Οι βουλευτικές εκλογές της 12ης Απριλίου στην Ουγγαρία πέρα από μια πολύ σημαντική εθνική αναμέτρηση αντιμετωπίζονται ευρύτερα ως μια ψηφοφορία με γεωπολιτικό αποτύπωμα και συνέπειες που εκτείνονται από τις Βρυξέλλες και το Κίεβο έως τη Μόσχα και την Ουάσιγκτον. Επειτα από δεκαέξι χρόνια αδιάλειπτης κυριαρχίας, ο Βίκτορ Ορμπαν – ο μακροβιότερος ηγέτης της ΕΕ –- βρίσκεται αντιμέτωπος με τη σοβαρότερη πρόκληση της πολιτικής του καριέρας, καθώς οι δημοσκοπήσεις δείχνουν τον πρώην σύμμαχό του Πέτερ Μαγιάρ να προηγείται και αν το αποτέλεσμα επιβεβαιώσει τις προβλέψεις μπορεί να αναδιατάξει όχι μόνο το εσωτερικό πολιτικό σκηνικό, αλλά και τον ευρωπαϊκό συσχετισμό δυνάμεων απέναντι στη Ρωσία και τον πόλεμο στην Ουκρανία. Αναλυτές βλέπουν ότι όλα μπορεί να κριθούν οριακά και μάλιστα από ομάδες ψηφοφόρων που μέχρι σήμερα δεν βρίσκονταν στο επίκεντρο: τη νεότερη γενιά και τη μειονότητα των Ρομά.
Οι νέοι, η λεγόμενη «γενιά Ορμπαν», που ενηλικιώθηκε μέσα σε ένα περιβάλλον περιορισμού της ελευθερίας των μέσων, στασιμότητας και αυξανόμενου κόστους ζωής, φαίνεται να μετατοπίζεται μαζικά υπέρ της αλλαγής, με δημοσκοπήσεις να δείχνουν ότι έως και τα δύο τρίτα των ψηφοφόρων κάτω των 30 ετών σχεδιάζουν να καταψηφίσουν το κυβερνών κόμμα.
Την ίδια στιγμή, οι Ρομά – περίπου το 8% του πληθυσμού – μετατρέπονται σε πιθανή «κρίσιμη ψήφο», καθώς οι πολιτικές της κυβέρνησης για την εργασία και κυρίως για την εκπαίδευση έχουν προκαλέσει διχασμό στην κοινότητα, καθιστώντας αβέβαιο το παραδοσιακό προβάδισμα του Fidesz.
Σε ένα εκλογικό σύστημα που θεωρείται ευνοϊκό για την εξουσία και με βαθιές κοινωνικές και γεωπολιτικές διαιρέσεις, η μάχη της Ουγγαρίας μοιάζει να υπερβαίνει τα σύνορα της χώρας ως μια αναμέτρηση ανάμεσα στη συνέχιση της πορείας σύγκρουσης με την ΕΕ και σύμπλευσης με τη Μόσχα και σε μια πιθανή επαναπροσέγγιση με τη Δύση.
Το διακύβευμα των εκλογών
Υστερα από 16 χρόνια κυριαρχίας, ο πρωθυπουργός Βίκτορ Ορμπαν αντιμετωπίζει μια πρωτοφανή πρόκληση από τον πρώην σύμμαχό του, τον Πέτερ Μαγιάρ. Από το 2010, ο Ορμπαν έχει μετασχηματίσει την Ουγγαρία ενισχύοντας την εκτελεστική εξουσία, περιορίζοντας την ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης και ελέγχοντας μεγάλο μέρος των μέσων ενημέρωσης. Παράλληλα, συγκρούστηκε επανειλημμένα με την ΕΕ για ζητήματα κράτους δικαίου, μεταναστευτικής πολιτικής, δικαιωμάτων και – κυρίως – για τη στάση απέναντι στη Ρωσία και τον πόλεμο στην Ουκρανία.
