Πολλά είναι τα ερωτήματα που αναμένουν απάντηση από την έρευνα για την προσπάθεια του συγκυβερνήτη να οδηγήσει σε συντριβή το αεροσκάφος της FlyDubai που εκτελούσε το δρομολόγιο από Ντουμπάι προς Τελ Αβίβ.
Χθες ήρθαν στο φως πληροφορίες πως ο συγκυβερνήτης παλαιότερα πιλοτάριζε αεροσκάφη για την Oman Air πριν απολυθεί επειδή είχε εκφράσει ριζοσπαστικές απόψεις. Κανείς δεν μπορεί να κατανοήσει, μέχρι στιγμής, πώς προσελήφθη λίγο αργότερα στη FlyDubai, αδελφή αεροπορική εταιρεία της Emirates Airlines.
Σύμφωνα με ισραηλινά μέσα, είχε την πρόθεση να συντρίψει το αεροσκάφος στο αεροδρόμιο Μπεν Γκουριόν του Τελ Αβίβ.
Ο 29χρονος Χαμάμ αλ-Χαμάμι, πολίτης του Ομάν, μεταφέρθηκε, όπως και ο πιλότος της πτήσης στον οποίο επιτέθηκε, στο Άμπου Ντάμπι. Αυτά που γνωρίζουμε είναι πως ο Αλ-Χαμάμι επιχείρησε, σύμφωνα με τις Αρχές των Εμιράτων, «να διαπράξει τρομοκρατική ενέργεια», επιτιθέμενος στον συνάδελφό του με ένα τσεκούρι που ήταν αποθηκευμένο στο πιλοτήριο για έκτακτες ανάγκες και προσπαθώντας να πάρει τον έλεγχο του αεροσκάφους.
Το αεροπλάνο, στο οποίο επέβαιναν περισσότεροι από 170 επιβάτες, κατάφερε να προσγειωθεί με ασφάλεια σε ένα περιφερειακό αεροδρόμιο στη Σαουδική Αραβία στις 30 Σεπτεμβρίου, αφού οι επιβάτες και ένα εφεδρικό πλήρωμα παρενέβησαν για να αφοπλίσουν τον Αλ-Χαμάμι και να σταθεροποιήσουν το αεροσκάφος.
Το γεγονός ότι ένας πιλότος από το Ομάν επέβαινε σε αεροσκάφος με προορισμό το Τελ Αβίβ είχε ήδη εγείρει ανησυχίες για κενό ασφαλείας, επειδή το Ισραήλ και το Ομάν δεν έχουν επίσημους διπλωματικούς δεσμούς, περιορίζοντας την πρόσβαση των πολιτών τους στην άλλη χώρα.
Ερωτήματα όμως υπάρχουν και για το πώς άντεξε το αεροσκάφος της FlyDubai, ένα Boeing 737 Max, σε τόσο μεγάλες μεταβολές υψομέτρου και δύσκολες συνθήκες. Τα στοιχεία δείχνουν ότι το αεροσκάφος βυθίστηκε σχεδόν κάθετα, ανέβηκε γρήγορα και στη συνέχεια βυθίστηκε ξανά κατά τη διάρκεια της πάλης των δύο πιλότων αλλά κατόπιν και κατά την προσπάθεια των επιβατών να σώσουν την πτήση.
Η απόδοση του αεροσκάφους έχει επαινεθεί από πολλούς, οι οποίοι μιλούν για την «εκδίκηση της Boeing» – καθώς έχουν εντοπιστεί προβλήματα σε αεροσκάφη της τα τελευταία χρόνια. Μεταξύ αυτών που εκφράστηκαν θετικά για την εταιρεία ήταν και ο αμερικανός πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ. Τα ευρήματα θα ληφθούν υπ’ όψιν για τη σημασία των διαδικασιών πιστοποίησης και των πρωτοκόλλων ασφαλείας.
