Επισήμως και στις δημόσιες δηλώσεις που ακολουθούν όλες τις συναντήσεις και τις εξ αποστάσεως επικοινωνίες τους, ο Ντόναλντ Τραμπ και ο Σι Τζινπίνγκ τάσσονται υπέρ της συνεννόησης και της συνεργασίας αναφορικά με το μέλλον και το παρόν της Τεχνητής Νοημοσύνης. Παρασκηνιακά, ωστόσο, βρίσκεται σε εξέλιξη μια άγρια σύγκρουση ανάμεσα στους δύο προέδρους και τα επιτελεία τους, αλλά και συνολικά τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα.
Το «έπαθλο» δεν είναι άλλο από το ποια από τις δύο χώρες θα πάρει το πάνω χέρι, τις επόμενες δεκαετίες, σε έναν κλάδο ο οποίος εκτιμάται ότι θα προκαλέσει μια «επανάσταση» ανάλογη εκείνης που έφερε το Internet στις σύγχρονες κοινωνίες. «Πρόκειται σίγουρα για μια προσπάθεια της Κίνας να πετύχει αυτό που δεν μπορούσε πριν από 20 χρόνια, όταν το Internet βρισκόταν ακόμη στις αρχές του», όπως εύστοχα σχολίασε στους «Financial Times» ο Αριντρατζίτ Μπάσου, ερευνητής στο πανεπιστήμιο του Λάιντεν.
Το σίγουρο είναι πως η ένταση και η διάρκεια της σύγκρουσης είναι τόσο μεγάλες ώστε πολλοί κάνουν ήδη λόγο για έναν νέο Ψυχρό Πόλεμο, που έχει ως πρωταγωνίστριες τη νυν και την αναδυόμενη παγκόσμια υπερδύναμη. Οι εξελίξεις, μάλιστα, δείχνουν να τους δικαιώνουν, καθώς οι δύο «μονομάχοι» διαμορφώνουν ταχύτατα τις συμμαχίες και τα στρατόπεδά τους – που, σε μεγάλο βαθμό, ταυτίζονται με τα ήδη υπάρχοντα σε γεωπολιτικό επίπεδο – τα οποία φροντίζουν να ενισχύσουν και να οχυρώσουν.
Θα μπορούσαμε δε να ισχυριστούμε πως όσα συμβαίνουν σήμερα γύρω από την ΑΙ παραπέμπουν στα χρόνια του ΝΑΤΟ και του Συμφώνου της Βαρσοβίας – με την Pax Silica (ιδρύθηκε τον Δεκέμβριο του 2025) να παίζει τον ρόλο του πρώτου και τον WAICO (Ιούλιος 2026) του δεύτερου. Oσο για τα λογισμικά, τους κώδικες, τα μικροτσίπ, τις βάσεις δεδομένων, τα κρίσιμα μέταλλα και τις σπάνιες γαίες, είναι αυτά που συγκροτούν τα οπλοστάσια Αμερικανών και Κινέζων σε αυτή την αναμέτρηση. Οι αναλογίες και οι ομοιότητες, άλλωστε, με εκείνη την περίοδο είναι πάρα πολλές, όπως επιβεβαίωσε και ο Σι κατά την παρουσίαση του WAICO. Oταν, δηλαδή, είχε κατηγορήσει τις ΗΠΑ και τον Τραμπ ότι επιχειρούν να υψώσουν ένα «Σιδηρούν Παραπέτασμα στην ΑΙ», παραπέμποντας ευθέως στην εποχή της σύγκρουσης ΗΠΑ και ΕΣΣΔ – και επιχειρώντας να εμφανιστεί ως η πλευρά των «καλών».
Ή μαζί μας ή εναντίον μας
Σε αυτό το φόντο, τόσο η Ουάσιγκτον όσο και το Πεκίνο σπεύδουν να διαμηνύσουν στους εταίρους και τους συνομιλητές τους ότι δεν είναι διατεθειμένοι να τους προσφέρουν πλέον την πολυτέλεια να πατούν ταυτόχρονα σε δύο… βάρκες. Και τους ξεκαθαρίζουν, με απλά λόγια, ότι οφείλουν όχι απλώς να επιλέξουν άμεσα το στρατόπεδο στο οποίο θα ενταχθούν, αλλά και να παραμείνουν απολύτως πιστοί σε αυτό, όποιο και αν είναι το τελικό κόστος.
