Όλα ξεκίνησαν σε ένα δείπνο

Στις 18 Μαρτίου, σε ένα δείπνο στην αμερικανική πρεσβεία στην Αθήνα, βρέθηκαν περισσότεροι από δώδεκα καλεσμένοι, πολιτικοί, στελέχη της πρεσβείας, στρατιωτικοί και ξένοι διπλωμάτες, άλλων πρεσβειών. Ανάμεσά τους και τουλάχιστον δύο υπουργοί, ο Σταύρος Παπασταύρου και ο Κωνσταντίνος Κυρανάκης. Η κουβέντα έφτασε στην κυβέρνηση της Ρουμανίας, υπό τον Ιλιε Μπολογιάν. Η πρεσβευτής Κίμπερλι Γκίλφοϊλ είπε, σύμφωνα με μαρτυρίες, ότι πίσω από τους τριγμούς βρίσκονταν οι ΗΠΑ. «Μπορούμε να το κάνουμε αυτό σε όποια χώρα θέλουμε. Μπορούμε να το κάνουμε κι εδώ». Ο Παπασταύρου, που έχει μια προϊστορία στη διαχείριση τέτοιων συζητήσεων από τα χρόνια των μνημονίων, απάντησε ότι οι ΗΠΑ δεν μπορούν να αντικαταστήσουν μια ελληνική κυβέρνηση που εξέλεξε ο λαός. Η ατάκα ειπώθηκε μεταξύ σοβαρού κι αστείου. Και ανάλογο ήταν το ύφος της απάντησης.

Η φράση βγήκε στο φως έξι μήνες αργότερα από τη «Wall Street Journal», την εφημερίδα του Ρούπερτ Μέρντοκ (με τον οποίο είχε γευματίσει στις αρχές του Σεπτέμβρη. Οι πληροφορίες λένε πως οι συντάκτες ξεκίνησαν να ερευνούν τη δραστηριότητα της πρώην μνηστής του Ντον Τραμπ τζούνιορ σχεδόν 6 μήνες πριν, με αιχμή τα ενεργειακά, πριν φτάσουν στ’ αφτιά τους (και από διπλωματικές πηγές) και ιστορίες που σχετίζονται με την κοινωνική ζωή που έχει αναπτύξει η Γκίλφοϊλ στην Αθήνα. Σημειωτέον, το ρεπορτάζ υπογράφεται από τέσσερις κορυφαίους συντάκτες της «WSJ», βραβευμένους με Πούλιτζερ για τις έρευνές τους για τον Ντόναλντ Τραμπ, τον Ιλον Μασκ και μεγάλες υποθέσεις σύγκρουσης συμφερόντων. Και μάλλον δεν ήρθαν στην Ελλάδα ύστερα από κάποια ελληνική επιχειρηματική παρέμβαση, γιατί, πολύ απλά, κάτι τέτοιο δεν μπορεί να γίνει.

Οι φήμες λένε, άλλωστε, πως μπορεί να ακολουθήσει κι άλλο δημοσίευμα σε αμερικανικό έντυπο. Κάποιοι σίγουρα θα επιδιώξουν να μη χαθεί το momentum για να «χτυπηθεί» ο πρόεδρος Τραμπ, μέσω της Γκίλφοϊλ, πριν από τις ενδιάμεσες εκλογές.

Ήδη, η γερουσιάστρια Τζιν Σαχίν, επικεφαλής των Δημοκρατικών στην Επιτροπή Εξωτερικών Σχέσεων της Γερουσίας και ο βουλευτής Γκρέγκορι Μικς, κορυφαίος Δημοκρατικός στην Επιτροπή Εξωτερικών Υποθέσεων της Βουλής των Αντιπροσώπων, ζητούν με επιστολές τους προς τον υπουργό Εξωτερικών Μάρκο Ρούμπιο να διερευνηθούν όσα αποκάλυψε η «Wall Street Journal» για τη δράση της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ στην Αθήνα. Κατά σύμπτωση, ο Ρούμπιο την Τρίτη έρχεται στην Αθήνα για συζητήσεις με την ελληνική κυβέρνηση.

Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η Γκίλφοϊλ, πρόσωπο του περιβάλλοντος του Ντόναλντ Τραμπ, περνάει τη θητεία της ως πρεσβευτού περιοδεύοντας στα Βαλκάνια και προωθώντας το αμερικανικό LNG. Το ρεπορτάζ, άλλωστε, εστιάζει στον Χρήστο Μαραφάτσο, τον άνθρωπο που φέρεται να είναι «σκιά» της. Ο ελληνοαμερικανός επιχειρηματίας καταχωρίστηκε ως λομπίστας στις 5 Νοεμβρίου.

Οι «Financial Times» επανήλθαν στο θέμα, επιβεβαιώνοντας και την επίμαχη φράση της πρεσβευτού, αλλά και το απαραίτητο παρασκήνιο. Η Γκίλφοϊλ, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα, υπηρετώντας την πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ, πίεζε τη Ρουμανία να αγοράσει μεγάλες ποσότητες αμερικανικού υγροποιημένου φυσικού αερίου. Ο τότε πρωθυπουργός Μπολογιάν στήριζε μεν τον Κάθετο Διάδρομο, αλλά αρνήθηκε να αυξήσει τις αγορές, αφού η χώρα έχει δικό της φυσικό αέριο. Το σοσιαλιστικό κόμμα PSD διαφωνούσε μαζί του και, κατά τις πηγές των «FT», αυτός ήταν ένας από τους λόγους που βγήκε από τον κυβερνητικό συνασπισμό.