Οπως διαπιστώνει έρευνα της «Wall Street Journal», από συνέντευξη με πιλότο δοκιμών και την ανασκόπηση των σχεδιαστικών χαρακτηριστικών του αεροπλάνου, οι περισσότεροι από 170 επιβαίνοντες πιθανότατα επέζησαν, παρά τους ιλιγγιώδεις ελιγμούς και τις ζημιές σε ορισμένα μέρη του σκάφους, χάρη στα εφεδρικά συστήματα αλλά και στην τύχη.
Η καταπόνηση του αεροσκάφους
Ας δούμε πώς εξελίχθηκαν τα γεγονότα: ο συγκυβερνήτης εξαπέλυσε επίθεση στον κυβερνήτη περίπου στα 34.000 πόδια. Ηταν 9.21 π.μ. όταν η μύτη του αεροσκάφους έγειρε προς τα κάτω σε μια ακραία γωνία 39 μοιρών, με αποτέλεσμα να επιταχύνει απότομα – μια τυπική κάθοδος γίνεται σε γωνία μόλις 3 μοιρών. Μέσα σε 92 δευτερόλεπτα το αεροσκάφος έπεσε 17.400 πόδια, ενώ έφτασε κοντά στην ταχύτητα του ήχου.
Η εκτιμώμενη ταχύτητα Mach 0,96 που αναπτύχθηκε είναι πολύ πάνω από τη μέγιστη ταχύτητα λειτουργίας του αεροπλάνου Mach 0,82. Το αεροσκάφος εκτέθηκε σε τεράστια καταπόνηση. Η ταχύτητα και η δύναμη τράνταξαν βίαια τον σκελετό, σχημάτισαν κρουστικά κύματα κατά μήκος των φτερών και έστειλαν κυματισμούς κατά μήκος των εξαρτημάτων που χρησιμοποιούνται για τον έλεγχο της κατεύθυνσης και τον χειρισμό της ταχύτητας.
Καθώς όσοι βρίσκονταν στην καμπίνα έσπευσαν στο πιλοτήριο, ένας τράβηξε το πηδάλιο για να σηκώσει τη μύτη και να σταματήσει την ταχεία κάθοδο του αεροπλάνου. Η ταχύτητα επιβραδύνθηκε σε περίπου 390 κόμβους από 600 κόμβους σε 43 δευτερόλεπτα.
Ο ελιγμός υπέβαλε την άτρακτο σε δύναμη περίπου 3 Gs, παρόμοια με αυτή που βιώνει ένα διαστημόπλοιο κατά την εκτόξευση, και ξεπέρασε το όριο λειτουργίας των 2,5 Gs του 737 Max. Σύμφωνα με το FlightRadar24, το αεροσκάφος σε κάποιο σημείο κατέβαινε με ταχύτητα μεγαλύτερη των 32.000 ποδιών ανά λεπτό, μια κατάδυση της οποίας η ανάκαμψη πιθανότατα είχε ως αποτέλεσμα οι επιβάτες να βιώσουν συντριπτικές βαρυτικές δυνάμεις που συνήθως αντιμετωπίζουν οι πιλότοι μαχητικών αεροσκαφών και οι αστροναύτες.
Με τον συγκυβερνήτη να έχει περιοριστεί και τον κυβερνήτη βαριά τραυματισμένο, δύο πιλότοι που ταξίδευαν ως επιβάτες ανέλαβαν τον έλεγχο του πιλοτηρίου. Τα προκαταρκτικά δεδομένα πτήσης υποδηλώνουν ότι κατάφεραν να επαναφέρουν τον έλεγχο του αεροσκάφους μέχρι τις 9.24 π.μ. Εν τω μεταξύ, μέρος του πηδαλίου, που χρησιμοποιείται για τον έλεγχο των κινήσεων από πλευρά σε πλευρά, είχε σπάσει στο ουραίο τμήμα.