Πρόσφατες αποκαλύψεις ότι η Βουδαπέστη μοιράστηκε εμπιστευτικές πληροφορίες της ΕΕ με το Κρεμλίνο προκάλεσαν οργή στην Ενωση. Νέα στοιχεία επιβεβαιώνουν τη στενή σχέση Βουδαπέστης – Μόσχας. Ετσι, οι εκλογές λειτουργούν ως de facto δημοψήφισμα για το αν η Ουγγαρία θα συνεχίσει μια πιο εθνικιστική, συγκρουσιακή πορεία ή αν θα επαναπροσεγγίσει τον ευρωπαϊκό πυρήνα.
Οι βασικοί παίκτες
Ο Ορμπαν και το κόμμα του Fidesz στηρίζουν μια ατζέντα εθνικής κυριαρχίας, συντηρητικών κοινωνικών αξιών και επιφυλακτικής στάσης απέναντι στην ΕΕ και τη στρατιωτική βοήθεια προς την Ουκρανία. Η προεκλογική του εκστρατεία εστιάζει στο δίλημμα «ειρήνη ή πόλεμος», παρουσιάζοντας την αντιπολίτευση ως φορέα εξωτερικών πιέσεων από Βρυξέλλες και Κίεβο. Απέναντί του, ο Μαγιάρ ηγείται του κόμματος Tisza, υποσχόμενος αποκατάσταση του κράτους δικαίου, περιορισμό της διαφθοράς, ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης και πιο στενή συνεργασία με την ΕΕ και το ΝΑΤΟ.
Παρότι δεν τοποθετείται ως προοδευτικός, επιχειρεί να εκφράσει μια ευρεία κοινωνική συμμαχία υπέρ της θεσμικής «επαναφοράς» της χώρας. Οι δημοσκοπήσεις δίνουν προβάδισμα στο Tisza, ακόμη και εξασφάλιση πλειοψηφίας δύο τρίτων, αν και το αποτέλεσμα παραμένει αβέβαιο λόγω του εκλογικού συστήματος, των αναποφάσιστων και της ισχυρής επιρροής του κυβερνώντος κόμματος στην περιφέρεια.
Πώς λειτουργεί το εκλογικό σύστημα
Το ουγγρικό εκλογικό σύστημα θεωρείται ότι ευνοεί το κυβερνών κόμμα. Το κοινοβούλιο αριθμεί 199 έδρες, εκ των οποίων οι 106 εκλέγονται σε μονοεδρικές περιφέρειες και οι υπόλοιπες αναλογικά. Η χάραξη των περιφερειών και οι αλλαγές στους κανόνες ψηφοφορίας την τελευταία δεκαετία έχουν δημιουργήσει ένα «πριμ» για το Fidesz, καθώς απαιτούνται λιγότερες ψήφοι για νίκη σε φιλοκυβερνητικές περιοχές. Επιπλέον, έχουν διευκολυνθεί οι ψήφοι των Ούγγρων της διασποράς – που τείνουν να στηρίζουν τον Ορμπαν – ενώ το κυβερνών κόμμα διατηρεί ισχυρή επιρροή σε δημόσιους θεσμούς και στην τοπική διοίκηση. Ετσι, ακόμη και με σαφές προβάδισμα στην εθνική ψήφο, η αντιπολίτευση χρειάζεται μεγαλύτερη διαφορά για να εξασφαλίσει κοινοβουλευτική πλειοψηφία.
Ο παράγοντας των νέων
Οι νέοι ψηφοφόροι αποτελούν μία από τις πιο κρίσιμες μεταβλητές. Πολλοί ανήκουν στη λεγόμενη «γενιά Ορμπαν», έχοντας μεγαλώσει αποκλειστικά υπό τη διακυβέρνησή του. Δημοσκοπήσεις έδειχναν σταθερά ότι έως και το 65% των ψηφοφόρων κάτω των 30 ετών σχεδιάζουν να ψηφίσουν κατά της κυβέρνησης. Η δυσαρέσκεια εστιάζει κυρίως στο κόστος ζωής, τη στασιμότητα των μισθών, τις περιορισμένες ευκαιρίες και τη μετανάστευση νέων στο εξωτερικό.
