Έκκληση για μια «κοινή ευρωπαϊκή απάντηση» με στόχο την περαιτέρω ενίσχυση των εξωτερικών συνόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης απηύθυνε η πρόεδρος της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν, μετά τη μεταναστευτική κρίση στη Θέουτα και τις έντονες διπλωματικές αντιδράσεις που ακολούθησαν μεταξύ των κρατών-μελών.
Σε επιστολή της προς τον Ισπανό πρωθυπουργό Πέδρο Σάντσεθ, η οποία φέρει σημερινή ημερομηνία και δημοσιοποιήθηκε από το Γαλλικό Πρακτορείο και το Reuters, η πρόεδρος της Ευρωπαϊκής Επιτροπής σημειώνει ότι τα γεγονότα στη Θέουτα ανέδειξαν την ανάγκη για περαιτέρω μέτρα προστασίας των συνόρων.
«Αυτό το επεισόδιο δείχνει με σαφήνεια ότι πρέπει να πάμε πιο μακριά για να ενισχύσουμε τα σύνορά μας στα πιο κρίσιμα σημεία», αναφέρει χαρακτηριστικά.
Μεταξύ των προτάσεων που εξετάζονται περιλαμβάνονται η ενισχυμένη επιτήρηση των συνόρων και, όπου κρίνεται απαραίτητο, η χρήση φυσικών φρακτών. Ωστόσο, η Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν υπογραμμίζει ότι η προστασία των εξωτερικών συνόρων της ΕΕ αποτελεί «ευρωπαϊκή ευθύνη που μοιράζεται» από όλα τα κράτη-μέλη.
Η κρίση στη Θέουτα, τον ισπανικό θύλακα στη βόρεια Αφρική, προκάλεσε σοβαρές εντάσεις στο εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης, μετά την άφιξη μεγάλου αριθμού μεταναστών από το Μαρόκο.
Ορισμένα κράτη-μέλη, με επικεφαλής την Ιταλία και τη Δανία, ζήτησαν την αναστολή της συμμετοχής της Ισπανίας στη ζώνη Σένγκεν, προκαλώντας την έντονη αντίδραση της Μαδρίτης, η οποία κατήγγειλε «εγωιστικές» συμπεριφορές και ζήτησε έκτακτη σύνοδο των υπουργών Εσωτερικών της ΕΕ.
Η τηλεδιάσκεψη των υπουργών αναμένεται να πραγματοποιηθεί την Τρίτη, προκειμένου να αξιολογηθούν τα γεγονότα στη Θέουτα και να εξεταστούν τρόποι για μια ενιαία ευρωπαϊκή πολιτική αντιμετώπισης της παράτυπης μετανάστευσης.
Στην επιστολή της, η πρόεδρος της Κομισιόν αναφέρει επίσης ότι, σε συνεργασία με την Ισπανία, θα μπορούσαν να ενισχυθούν τα συστήματα έγκαιρης προειδοποίησης στα σύνορα της Θέουτα και της Μελίγια, καθώς και η τεχνική και οικονομική στήριξη προς το Μαρόκο.
Το τελευταίο διάστημα η ΕΕ έχει προχωρήσει σε αυστηροποίηση των μεταναστευτικών κανόνων, δίνοντας μεταξύ άλλων τη δυνατότητα στα κράτη-μέλη να μεταφέρουν αιτούντες άσυλο σε κέντρα υποδοχής εκτός των ευρωπαϊκών συνόρων, τους λεγόμενους «κόμβους επιστροφής».