Η ουσιαστική ακρόαση της βιωμένης εμπειρίας και της ψυχικής οδύνης των ανθρώπων που αντιμετωπίζουν δυσκολίες ψυχικής υγείας προϋποθέτει κάτι περισσότερο από την αναγνώριση του δικαιώματός τους να μιλούν.
Προϋποθέτει τη διαθεσιμότητά μας να ακούσουμε εκείνες τις πλευρές της ανθρώπινης εμπειρίας που συχνά δυσκολευόμαστε να κατανοήσουμε. Από ψυχοδυναμική σκοπιά, ο τρόπος με τον οποίο ο άνθρωπος βιώνει και επεξεργάζεται την ψυχική οδύνη συνδέεται, μεταξύ άλλων, με τις πρώιμες σχέσεις και τις εμπειρίες φροντίδας μέσα στις οποίες διαμορφώνεται η ψυχοσυναισθηματική του ανάπτυξη και νοηματοδοτείται ο εσωτερικός ψυχικός του κόσμος.
Οι πρώιμες σχέσεις δεν καθορίζουν μονοσήμαντα τη μετέπειτα ψυχική ζωή, συμβάλλουν, ωστόσο στη διαμόρφωση του τρόπου με τον οποίο το άτομο αντιμετωπίζει τις απώλειες, τις ματαιώσεις και τις τραυματικές εμπειρίες, καθώς και του τρόπου με τον οποίο αναζητά τη στήριξη των άλλων.
Σχέσεις
Υπό αυτή την έννοια, η ψυχική οδύνη δεν μπορεί να κατανοηθεί ανεξάρτητα από την ιστορία των σχέσεων του ατόμου, αλλά και από τις σχέσεις και τις συνθήκες του παρόντος μέσα στις οποίες μπορεί να βρει χώρο για να εκφραστεί, να γίνει κατανοητή και σταδιακά να αποκτήσει νόημα.
Η ψυχαναλυτική σκέψη μάς υπενθυμίζει, ως εκ τούτου, ότι η δυνατότητα επεξεργασίας δύσκολων συναισθημάτων αναπτύσσεται μέσα σε σχέσεις που μπορούν να τα αντέξουν. Οταν η έκφραση του φόβου, της ντροπής ή της απόγνωσης αντιμετωπίζεται με υποτίμηση, ο άνθρωπος μπορεί να αποσυρθεί, βιώνοντας την οδύνη του ως κάτι που πρέπει να κρύψει. Αντίθετα, ένα περιβάλλον που δεν ταυτίζει το πρόσωπο με τη διαταραχή του μπορεί να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις επανασύνδεσης με τον εαυτό του και τους άλλους.
Σε αυτό το σημείο αναδεικνύεται και το ζήτημα του στίγματος. Το στίγμα δεν βρίσκεται μόνο στις προκαταλήψεις που εκφράζονται ανοιχτά. Εγκαθίσταται και εσωτερικά, κάθε φορά που το άτομο αρχίζει να βλέπει τον εαυτό του μέσα από το βλέμμα της κοινωνικής απόρριψης, να αμφιβάλλει για την αξία του ή να φοβάται ότι η αποκάλυψη της δυσκολίας του θα θέσει σε κίνδυνο τις σχέσεις και τη θέση του στην κοινωνία. Η σιωπή που ακολουθεί δεν αποτελεί κατ’ ανάγκην άρνηση της βοήθειας· μπορεί να είναι ένας τρόπος προστασίας από την αναμενόμενη ταπείνωση ή τον αποκλεισμό.
