Χένρι Γουάνγκ στα «ΝΕΑ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ»: «Το στοίχημα της στρατηγικής σταθερότητας»

«Νέα στρατηγική ισορροπία» μεταξύ Κίνας και ΗΠΑ. Είναι ο «τίτλος» που βάζει στη νέα «τροχιά» που εισήλθαν οι σινοαμερικανικές σχέσεις, μετά τη  πρόσφατη τριήμερη επίσκεψη του κινέζου προέδρου στην Ουάσιγκτον, ο Χένρι Γουάνγκ, ιδρυτής και πρόεδρος του Κέντρου για την Κίνα και την Παγκοσμιοποίηση (CCG), μόνιμο μέλος του διοικητικού συμβουλίου του Κινεζικού Ινστιτούτου Διεθνών Οικονομικών Σχέσεων (υπάγεται στην Κεντρική Τράπεζα της Κίνας – PBOC) και διευθυντής στον Κινεζικό Λαϊκό Σύνδεσμο Εξωτερικών  Υποθέσεων. Εξέλιξη που αποδίδει στην πρόθεση του προέδρου Τραμπ να ρίξει τους τόνους και να «αντιμετωπίσει την Κίνα ως ισότιμη δύναμη».

«Δεν κερδίζει κάποιος απ’ την αντιπαράθεση και τους ανταγωνισμούς. Η στρατηγική σταθερότητα φαίνεται να αποτελεί, αυτή τη στιγμή, το σημείο της σινοαμερικανικής σύγκλισης. Κι ενδέχεται να οδηγήσει στη σταθεροποίηση των διμερών σχέσεων για ένα διάστημα», προσθέτει, μιλώντας στα «ΝΕΑ Σαββατοκύριακο», ο πρώην σύμβουλος στο Κρατικό Συμβούλιο της Κίνας, πρώην αντιπρόεδρος στην Κινεζική Ενωση για τη Διεθνή Οικονομική Συνεργασία του υπουργείου Εμπορίου της Κίνας και  καθηγητής στο Πανεπιστήμιο Εξωτερικών Υποθέσεων της Κίνας, το «λίκνο» της κινεζικής διπλωματίας. Προτάσσοντας τα «επιτεύγματα» της επίσκεψης Σι στους τομείς της τεχνητής νοημοσύνης: «Σε μια περίοδο που η τεχνητή νοημοσύνη έχει φτάσει σε επικίνδυνο σημείο, αποκτά νέα διάσταση και βάρος η συνεργασία ΗΠΑ – Κίνας, δυο υπερδυνάμεων στον συγκεκριμένο τομέα, για τον οποίο φέρουν ηθική ευθύνη, μέσω της δημιουργίας απευθείας γραμμής επικοινωνίας, ενός μηχανισμού διαλόγου αποκλειστικά για την ΤΝ. Η δε επιθυμία των δύο ηγετών να συνεργαστούν και με τον υπόλοιπο κόσμο επιβεβαιώνει ότι η προσέγγιση που επιτεύχθηκε για την ΤΝ έχει αντικειμενικά ερείσματα».

Ναι μεν οι σχετικές συνομιλίες θα συνεχιστούν τον Νοέμβριο, οπότε η αμερικανική αντιπροσωπεία θα επισκεφθεί το Πεκίνο, με στόχο να «κλειδώσει», ει δυνατόν, μια συμφωνία για την ΤΝ – είναι, πάντως, εντυπωσιακό από μόνο του το γεγονός ότι μέσα σε διάστημα τεσσάρων μηνών πραγματοποιήθηκαν δύο επισκέψεις, ενώ στους επόμενους  δύο θα ακολουθήσουν άλλες δύο, μεταξύ των δύο χωρών.

Ωστόσο, τίποτα δεν αποκλείει οι πάγιοι ανταγωνισμοί να εξελιχθούν ξανά σε εν δυνάμει «τορπίλες» οποιασδήποτε προς επίτευξη ή επιτευχθείσας συμφωνίας. «Διαφωνώ. Πιστεύω ότι οι δυο χώρες επιθυμούν να παραμείνουν ενωμένες στη συνεργασία τους για την ΤΝ,  χωρίς να επιβληθεί τίμημα ή εμπόδιο», αντιδρά ο κινέζος συνομιλητής μας, εστιάζοντας, ταυτόχρονα, στη συμφωνία που επιτεύχθηκε για το εμπόριο και δη τη γεωργία. Τον λόγο που στις επόμενες δύο συνόδους κορυφής, του APEC, στις 18 και 19 Νοεμβρίου στην Κίνα, και της G20, τον Δεκέμβριο στο Μαϊάμι, «δεν θα χρειαστεί να συζητήσουν οι δυο ηγέτες ξανά για εμπορικά ζητήματα». Ειδικότερα στον τομέα της γεωργίας, οι εμπορικές συναλλαγές, απαλλαγμένες από εκατέρωθεν δασμούς, αγγίζουν τα 60 δισεκατομμύρια, κάτι που, σε παγκόσμιο επίπεδο, θα μπορούσε να φτάσει τα 90 ή 100 δισεκατομμύρια, καθώς υπάρχει περιθώριο επέκτασης, συνεχίζει ο κ. Γουάνγκ.

Η κοινή «γραμμή» για το Ιράν (πυρηνικό όπλο,  Στενά του Ορμούζ,  δασμοί), αλλά και η δήλωση του Ντόναλντ Τραμπ ότι δεν θα αποστείλει στρατεύματα σε απόσταση 9.500 μιλίων από την Ταϊβάν, «ισχυροποιούν τη στρατηγική σταθερότητα», εκτιμά ο κινέζος οικονομολόγος. «Πρόκειται για ένα πολύ σημαντικό επίτευγμα και για τις δύο πλευρές. Ο πρόεδρος Τραμπ εκπροσωπεί το δυτικό ημισφαίριο. Είναι σαφές ότι  κάνει πλέον στροφή από την Ασία και την περιοχή του Ινδο-Ειρηνικού στη Λατινική Αμερική και το δυτικό ημισφαίριο».

Η νέα στρατηγική ισορροπία είναι θετική, καταλήγει ο κορυφαίος κινέζος αναλυτής, για έναν πρόσθετο λόγο: «Ο Παγκόσμιος Νότος, οι μεσαίες δυνάμεις και οι αναδυόμενες χώρες παγκοσμίως δεν χρειάζεται να πάρουν θέση υπέρ της μίας ή της άλλης πλευράς, δεν είναι αναγκασμένες να επιλέξουν ένα στρατόπεδο. Μπορούν να συνεργαστούν και με τις δύο χώρες. Αυτή η προσέγγιση, η διπλωματία σε επίπεδο αρχηγών κρατών “από πάνω προς τα κάτω” έχει λογική και κυοφορεί αποτελέσματα. Αν τελικά οι δυο ηγέτες μπορέσουν να σταθεροποιήσουν το πεδίο της τεχνητής νοημοσύνης – θεσπίζοντας μια μορφή διακυβέρνησής της – θα επιβεβαιωνόταν ότι η τελευταία συνάντησή τους είχε απτό αποτέλεσμα».