Είχα να διαβάσω βιβλίο του πάνω από σαράντα χρόνια, την ύπαρξή του την είχα μισολησμονήσει, καίτοι ανεξάλειπτη έμενε στη μνήμη μου η ανάγνωση του «Σπάρτακου» (κίτρινο εξώφυλλο, έκδοση τσέπης, από την Αγκυρα, αν θυμάμαι καλά) όπως και η ταινία του μέγιστου Στάνλεϊ Κιούμπρικ, του 1960, που είδαμε κάμποσες φορές στους θερινούς κινηματογράφους της Αθήνας.
Πρόκειται, φυσικά, για τον Χάουαρντ Φαστ (Howard Fast, 1914-2003) που μας προσφέρει, με το έξοχο νουάρ «Σύλβια» (1960) μια πρώτης τάξεως αναγνωστική εμπειρία, χάρη μάλιστα στη μεταφραστική δεξιοτεχνία του σπουδαίου συγγραφέα Χρήστου Οικονόμου και την εκδοτική μαεστρία του οίκου Πόλις.
Ας θυμηθώ, και ας θυμίσω, ότι η λατρευτική μανία μας με το είδος χρονολογείται από τα τέλη της δεκαετίας του 1970, και ατσαλώθηκε μέσω του αείμνηστου ευγενούς αναρχικού Νικόλα Μπαλή που εγκωμίαζε τους κλασικούς Ντάσιελ Χάμετ και Ρέιμοντ Τσάντλερ, καθώς και μέσω των εκδόσεων Άγρα που πήραν το νουάρ από τα περίπτερα (Βίπερ, Λυχνάρι, Αγκυρα) και το έφεραν στα ράφια έγκριτων βιβλιοπωλείων.
Η «Σύλβια» κυκλοφόρησε αρχικά από τον οίκο Doubleday με την υπογραφή Ε. Β. Κάνινγκχαμ, καθόσον ο Φαστ αντιμετώπιζε σοβαρά προβλήματα από την επαίσχυντη Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών και το FBI υπό την ηγεσία του διαβόητου Τζ. Εντγκαρ Χούβερ που είχε βάλει στη μαύρη λίστα τον συγγραφέα του «Σπάρτακου» και του «Πολίτη Τομ Πέιν», θεωρώντας ότι επιδίδεται σε κομμουνιστική προπαγάνδα!
Δύο ρομαντικά άσματα της εποχής, «Ποια είναι η Σύλβια;» και «Τα μαλλιά της Σύλβιας είναι σαν τη νύχτα», που εμμονικά άκουγε ο Φαστ, αποτέλεσαν το έναυσμα για τη συγγραφή αυτού του βιβλίου που μοιάζει με παρατεταμένο μπλουζ, με εγκώμιο ενός έρωτα που, ενώ όλα δείχνουν ότι δεν μπορεί παρά να είναι απονενοημένος, ατελέσφορος, και ανεκπλήρωτος, εντέλει θριαμβεύει, και πολύ καλά κάνει.
Ο Φαστ μένει πιστός σε κάποιους άτυπους αλλά ισχυρούς κανόνες του νουάρ –ο σχεδόν μπατίρης ντετέκτιβ, ο πάμπλουτος κακός, η μοιραία κοκκινομάλλα με τις σκοτεινές βλέψεις – αλλά με παιγνιώδες πείσμα, και ρομαντική επινοητικότητα, φροντίζει να τους ανατρέψει, ή έστω να τους υπονομεύσει, συνθέτοντας ένα από τα πιο πρωτότυπα μυθιστορήματα του δημοφιλούς είδους· ο ντετέκτιβ, που ακούει στο όνομα Αλαν Μάκλιν, σε αντίθεση με τον Κοντινένταλ Οπ και τον Έλληνα Νικ Τσαρλς του Χάμετ, καθώς και με τον λατρεμένο Φίλιπ Μάρλοου του Τσάντλερ, έχει κάνει λαμπρές σπουδές αρχαίας ιστορίας και φιλοδοξούσε να γίνει καθηγητής πανεπιστημίου, αλλά η ζωή είχε άλλα σχέδια (σ. 16).
Στα όρια της απόλυτης αφραγκίας, θα προσληφθεί από τον ζάπλουτο Φρέντρικ Σάμερς (με γνήσιους πίνακες του Χουάν Μιρό στο άντρο του) προκειμένου να σκαλίσει το παρελθόν κάποιας Σύλβιας Γουέστ, την οποία ο μαικήνας προτίθεται να παντρευτεί, μολονότι γνωρίζει ελάχιστα πράγματα για το ποιόν και την ιστορία της.
