106 καλλιτέχνες «ανασταίνουν»12 εκκλησίες

Στον κήπο της εκκλησίας του Αγίου Βονιφάτιου, στην πιο φτωχή πόλη της Γερμανίας, το Γκελζενκίρχεν, έχει δημιουργηθεί ένα μικρό φυτώριο τσαγιού. Στο εσωτερικό έχει στηθεί ένα εργαστήριο που παράγει φακελάκια για τσάι υπό το βλέμμα ενός ανδρείκελου που ισορροπεί σε πατίνια – έργο του έλληνα εικαστικού Βλάση Κανιάρη – αλλά και ένα κόκκινο ραδιόφωνο με την υπογραφή του Γιάννη Ψυχοπαίδη.

Τι συμβαίνει στην εκκλησία που χτίστηκε το 1963 και μετονομάστηκε προσωρινά προς τιμήν της εργάτριας μετανάστριας που δολοφονήθηκε το 1984 μαζί με έξι ακόμη άτομα σε ρατσιστική επίθεση εναντίον μεταναστών, Φερντάν Σατίρ; Είναι μία από τις δώδεκα εκκλησίες της κοιλάδας του Ρουρ, που βρίσκονται στο επίκεντρο της φετινής Manifesta 16, της ευρωπαϊκής νομαδικής εικαστικής μπιενάλε, που γεννήθηκε ως απάντηση στη νέα κοινωνική, πολιτισμική και πολιτική πραγματικότητα όπως διαμορφώθηκε στον απόηχο της πτώσης του Τείχους του Βερολίνου και η οποία συμπληρώνει φέτος 30 χρόνια παρουσίας, ενώ είναι και η τελευταία έκδοσή της που πραγματοποιείται με επικεφαλής την ιδρυτική της διευθύντρια Χέντβιχ Φάιγεν.

Τέσσερις γερμανικές πόλεις – Ντούισμπουργκ, Εσεν, Γκελζενκίρχεν και Μπόχουμ – στην περιοχή του Ρουρ, και όχι μία, φιλοξενούν για πρώτη φορά στην ιστορία της τη Manifesta. Εκατόν έξι καλλιτέχνες από 30 χώρες – ανάμεσά τους και τέσσερις Ελληνες – εκθέτουν σε 12 εκκλησίες στη φετινή διοργάνωση που έχει τον απρόσμενο – με βάση όσα περιγράψαμε παραπάνω – τίτλο «Αυτή δεν είναι μια εκκλησία», παραφράζοντας το έργο του Ρενέ Μαγκρίτ «Αυτό δεν είναι μία πίπα».

Ολα ξεκινούν από ένα ερώτημα, υποστηρίζουν οι διοργανωτές. Οταν επιλέγουν έναν τόπο ως έδρα του θεσμού έχουν ως αφετηρία όχι τη δημιουργία μιας έκθεσης που θα «φυτευτεί» ως ξένο σώμα στην περιοχή, αλλά τις ανάγκες και τις επιθυμίες των κατοίκων της, όπως και το μείζον κοινωνικοπολιτικό ζήτημα που τους απασχολεί.

Τι ταλανίζει, λοιπόν, τους κατοίκους μιας από τις οικονομικά και κοινωνικά ευάλωτες περιοχές της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας; Το γεγονός ότι χρειάζονται κοινόχρηστους χώρους, σημεία συνάντησης για να περνούν τον ελεύθερο χρόνο τους.

Και οι διοργανωτές εντόπισαν τη λύση στις «Pantoffelkirchen» (εκκλησίες με παντόφλες), που είχαν πάρει το συγκεκριμένο προσωνύμιο επειδή βρίσκονταν τόσο κοντά στα σπίτια, ώστε οι πιστοί θα μπορούσαν να φτάσουν σε αυτές ακόμη και φορώντας τις παντόφλες τους.

Από τη δεκαετία του 1980, όμως, οπότε άρχισαν να κλείνουν τα ανθρακωρυχεία και οι χαλυβουργίες της περιοχής, πολλοί εργαζόμενοι μετακινήθηκαν σε άλλες περιοχές και άλλοι σταμάτησαν να εκκλησιάζονται στους μοντερνιστικούς και μπρουταλιστικούς ναούς που χτίστηκαν μετά την ισοπέδωση της περιοχής στον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Με αυτά τα δεδομένα, η Manifesta 16 έθεσε ως στόχο της να διερευνήσει πώς οι ανενεργές εκκλησίες μπορούν να αποκτήσουν νέα ζωή μέσα από πολιτιστικές και κοινωνικές δράσεις, επισημαίνοντας πως δεν στοχεύει στη μνημειοποίηση των πρώην εκκλησιών ούτε στην αποκατάστασή τους, αλλά στο πώς μπορούν να επανανοηματοδοτηθούν ως χώροι διαπολιτισμικού διαλόγου και συλλογικής δημιουργίας.

