Νέες διαστάσεις λαμβάνει η υπόθεση της φερόμενης μεγάλης φορολογικής απάτης που συνδέεται με το δίκτυο καταστημάτων της Pizza Fan, καθώς οι πρώτοι δέκα κατηγορούμενοι οδηγήθηκαν το πρωί της Δευτέρας 26 Οκτωβρίου στα δικαστήρια της πρώην Σχολής Ευελπίδων, προκειμένου να απολογηθούν ενώπιον του ανακριτή. Στο επίκεντρο της έρευνας βρίσκεται ένας μηχανισμός που, σύμφωνα με τα στοιχεία της δικογραφίας, επέτρεπε την ολοκλήρωση παραγγελιών χωρίς την έκδοση των προβλεπόμενων φορολογικών παραστατικών. Οι οικονομικές διαστάσεις που αποδίδουν οι Αρχές στην υπόθεση είναι ιδιαίτερα μεγάλες. Για την περίοδο από το 2016 έως το 2026, η αποκρυβείσα φορολογητέα ύλη εκτιμάται ότι ξεπερνά τα 140 εκατομμύρια ευρώ, ενώ οι φόροι που φέρονται να μην αποδόθηκαν υπερβαίνουν τα 35 εκατομμύρια ευρώ.
Πρόκειται, ωστόσο, για προσωρινούς υπολογισμούς της προανακριτικής έρευνας, καθώς εκκρεμούν οι τελικές φορολογικές εκθέσεις και η ολοκλήρωση των ψηφιακών πραγματογνωμοσυνών. Συνολικά, στη δικογραφία περιλαμβάνονται 126 κατηγορούμενοι, μεταξύ των οποίων ιδιοκτήτες και διαχειριστές καταστημάτων franchise, στελέχη, λογιστές και πρόσωπα που συνδέονται με τη μηχανογραφική υποστήριξη του δικτύου. Οι διώξεις που έχουν ασκηθεί αφορούν, κατά περίπτωση, κακουργηματικές πράξεις σχετικές με εγκληματική οργάνωση, φοροδιαφυγή, συνέργεια και νομιμοποίηση εσόδων από εγκληματικές δραστηριότητες.
Η λειτουργία «κέρασμα» και οι παραγγελίες που φέρονται να έμεναν χωρίς απόδειξη
Σύμφωνα με το αστυνομικό πόρισμα που επικαλείται το δημοσίευμα, ο φερόμενος μηχανισμός φοροδιαφυγής βασιζόταν σε μια πρόσθετη δυνατότητα του συστήματος διαχείρισης παραγγελιών. Οι πελάτες πραγματοποιούσαν κανονικά τις αγορές τους, είτε τηλεφωνικά είτε μέσω διαδικτύου, και οι παραγγελίες προωθούνταν στα αντίστοιχα καταστήματα για εκτέλεση. Το κρίσιμο σημείο εντοπιζόταν στη διαδικασία έκδοσης της απόδειξης. Εκτός από τις συνηθισμένες επιλογές για πληρωμή με κάρτα, μετρητά ή ακύρωση, σε ορισμένες περιπτώσεις εμφανιζόταν, σύμφωνα με τους ερευνητές, μια επιπλέον λειτουργία με την ονομασία «κέρασμα-απόδειξη».
Η συγκεκριμένη επιλογή φέρεται να επέτρεπε την ολοκλήρωση μιας πληρωμένης παραγγελίας χωρίς την έκδοση του νόμιμου φορολογικού στοιχείου για το σύνολο των προϊόντων. Έτσι, η πραγματική συναλλαγή παρέμενε καταχωρισμένη στα εσωτερικά συστήματα, αλλά δεν αποτυπωνόταν με τον προβλεπόμενο τρόπο στα φορολογικά δεδομένα. Σύμφωνα με τις πληροφορίες της δικογραφίας, η δυνατότητα αυτή εμφανιζόταν υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, που σχετίζονταν με την αξία της παραγγελίας, τον τρόπο πληρωμής και το αν επρόκειτο για διανομή ή παραλαβή από το κατάστημα. Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η καταγγελλόμενη χρήση δελτίων παραγγελίας στη θέση των κανονικών αποδείξεων.