Ταυτόχρονα, τα κοινωνικά δίκτυα επέτρεψαν στην αντιπολίτευση να παρακάμψει τον έλεγχο των παραδοσιακών μέσων ενημέρωσης. Ο Μαγιάρ απευθύνεται άμεσα στους νέους ως «πολιτικούς δρώντες», ενώ το Fidesz παραμένει ισχυρό κυρίως στους μεγαλύτερους σε ηλικία ψηφοφόρους και στην ύπαιθρο. Η συμμετοχή των νέων ενδέχεται να κρίνει το αποτέλεσμα, ιδίως αν κινηθεί σε επίπεδα – ρεκόρ.
Ο παράγοντας των Ρομά
Οι Ρομά, περίπου 8% του πληθυσμού, μπορεί επίσης να αποδειχθούν καθοριστική «δεξαμενή» ψήφων σε μια οριακή αναμέτρηση. Η κυβέρνηση Ορμπαν έχει προσφέρει προγράμματα δημόσιας εργασίας και κοινωνικές παροχές σε κοινότητες Ρομά, δημιουργώντας δεσμούς πολιτικής επιρροής. Ωστόσο, επικρίνεται για το ότι οι εκπαιδευτικές μεταρρυθμίσεις και η μείωση της υποχρεωτικής φοίτησης στην ηλικία των 16 ετών ενίσχυσαν τον κοινωνικό αποκλεισμό.
Η κοινότητα εμφανίζεται διχασμένη: ορισμένοι ψηφοφόροι εκτιμούν τις θέσεις εργασίας και τη ρητορική περί ασφάλειας, ενώ άλλοι αντιδρούν στην εκπαιδευτική πολιτική και σε περιστατικά ρατσιστικής ρητορικής. Σε εκλογές με μικρή διαφορά, ακόμη και μικρή μετατόπιση της ψήφου των Ρομά μπορεί να αποδειχθεί καθοριστική.
Οι γεωπολιτικές επιπτώσεις
Η Ουγγαρία έχει μετατραπεί σε κρίσιμο κόμβο της αντιπαράθεσης μεταξύ Δύσης και Ρωσίας. Ο Ορμπαν έχει μπλοκάρει ευρωπαϊκά πακέτα βοήθειας προς την Ουκρανία, αντιταχθεί σε κυρώσεις και διατηρήσει ενεργειακές σχέσεις με τη Μόσχα. Μια νίκη του θα ενίσχυε αυτή τη γραμμή, επιτρέποντας στη Ρωσία να συνεχίσει να επηρεάζει την ευρωπαϊκή πολιτική μέσω της Βουδαπέστης.
Για το Κίεβο, η ήττα του Ορμπαν θα αφαιρούσε έναν βασικό αντίπαλο της ευρωπαϊκής στήριξης και θα διευκόλυνε τη χρηματοδότηση και την ευρωπαϊκή προοπτική της Ουκρανίας. Για τις Βρυξέλλες, μια αλλαγή κυβέρνησης θα μπορούσε να ξεμπλοκάρει αποφάσεις που απαιτούν ομοφωνία, μειώνοντας τις εσωτερικές εντάσεις στην ΕΕ.
Η Μόσχα, αντίθετα, θα έχανε τον πιο φιλικό της συνομιλητή εντός της Ενωσης. Στην Ουάσιγκτον, το αποτέλεσμα έχει επίσης βαρύτητα: ο Ορμπαν διατηρεί σχέσεις με τον πολιτικό χώρο του Ντόναλντ Τραμπ, ενώ άλλοι αμερικανοί αξιωματούχοι προωθούν πιο σκληρή γραμμή απέναντι στη Βουδαπέστη. Μια νίκη της αντιπολίτευσης θα ερμηνευόταν ως ενίσχυση της διατλαντικής συνοχής.