Οι γκασταρμπάιτερ

Το πιο πολιτικά φορτισμένο νήμα του προγράμματος αναπτύσσεται στο Γκελζενκίρχεν, όπου εξετάζονται η έννοια των γκασταρμπάιτερ, των φιλοξενούμενων εργατών, όπως αποκαλούνταν οι μετανάστες από την Ιταλία, την Τουρκία, την Ελλάδα, την Πολωνία, την πρώην Γιουγκοσλαβία και αλλού, οι οποίοι συνέβαλαν αποφασιστικά στην ανοικοδόμηση της Γερμανίας μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Και στο πλαίσιο αυτό, στην εκκλησία του αγίου Βονιφάτιου, παρουσιάζεται το έργο «Skater» του Βλάση Κανιάρη που έχει συμπεριληφθεί στη θρυλική έκθεση «Φιλοξενούμενος εργάτης – Ξένος εργάτης» το 1975 στο μουσείο τέχνης του Μπόχουμ, όπως και το «Κόκκινο ραδιόφωνο» του Γιάννη Ψυχοπαίδη, ο οποίος είναι «παρών» και μέσω του έργου του «Vicks» στην εκκλησία της αγίας Αννας. Ενώ μία ακόμη ελληνική παρουσία, εκείνη της Ασημίνας Παραδεισά, εμφανίζεται στην εκκλησία του αγίου Θωμά μέσα από 24 φωτογραφίες της που αφηγούνται αποσπάσματα από τη δική της μεταναστευτική διαδρομή τη δεκαετία του 1960.

Στο Ντούισμπουργκ, στην εκκλησία της Παναγίας – ένα μπρουταλιστικό αριστούργημα του 1958 που λειτουργεί ήδη ως πολιτιστικό κέντρο – οι επισκέπτες συναντούν την εγκατάσταση της Αθηνάς Κουμπαρούλη, μιας από τους 64 καλλιτέχνες στους οποίους ανατέθηκε να δημιουργήσουν έργο ειδικά για την έκθεση. Και εκείνη έχει επιχαλκώσει κλαδιά διαφόρων ειδών βιομηχανοφύτων (ξενικά φυτά που εμφανίστηκαν και εξαπλώθηκαν μετά την έναρξη της Βιομηχανικής Επανάστασης σε εγκαταλελειμμένες εκτάσεις) από την περιοχή του Ρουρ και τα έχει τοποθετήσει σε έναν εγκαταλελειμμένο χώρο έξω από την εκκλησία ανάμεσα σε αληθινά φυτά και τούβλα.

Στο Μπόχουμ, στην εκκλησία του Χριστού Βασιλέα και της αγίας Αννας, επίσης τα έργα είναι πολιτικά φορτισμένα: ο Μικόλα Ρίντνι παρουσιάζει νεαρούς ουκρανούς πρόσφυγες σε παιχνίδια πολέμου και η Μεχτάπ Μπαϊντού οργάνωσε μια συλλογική δράση με τη βοήθεια γυναικών από την πόλη στο πλαίσιο της οποίας μαγειρεύουν για καλεσμένους από διαφορετικά υπόβαθρα, που κατά κανόνα δύσκολα θα ήταν συνδαιτυμόνες.

Στο Εσεν, στην εκκλησία της αγίας Γερτρούδης, η Σέιλα Κάμεριτς προβάλλει τη λέξη «Αγάπη» γραμμένη στα ελληνικά πάνω σε μια εικόνα της Σταύρωσης, με μια κόκκινη κουκίδα λέιζερ να αιωρείται από πάνω ως σημάδι ελεύθερου σκοπευτή, ενώ ο Νασάν Τουρ με τα αναποδογυρισμένα στασίδια του στο ιερό προκάλεσε «σκάνδαλο», καθώς κατηγορήθηκε για αντιγραφή παλαιότερου έργου συναδέλφου του.

Η Manifesta ρίχνει αυλαία στις 4 Οκτωβρίου. Τι θα μείνει από αυτό το πείραμα, με δεδομένο ότι τα στοιχεία δείχνουν πως από τις 40.000 εκκλησίες της Γερμανίας οι μισές αναμένεται να αποϊεροποιηθούν μέσα στην επόμενη δεκαετία; «Σας δίνουμε 12 διαφορετικά μοντέλα για το πώς μπορούν να επαναχρησιμοποιηθούν· και λέμε στους πολιτικούς: μετά το κλείσιμο της Manifesta, συνεχίστε να θέτετε αυτά τα ερωτήματα και αποφασίστε τι πρέπει να γίνει», λέει η Χέντβιχ Φάιγεν.