Σε ορισμένες περιπτώσεις, τα έγγραφα που παραδίδονταν στους πελάτες φέρονταν να περιλαμβάνουν ακόμη και κωδικό QR, ο οποίος όμως οδηγούσε στα στοιχεία της παραγγελίας και όχι απαραίτητα στο αντίστοιχο φορολογικό παραστατικό. Στο πόρισμα αναφέρεται επίσης η φράση «χτυπάτε 80, δεν χτυπάτε 20», η οποία φέρεται να αποτύπωνε την πρακτική έκδοσης αποδείξεων για το μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών, αφήνοντας ένα ποσοστό εκτός της νόμιμης καταγραφής. Οι ερευνητές υπολογίζουν ότι οι πωλήσεις χωρίς τα προβλεπόμενα παραστατικά αντιστοιχούσαν κατά μέσο όρο περίπου στο 21% για την εξεταζόμενη δεκαετία, με διαφοροποιήσεις ανά κατάστημα και χρονική περίοδο.
Καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της έρευνας φέρεται να διαδραμάτισε καταγγελία εργαζομένου, η οποία αφορούσε τόσο πιθανές παραβάσεις της ασφαλιστικής νομοθεσίας όσο και συναλλαγές χωρίς αποδείξεις. Ακολούθησαν αστυνομικές έρευνες, παρακολουθήσεις και έλεγχοι οικονομικών στοιχείων. Σύμφωνα με τις ίδιες πληροφορίες, στα κεντρικά λογιστικά αρχεία εντοπίστηκαν ηλεκτρονικές καταγραφές που διαχώριζαν τις πωλήσεις με νόμιμα παραστατικά από εκείνες που φέρονταν να μην είχαν δηλωθεί. Αυτά τα στοιχεία περιγράφονται από τις Αρχές ως εσωτερικά «διπλά βιβλία» και εξετάζονται για να προσδιοριστεί η πραγματική οικονομική δραστηριότητα των εμπλεκόμενων καταστημάτων.
Τα 92 ρολόγια, τα μετρητά και οι καταγγελίες για πιέσεις στους καταστηματάρχες
Σημαντικό μέρος της δικογραφίας αφορά τον ρόλο που αποδίδουν οι Αρχές στον Κωνσταντίνο Αντάρα, στον οποίο καταλογίζεται κεντρική συμμετοχή στον συντονισμό του φερόμενου μηχανισμού. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που έχουν δημοσιοποιηθεί, κατά την έρευνα στην κατοικία του εντοπίστηκαν και κατασχέθηκαν 1.175.990 ευρώ σε μετρητά, καθώς και 92 ρολόγια πολυτελών εταιρειών, μεταξύ των οποίων Rolex, Patek Philippe και Audemars Piguet. Η προέλευση των χρημάτων και η ενδεχόμενη σύνδεσή τους με τις υπό διερεύνηση πράξεις αποτελούν αντικείμενο της δικαστικής έρευνας. Παράλληλα, το πόρισμα περιλαμβάνει αναφορές σε πιέσεις που φέρονται να ασκούνταν προς συνεργαζόμενα καταστήματα franchise.
Διαβάστε επίσης
Ειδικότερα, όταν κάποιο κατάστημα δεν ανταποκρινόταν στις οικονομικές απαιτήσεις που αποδίδονται στον φερόμενο μηχανισμό, ο Αντάρας φέρεται να χρησιμοποιούσε την απειλή: «Θα του κόψω το ντελίβερι». Σύμφωνα με την περιγραφή της έρευνας, αυτό σήμαινε ότι οι παραγγελίες θα μπορούσαν να κατευθύνονται σε άλλο κατάστημα, περιορίζοντας τη δραστηριότητα του συνεργάτη που δεν συμμορφωνόταν. Το κεντρικό σύστημα παραγγελιοληψίας φέρεται να επέτρεπε την εφαρμογή αυτής της πρακτικής, καθώς καθόριζε ποιο κατάστημα θα αναλάμβανε κάθε παραγγελία. Στη δικογραφία περιγράφονται ακόμη συναντήσεις που φέρονται να πραγματοποιούνταν ανά έναν ή δύο μήνες, με αντικείμενο τη συγκέντρωση και τη διανομή χρηματικών ποσών. Κατά τις ίδιες πληροφορίες, ορισμένες από αυτές οργανώνονταν σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο μεγάλου εμπορικού κέντρου στα βόρεια προάστια.