατηρήσει την πολιτική σταθερότητα και να εφαρμόσει αποτελεσματικά επενδύσεις και μεταρρυθμίσεις και μετά το πρόγραμμα NextGenerationEU (NGEU), προκειμένου να ενισχύσει την παραγωγικότητά της.

Οι εκλογές του 2027 και το ενδεχόμενο πολιτικού αδιεξόδου

Καθοριστική για τις προοπτικές της Γαλλίας θεωρείται η εκλογική αναμέτρηση του 2027, καθώς θα δείξει εάν μπορεί να προκύψει πολιτική σύνθεση ικανή να εφαρμόσει ένα πολυετές πρόγραμμα δημοσιονομικής προσαρμογής.

Σύμφωνα με την ανάλυση του οίκου αξιολόγησης, δύο είναι τα βασικά ερωτήματα που θα καθορίσουν τις εξελίξεις. Το πρώτο αφορά το πρόσωπο που θα βρεθεί απέναντι στη Μαρίν Λεπέν στον δεύτερο γύρο των προεδρικών εκλογών, καθώς η υποψήφια της ακροδεξιάς συγκεντρώνει περίπου 37% έως 38% στην πρόθεση ψήφου για τον πρώτο γύρο, προηγούμενη κατά περίπου 20 ποσοστιαίες μονάδες από τους πλησιέστερους αντιπάλους της. Το δεύτερο ερώτημα αφορά το κατά πόσο ο πρόεδρος που θα εκλεγεί θα διαθέτει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.

Το βασικό σενάριο του οίκου προβλέπει ότι ο επόμενος πρόεδρος της Γαλλίας θα βρεθεί αντιμέτωπος με ένα διχασμένο κοινοβούλιο, γεγονός που θα δυσχεράνει την εφαρμογή φιλόδοξων μεταρρυθμίσεων και μέτρων δημοσιονομικής εξυγίανσης. Ο οίκος διαχωρίζειτους δύο κινδύνους, τονίζοντας πως ένα κατακερματισμένο κοινοβούλιο θα περιόριζε τη δυνατότητα δημοσιονομικής προσαρμογής ανεξάρτητα από τον νικητή, ενώ το πρόσωπο που θα αναλάβει την προεδρία θεωρείται καθοριστικό για τη διατήρηση της ευρωπαϊκής ενότητας.

Το ενδεχόμενο προεδρίας Λεπέν

Μια ενδεχόμενη εκλογή της Μαρίν Λεπέν στην προεδρία θα μπορούσε να έχει ευρύτερες συνέπειες για την πολιτική συνοχή της Ευρώπης, ανάλογα με τις προτεραιότητες που θα επέλεγε να προωθήσει. Σύμφωνα με την ανάλυση, εάν επικεντρωνόταν σε αυστηρότερη μεταναστευτική πολιτική και σε επιβράδυνση της πράσινης μετάβασης, η Ευρωπαϊκή Ένωση θα μπορούσε τελικά να προσαρμοστεί, όπως έχει συμβεί και με την κυβέρνηση της Τζόρτζια Μελόνι στην Ιταλία.

Διαφορετικές και σοβαρότερες θα ήταν οι επιπτώσεις εάν επιδίωκε να ικανοποιήσει τις απαιτήσεις του Βλαντίμιρ Πούτιν για την Ουκρανία και να ανατρέψει θεσμικές ρυθμίσεις δεκαετιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης, συμπεριλαμβανομένων εκείνων που αφορούν τον κοινοτικό προϋπολογισμό και την Ενιαία Αγορά. Ένα τέτοιο ενδεχόμενο, κατά τον Scope Ratings, θα υπονόμευε την ευρωπαϊκή συνοχή και τη διεθνή θέση της Ευρώπης, πλήττοντας παράλληλα την εμπιστοσύνη των επενδυτών στο ευρώ, στις ευρωπαϊκές τράπεζες και στις επιχειρήσεις.

Όσον αφορά την πιστοληπτική αξιολόγηση της ίδιας της Γαλλίας, οι σταθερές προοπτικές αντανακλούν την εκτίμηση του Scope ότι οι κίνδυνοι παραμένουν ισορροπημένοι σε ορίζοντα 12 έως 18 μηνών. Ωστόσο, ο οίκος επισημαίνει ότι θα μπορούσαν να προκύψουν πρόσθετοι καθοδικοί κίνδυνοι εάν το δημόσιο χρέος συνέχιζε να αυξάνεται μεσοπρόθεσμα, εάν οι προοπτικές διακυβέρνησης επιδεινώνονταν σημαντικά ή εάν μεγάλες αλλαγές πολιτικής αμφισβητούσαν τον ηγετικό ρόλο της Γαλλίας στην Ευρώπη.

Λόγω της οικονομικής και πολιτικής βαρύτητας της Γαλλίας, αλλά και της σημασίας της στις κεφαλαιαγορές, ο Scope εκτιμά ότι, σε ένα σενάριο κρίσης, οι ευρωπαϊκοί θεσμοί, συμπεριλαμβανομένης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), θα χρησιμοποιούσαν έκτακτα εργαλεία για τη στήριξη της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας.

Μια τέτοια παρέμβαση θα τελούσε υπό την προϋπόθεση της ευρείας συμμόρφωσης με τους οικονομικούς και δημοσιονομικούς στόχους της ΕΕ. Παράλληλα, ο οίκος αναμένει στήριξη από την ΕΚΤ και σε περίπτωση αδικαιολόγητων κινήσεων στις αγορές που θα επηρέαζαν τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.

Η ευρωπαϊκή υποστήριξη θα μπορούσε να προσφέρει περισσότερο χρόνο στη Γαλλία, καθώς και ένα χρήσιμο πλαίσιο πολιτικής και σταθερό σημείο αναφοράς, χωρίς όμως να υποκαθιστά την ανάγκη εφαρμογής μεταρρυθμίσεων στο εσωτερικό της χώρας.

Για τον λόγο αυτό, η πορεία των γαλλικών δημόσιων οικονομικών, οι προεδρικές εκλογές του Απριλίου και του Μαΐου 2027 και οι πολιτικοί συσχετισμοί που θα διαμορφωθούν μετά την αναμέτρηση θεωρούνται καθοριστικοί τόσο για την πιστοληπτική προοπτική της Γαλλίας όσο και για την ικανότητα της Ευρώπης να ενεργεί με συνοχή.

To άρθρο Scope Ratings: Κρίσιμο τεστ για την Ευρώπη οι εκλογές του 2027 – Οι προκλήσεις της Γαλλίας και η αναβάθμιση της Ελλάδας δημοσιεύτηκε στο NewsIT .