Η βιωμένη εμπειρία, επομένως, δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ως μια μαρτυρία που ακούμε απλώς με ενδιαφέρον χωρίς στη συνέχεια να επηρεάζει την καθημερινότητά μας. Είναι μια μαρτυρία η οποία θα πρέπει να επηρεάζει τον τρόπο με τον οποίο οργανώνουμε τις υπηρεσίες ψυχικής υγείας, τους χώρους εργασίας και τις κοινότητές μας. Ο άνθρωπος δεν αρκεί να βρει τις λέξεις για να περιγράψει όσα του συμβαίνουν· έχει, επίσης, ανάγκη από έναν συνομιλητή που μπορεί να τον ακούσει με προσοχή, χωρίς να σπεύσει να ερμηνεύσει, ή να προσαρμόσει την εμπειρία του σε όσα θεωρούνται κοινωνικώς αποδεκτά.
Η γνώση
Αυτό μας βοηθά να κατανοήσουμε γιατί η μεγαλύτερη ενημέρωση δεν οδηγεί πάντοτε στην έγκαιρη αναζήτηση θεραπείας. Η γνώση ότι υπάρχουν διαθέσιμες υπηρεσίες ψυχικής υγείας δεν αρκεί, όταν κάποιος φοβάται τι θα σημαίνει για την ταυτότητά του να ζητήσει βοήθεια, αν θα εξακολουθήσει να γίνεται αποδεκτός από τους οικείους του ή αν θα αντιμετωπιστεί ως λιγότερο ικανός στον χώρο εργασίας του. Χρειάζεται, βεβαίως, επαρκής και προσβάσιμη φροντίδα, αλλά και ένα κοινωνικό περιβάλλον στο οποίο η ευαλωτότητα δεν συνεπάγεται απώλεια αξιοπρέπειας και αυτονομίας.
Εδώ αποκτά ιδιαίτερη σημασία η ανάγκη του ανήκειν. Οι ομάδες, είτε πρόκειται για θεραπευτικές ομάδες είτε για ομάδες υποστήριξης και συμμετοχής στην κοινότητα, μπορούν να προσφέρουν έναν χώρο του ανήκειν, όπου οι άνθρωποι δεν περιορίζονται στον ρόλο του ασθενούς, αλλά αναγνωρίζονται ως πρόσωπα με τη δική τους ιστορία, τις δικές τους επιθυμίες και τη δική τους φωνή. Μέσα στην ομάδα, η διαφορετικότητα μπορεί σταδιακά να γίνει περισσότερο ανεκτή και η εμπειρία της απομόνωσης να μετασχηματιστεί μέσα από την αναγνώριση του άλλου.
Ισως, τελικά, το ουσιαστικό ερώτημα της Παγκόσμιας Ημέρας Ψυχικής Υγείας να μην είναι μόνο αν δίνουμε στους ανθρώπους τη δυνατότητα να εκφράσουν τις βιωμένες εμπειρίες τους, αλλά αν είμαστε έτοιμοι να αλλάξουμε κι εμείς ακούγοντάς τους.
Γιατί η πραγματική ακρόαση δεν προσφέρει απλώς ανακούφιση· μας καλεί να αναθεωρήσουμε τις βεβαιότητές μας και να δημιουργήσουμε σχέσεις και θεσμούς που σέβονται την πολυπλοκότητα της ανθρώπινης εμπειρίας. Και ίσως εκεί να αρχίζει η αλλαγή στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε το στίγμα: όταν συμβάλλουμε στη δημιουργία μιας κοινωνίας στην οποία κάθε άνθρωπος μπορεί να συμμετέχει και να ανήκει χωρίς να χρειάζεται να κρύβει τις δυσκολίες του ή να φοβάται την απόρριψη.
Η Αθηνά Μαρούδα – Χατζούλη PhD είναι ψυχολόγος, ψυχοθεραπεύτρια, αναλύτρια ομάδος, πρόεδρος Ινστιτούτου Ψυχοκοινωνικής Ανάπτυξης (ΙΨΑ), μέλος, εκπαιδεύτρια, αναλύτρια & επόπτρια της Ελληνικής Εταιρείας Αναλυτικής Ομαδικής & Οικογενειακής Ψυχοθεραπείας.