Τα ερωτήματα στη Ρουμανία είναι πολλά και το χρονολόγιο των γεγονότων μάλλον περίεργο. Δεκατρείς μέρες μετά το δείπνο της Αθήνας, στις 31 Μαρτίου, η Κίμπερλι Γκίλφοϊλ βρέθηκε στο Βουκουρέστι για ένα συνέδριο για τα ενεργειακά. Το ίδιο βράδυ δείπνησε στο εστιατόριο Isoletta. Μαζί της ήταν ο Σορίν Γκριντεάνου, αρχηγός του PSD και πρόεδρος της Βουλής, ο υπουργός Ενέργειας Μπογκντάν Ιβάν και ο προεδρικός σύμβουλος Φλορίν Βλαντικά. Δηλαδή ο εταίρος που σε πέντε εβδομάδες θα έριχνε την κυβέρνηση, ο υπουργός που είχε στα χέρια του τα ενεργειακά και ένας άνθρωπος του Προεδρικού Μεγάρου.

Στις 5 Μαΐου η κυβέρνηση Μπολογιάν έπεσε, με τις ψήφους του PSD και του ακροδεξιού AUR. Μέχρι το ρεπορτάζ των «WSJ» κάποιος θα μπορούσε καλόπιστα να πει πως απλώς απολάμβαναν τα θαλασσινά και το ιταλικό fine dining. Μετά τις αποκαλύψεις, οι ερωτήσεις έγιναν κάπως πιο πιεστικές.

Το ταξίδι στη Μύκονο

Μέσα σε λίγες ώρες, δημοσιογράφοι στο Βουκουρέστι ανέσυραν και μία ακόμη σύμπτωση, καλοκαιρινή, με αέρα Κυκλάδων. Στις 7 Ιουλίου, τα ελληνικά ΜΜΕ μετέδιδαν την άφιξη της πρεσβευτού των ΗΠΑ στη Μύκονο. Το επόμενο πρωί, στις 10.30, ένα ιδιωτικό Embraer απογειώθηκε από το Βουκουρέστι για το ίδιο νησί, με δεκατρείς επιβάτες. Μέσα ήταν μια μικρογραφία της ρουμανικής εξουσίας. Ενας δικαστής του Συνταγματικού Δικαστηρίου, ο πρόεδρος του Δικαστηρίου της Κωνστάντζας, ένας πρώην πρωθυπουργός – Βίκτορ Πόντα – και ένας πρώην υπουργός Εργασίας του PSD, ένας επιχειρηματίας με δικαστικούς μπελάδες, ο πρόεδρος της Επιτροπής Ενέργειας της ρουμανικής Γερουσίας, ο εμπορικός διευθυντής του κρατικού τερματικού πετρελαίου της Κωνστάντζας.

Την πτήση την πλήρωσε το Εμπορικό Επιμελητήριο. Η πτήση έγινε γνωστή τον Σεπτέμβριο, τυχαία, από έναν χάκερ. Από εκεί και πέρα, οι εξηγήσεις των επιβατών ακολουθούσαν η μία την άλλη χωρίς να ταιριάζουν. Ο δικαστής είπε ότι το ταξίδι ήταν αυστηρά ιδιωτικό. Το Εμπορικό Επιμελητήριο που το πλήρωσε το παρουσίασε ως επιχειρηματικό. Ο επιχειρηματίας πρώτα αρνήθηκε ότι ήταν στην πτήση και μετά μίλησε για επένδυση στην Κωνστάντζα. Ο πρώην πρωθυπουργός έχει κενά μνήμης. Κι ένα αίτημα για εξεταστική επιτροπή που υποβλήθηκε στη Βουλή της Ρουμανίας απερρίφθη με συνοπτικές διαδικασίες.

Λίγο μετά, όταν ήρθε η αποκάλυψη του δείπνου και – κυρίως – της συζήτησης της Αθήνας, όλα αυτά απέκτησαν άλλο νόημα. Η αντιπολίτευση πιέζει την κυβέρνηση να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις, ενώ η πέτρα του σκανδάλου, ο πρόεδρος του PSD, ο Γκριντεάνου, απάντησε ότι τον πρωθυπουργό Μπολογιάν δεν τον έριξαν «ούτε οι Αμερικανοί ούτε το τέρας του Λοχ Νες». Ο επικεφαλής του κόμματος AUR, ο Σίμιον, απάντησε στον ίδιο απαξιωτικό τόνο ότι η πρεσβευτής δεν θα μπορούσε στις 18 Μαρτίου να προβλέψει το μέλλον. Η απάντηση δεν τον βοηθάει πολύ. Διότι φαίνεται σαν να το προέβλεψε.

Ολα αυτά, βέβαια, μπορεί να είναι σύμπτωση. Μπορεί να είναι πολλές συμπτώσεις, μαζί. Το βέβαιο είναι πως το πολιτικό και επιχειρηματικό ενδιαφέρον που συγκεντρώνει η υπόθεση είναι πια πολύ μεγάλο. Και αυτό μόνο συμπτωματικό δεν το λες.