Τα παραπάνω θυμίζουν, τηρουμένων των αναλογιών, το δίλημμα που είχε κυριαρχήσει σε μια προηγούμενη ιστορική καμπή, μετά τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, όπως το είχε ωμά και χωρίς περιστροφές διατυπώσει ο τότε πρόεδρος των ΗΠΑ, Τζορτζ Μπους: «Κάθε χώρα, κάθε περιοχή, καλείται να πάρει μια απόφαση: είτε θα είστε με εμάς είτε θα είστε με τους τρομοκράτες».
«Το να ανήκει κανείς σε όλα σημαίνει να μην ανήκει σε τίποτα. Η υπογραφή στην Pax Silica δεν αποτελεί κυρίως μια εγγραφή μέλους, αλλά μία δέσμευση (…) Δεν μπορεί να έχει ισχύ όταν υπάρχει συμμετοχή σε παράλληλες όμορες πρωτοβουλίες, οι στοχεύσεις των οποίων έρχονται σε αντίθεση με τις δικές μας», σημειώνει χαρακτηριστικά η επιστολή που έλαβαν τα 25 κράτη-μέλη της ομάδας από τις ΗΠΑ. Oπως εύκολα μπορεί να διαπιστώσουν οι πάντες, πρόκειται για ένα είδος τελεσιγράφου, διατυπωμένου μάλιστα με αρκετά ωμό και διόλου διπλωματικό τρόπο – απόδειξη και αυτό ότι «τα γάντια έχουν βγει».
Θα μπορούσε, βεβαίως, να ισχυριστεί κανείς ότι αποδέκτης του παραπάνω μηνύματος είναι η μοναδική χώρα η οποία είναι σήμερα μέλος και των δύο ομάδων: το Καζακστάν. Στην πραγματικότητα, ωστόσο, συνιστά μια ευθεία απειλή προς όλες τις κυβερνήσεις που μετέχουν μαζί με τους Αμερικανούς τόσο στην 25μελή Pax Silica όσο και στην αποκαλούμενη «Δήλωση Ευκαιρίας της ΑΙ» (AI Opportunity Statement), που πήρε σάρκα και οστά τον περασμένο Ιούνιο. Κυρίως δε προς εκείνες των 10 κρατών που έχουν βάλει την υπογραφή τους μόνο στη δεύτερη, αλλά όχι (ακόμη) στην πρώτη.
Κάτι ανάλογο επιδιώκουν, φυσικά, το Πεκίνο και ο Σι. «Αυτό που θέλει να πετύχει η Κίνα είναι, προφανώς, να φέρει το μεγαλύτερο μέρος του κόσμου στο σημείο να εξαρτάται από τη δική της τεχνολογία και όχι από εκείνη των ΗΠΑ», όπως διαπιστώνει ο Τζορτζ Τσεν, συνεργάτης του ινστιτούτου Asia Group, μιλώντας στους «FT».
Η ώρα του «ποιος, ποιον»
Πρέπει να θεωρείται δεδομένο, λοιπόν, πως η σύγκρουση θα κλιμακωθεί, όσο «στρογγυλεμένα» και αν τα λένε δημοσίως Τραμπ και Σι, όσο και αν υπόσχονται συνεννόηση και συνεργασία για το καλό της ανθρωπότητας και όσο και αν διαρρηγνύουν τα ιμάτιά τους ότι δεν επιδιώκουν να χωρίσουν τον κόσμο σε στρατόπεδα. Κάτι αντίστοιχο έχουν κάνει, εξάλλου, για αρκετά ακόμη θέματα – όπως η προστασία του περιβάλλοντος – χωρίς στη συνέχεια να δικαιώσουν όσους έδωσαν βάση στα λόγια τους.
Σε κάθε περίπτωση, η εξήγηση για την αναμενόμενη κλιμάκωση και κορύφωση είναι πολύ απλή: η Κίνα έχει φτάσει στο σημείο να αμφισβητεί σήμερα εμπράκτως αυτό που είχε περιγράψει με τα παρακάτω λόγια ο (μακαρίτης πλέον) ιδρυτής της Apple, Στιβ Τζομπς: «Το γεγονός ότι μαγεύουμε και ενθουσιάζουμε δισεκατομμύρια χρήστες σε όλο τον κόσμο – αυτή είναι η μυστική μας συνταγή και η υπερδύναμή μας ως χώρας».