Όταν η Ουάσιγκτον εκνευρίζεται με τους πρέσβεις της στην Αθήνα: Ποιοι πλήρωσαν το μάρμαρο πριν από την Γκίλφοϊλ

Δεν είναι η πρώτη φορά που ο Λευκός Οίκος δείχνει την πόρτα της εξόδου σε αμερικανό πρεσβευτή στην Ελλάδα.

Πριν την αποπομπή της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ, και πολύ παλιότερα, δύο αμερικανοί πρέσβεις είχαν αποπεμφθεί από την Αθήνα, καθώς η Ουάσιγκτον συνέδεσε πράξεις και παραλείψεις τους με πολύ σοβαρά πολιτικά γεγονότα, τα οποία δεν εκτυλίχτηκαν όπως εκείνη επιθυμούσε.

Ή τουλάχιστον αυτή ήταν η επίσημη δικαιολογία.

Η αμερικανική διπλωματική παρουσία στην Αθήνα έχει γνωρίσει περιόδους έντασης, διαφωνιών και αιφνίδιων αλλαγών, με χαρακτηριστικές τις περιπτώσεις του Χένρι Τάσκα, την περίοδο της δικτατορίας, και του Λίνκολν ΜακΒή, στα ταραγμένα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και της μεταπολεμικής μετάβασης.

Οι δύο περιπτώσεις, αν και διαφέρουν ως προς τις συνθήκες και τις πολιτικές συγκυρίες, φωτίζουν τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετωπίσει ένας Αμερικανός πρεσβευτής όταν οι εκτιμήσεις του για την Ελλάδα δεν συμπίπτουν με τις προτεραιότητες της Ουάσιγκτον.

Χένρι Τάσκα: Η τραγωδία της Κύπρου

Ο Χένρι Τάσκα υπηρέτησε ως πρεσβευτής των ΗΠΑ στην Ελλάδα από το 1969 έως το 1974, σε μια από τις πιο σκοτεινές περιόδους της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας.

Η θητεία του συνέπεσε με τη στρατιωτική δικτατορία, τις σχέσεις της Ουάσιγκτον με το καθεστώς και, τελικά, την κυπριακή τραγωδία του καλοκαιριού του 1974.

Ο Χένρι Τάσκα αριστερά με τον δικτάτορα Γεώργιο Παπαδόπουλο την περίοδο της χούντας

Το πραξικόπημα κατά του αρχιεπισκόπου Μακαρίου, στις 15 Ιουλίου, και η τουρκική εισβολή που ακολούθησε έφεραν την αμερικανική εξωτερική πολιτική στο επίκεντρο σφοδρής κριτικής.

Ο Τάσκα διαφωνούσε με τους χειρισμούς που συνδέονταν με την ανατροπή του Μακαρίου και, σύμφωνα με τις σχετικές ιστορικές αναφορές, υποστήριζε την ανάγκη παρέμβασης για την αποτροπή της τουρκικής στρατιωτικής επέμβασης.

Ο Χένρι Τάσκα (πίσω αριστερά) με τον αντιπρόεδρο της κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας και υπουργό Εξωτερικών Γεώργιο Μαύρο (κέντρο) και τον Άρθουρ Χάρτμαν, δεξιά, υφυπουργό Εξωτερικών των ΗΠΑ, την περίοδο της Διάσκεψης της Γενεύης 1974.

Οι σχέσεις του με τον υπουργό Εξωτερικών Χένρι Κίσιντζερ επιβαρύνθηκαν από τις διαφωνίες για την Κύπρο και την αντιμετώπιση της ελληνικής κρίσης.

Η αποχώρησή του από τη διπλωματική υπηρεσία το 1974 συνδέθηκε με αυτή τη δύσκολη συγκυρία, καθώς η δικτατορία κατέρρεε και η Ουάσιγκτον δεχόταν πιέσεις για τους χειρισμούς της.

Η περίπτωση Τάσκα παραμένει χαρακτηριστική μιας περιόδου κατά την οποία οι αποφάσεις της αμερικανικής ηγεσίας και οι εκτιμήσεις των διπλωματικών της εκπροσώπων στην Αθήνα δεν συνέπιπταν πάντοτε.

Λίνκολν ΜακΒή: Ο καταστροφικός εμφύλιος

Ο Λίνκολν ΜακΒή είχε μακρά παρουσία στην Ελλάδα. Υπηρέτησε ως Αμερικανός πρεσβευτής από το 1933 έως το 1941 και επέστρεψε στη θέση το 1943, παραμένοντας έως το 1947.

Βρέθηκε αντιμέτωπος με τις συνέπειες του πολέμου, την απελευθέρωση και την πολιτική αναταραχή που ακολούθησε.

Από δεξιά, ο σερ Κλίφορντ Νόρτον, πρέσβης της Μεγάλης Βρετανίας, ο Δημήτριος Μάξιμος, πρωθυπουργός, και ο αμερικανός πρέσβης, Λίνκολν Μακβή.

Η περίοδος εκείνη ήταν εξαιρετικά δύσκολη για την Ελλάδα, καθώς η χώρα προσπαθούσε να ανασυγκροτηθεί μέσα σε συνθήκες βαθιάς πολιτικής πόλωσης.

Ο ΜακΒή διατύπωνε τις δικές του εκτιμήσεις για την κατάσταση και επιζητούσε σαφέστερη αμερικανική πολιτική και μεγαλύτερη υποστήριξη στις διπλωματικές του πρωτοβουλίες.

Οι σχέσεις του με την Ουάσιγκτον δοκιμάστηκαν από διαφωνίες σχετικά με τον τρόπο αντιμετώπισης των ελληνικών εξελίξεων.

Ο Τρούμαν

Το 1947 αποχώρησε από την Αθήνα και αργότερα ανέλαβε την αμερικανική πρεσβεία στην Πορτογαλία, κατόπιν απόφασης του προέδρου Χάρι Τρούμαν.

Η μετακίνησή του δεν ήταν ίδια με την αποχώρηση του Τάσκα, αλλά εντάχθηκε σε μια περίοδο κατά την οποία αμερικανοί πρεσβευτές θεωρούσαν ότι και οι ίδιοι μπορούν να  διαμορφώνουν την εξωτερική πολιτική των ΗΠΑ στις χώρες που υπηρετούν και όχι να την εφαρμόζουν κατά γράμμα, όπως εκπορευόταν από τον Λευκό Οίκο.