Εννοείται ότι ο Μάκλιν θα ερωτευτεί την εν λόγω με την πρώτη ματιά που ρίχνει σε μια φωτογραφία της που του ενεχείρισε ο εργοδότης του. Θα την ερωτευτούμε απαρεγκλίτως και εμείς. Και πώς όχι;
Ιδού: «Δεν έμοιαζε με άλλες όμορφες γυναίκες, ήταν μοναδική. Ισως κάποιος να διέκρινε στα γεμάτα χείλη της ένα ίχνος σκυθρωπής δυσαρέσκειας· αλλά αυτό δεν σήμαινε τίποτα, αφού το στόμα, η μύτη, το πλατύ μέτωπο και τα μαύρα μαλλιά της αποκτούσαν νόημα μονάχα αν τα παρατηρούσες στο σύνολό τους. Ηταν ένα πρόσωπο γεμάτο ζωή και κίνηση, ένα πρόσωπο που φανέρωνε – ακόμα και στη φωτογραφία – ανησυχία, θυμό, ανυπομονησία και ταυτόχρονα, κατά τρόπο αντιφατικό, έμοιαζε ικανοποιημένο» (σ. 24).
Ο Μάκλιν, κι εμείς μαζί του (lovers άνευ χαρτοφυλακίου), βρίσκει, και αναλύει, ένα προς ένα τα κομμάτια που συνθέτουν το παζλ Σύλβια, που δεν λέγεται μόνο Γουέστ, αλλά επίσης Κάρτερ και στην πραγματικότητα Καρόκι, που υπήρξε κόρη αλκοολικού και μισότρελου αλήτη ουγγρικής καταγωγής, κατά συρροήν ψεύτρα και πόρνη και εκβιάστρια και ψυχρή διάκονος της απόλυτης επιβίωσης και της κοινωνικής ανέλιξης, αλλά και δημιουργός της ποιητικής συλλογής Σκοτεινό φεγγάρι – ίσως η μοναδική ηρωίδα νουάρ μυθιστορήματος που έχει δημοσιεύσει και εκδώσει ποίηση αξιώσεων, σε ύφος μάλιστα που συγγενεύει με αυτό των μπίτνικ, της Beat Generation, και, με ένα όχι και τόσο αλλόκοτο χρονικό άλμα, με τα επιτεύγματα του σέντερ φορ της ποίησης, του Βασίλη Στεριάδη!
Ιδού και πάλι: «Σκοτεινό φεγγάρι, αλλιώτικο φως / Στην παχιά κοιλιά της χοιρομάνας που γεννά ματωμένη. / Γέννα κι εμετός, / σπασμός εγωκεντρικός. / Porcus, θεϊκός τοκετός, ecco, / νανουρητό της μάνας, ecco / Ανοιξε τ’ αφτιά ν’ ακούσεις, ecco, / κέρασέ με λίγο εμετό / Μέσα στο μπαρ που ζέχνει μπίρα, / ένα σφηνοπότηρο γεμάτο αθάνατη ψυχή / Ανακατεμένη με ευλαβικά αέρια / και κόπρανα ατίθασα. / Βύζαξε τις ρώγες, πιες λαίμαργα, / το γάλα της ανθρώπινης καλοσύνης / Ξινίζει – κουκλίτσα, ποτέ! / Κάνε με ολόκληρη μέσα απ’ το κενό / Γιατρικό το σχολείο, / το χαμόγελο της κυρίας λεπίδι» (σ. 52).
Συναντάμε, πράγματι, τους μπίτνικ (σ. 217), όπως συναντάμε, άλλη μία πρωτιά του Χάουαρντ Φαστ, τον μείζονα στοχαστή Λούις Μάμφορντ (σ. 273), κι ένα κλείσιμο του ματιού στον Αλεν Γκίνσμπεργκ (σ. 293), καθώς ο Μάκλιν, εξιχνιάζει τον βίο της Σύλβιας αλλά, κόντρα στην οικόσιτη σύνεση και το έλλογο συμφέρον, θυσιάζει τα πάντα στον βωμό του απολύτου έρωτος, αψηφάει δαίμονες και θεούς, και ανταλλάσσει ένα υπέρτατο φιλί με τη γυναίκα στην οποία θα αφιερώσει όλη του την υπόλοιπη ζωή!
Όπως λένε και οι νέοι σήμερα: Αχαστο!
Ο Γιώργος-Ικαρος Μπαμπασάκης είναι συγγραφέας – μεταφραστής
Howard Fast
Σύλβια
Μτφ. Χρήστος Οικονόμου
Εκδ. Πόλις 2026,
σελ. 404
Τιμή 20 ευρώ