Οι πρόσφατες κινητοποιήσεις στη Μαγιόρκα, η οποία έχει φτάσει στα όριά της λόγω του υπερτουρισμού υπενθυμίζουν πως όλο και περισσότεροι ευρωπαϊκοί προορισμοί βρίσκονται ενώπιον ενός κρίσιμου αλλά και ζωτικού διλήμματος: στη μία όψη του νομίσματος η ισχυρή οικονομική δυναμική του τουρισμού και στην άλλη η καθημερινότητα των κατοίκων, οι οποίοι βλέπουν τα ενοίκια να εκτοξεύονται, το κόστος ζωής να γίνεται δυσβάσταχτο και τις υποδομές πόλεων και νησιών να εξαντλούνται.
Από τη Μαγιόρκα και τη Βαρκελώνη μέχρι τη Ρώμη, τη Σαντορίνη και την Αθήνα, τίθεται το ίδιο ερώτημα: πόσους επισκέπτες μπορεί να υποδεχθεί ένας τόπος χωρίς να πάψει να είναι βιώσιμος για τους ντόπιους;
«Η Μαγιόρκα έχει φτάσει στα οικολογικά, χωροταξικά και κοινωνικά της όρια, στα όρια της ανθρώπινης πίεσης και σε αυτά που μπορούν πλέον να αντέξουν οι κάτοικοί της», αναφέρει χαρακτηριστικά η τοπική συλλογικότητα Menys Turisme, Més Vida.
Η συγκεκριμένη φράση συμπυκνώνει το βασικό πρόβλημα του υπερτουρισμού. Δεν αφορά μόνο την πολυκοσμία στους δρόμους ή τις ουρές έξω από δημοφιλή αξιοθέατα. Αφορά τη σταδιακή μετατροπή ολόκληρων περιοχών σε ζώνες τουριστικής κατανάλωσης, στις οποίες οι ανάγκες των επισκεπτών υπερισχύουν εκείνων των μόνιμων κατοίκων.
Ακριβότερα ενοίκια και δυσεύρετη στέγη
Η πιο άμεση και ορατή επίπτωση του υπερτουρισμού είναι η αύξηση του κόστους στέγασης. Εξάλλου, η ακρίβεια αυτή έχει αφήσει εδώ και αρκετά χρόνια το ανεξίτηλο αποτύπωμα της και στην Αθήνα. Η μετατροπή κατοικιών σε καταλύματα βραχυχρόνιας μίσθωσης μειώνει τον αριθμό των ακινήτων που διατίθενται για μακροχρόνια. Όσο περιορίζεται η προσφορά, οι τιμές ανεβαίνουν, με αποτέλεσμα εργαζόμενοι, οικογένειες και νέοι να αναγκάζονται είτε να διαθέτουν μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός τους για στέγη είτε να μετακομίζουν μακριά από τις περιοχές στις οποίες εργάζονται.
Ένα όχι και τόσο fun αλλά fact, είναι ότι ακόμη και εργαζόμενοι στον ίδιο τον τουριστικό κλάδο δυσκολεύονται να βρουν σπίτι στις περιοχές όπου απασχολούνται. Έτσι, μια δραστηριότητα που δημιουργεί θέσεις εργασίας και εισόδημα καθιστά την καθημερινότητα πολλών εργαζομένων σε αυτή πραγματικά δυσβάσταχτη.
Φθίνουσα ποιότητα ζωής και αγώνας δρόμου για τα βασικά
Όπως η αυξημένη ζήτηση για καταλύματα αυξάνεται συμπαρασύροντας τα ενοίκια προς στα πάνω, έτσι κι η αυξημένη ζήτηση για προϊόντα και υπηρεσίες οδηγεί σε γενικότερη άνοδο των τιμών. Εστιατόρια, καφέ, καταστήματα λιανικής, μεταφορές και ψυχαγωγία προσαρμόζουν τις τιμές τους στην αγοραστική δύναμη των επισκεπτών. Οι μόνιμοι κάτοικοι, όμως, εξακολουθούν να αμείβονται με βάση τις συνθήκες της τοπικής οικονομίας και καλούνται να πληρώσουν με γνώμονα το «ξένο πορτοφόλι».
Σε προορισμούς όπως το Ντουμπρόβνικ, το οποίο πλημμύρισε με τουρίστες μετά από το «Game of Thrones», οι τιμές έχουν αυξηθεί σημαντικά. Αντίστοιχες τάσεις καταγράφονται σε ιστορικές πόλεις και παραθαλάσσιες περιοχές της Ισπανίας και της Ιταλίας. Στην τελευταία μάλιστα, καταγράφεται το φαινόμενο του «eat and run» ή, στα ιταλικά, «mordi e fuggi», κατά το οποίο επισκέπτες της μιας ημέρας περνούν λίγες ώρες σε έναν προορισμό, αγοράζουν φθηνά προϊόντα ή σουβενίρ και αναχωρούν χωρίς διανυκτέρευση και χωρίς να αφήσουν χρήμα στην τοπική οικονομία.
Την ίδια στιγμή σε Ρώμη και Ποζιτάνο, επισκέπτες συνωστίζονται σε στενά δρομάκια και σημεία με θέα, δυσκολεύοντας ακόμη και την απλή μετακίνηση των κατοίκων, για να μην μιλήσουμε για την περίπτωση έκτακτης ανάγκης. Σε ορισμένες περιοχές, οι δρόμοι κλείνουν ή γίνονται σχεδόν απροσπέλαστοι, ενώ οι κάτοικοι διαμαρτύρονται ότι δυσκολεύονται να κινηθούν έξω από τα σπίτια τους, να χρησιμοποιήσουν τα μέσα μεταφοράς ή να έχουν πρόσβαση σε βασικές υπηρεσίες.
Παράλληλα, η συνεχής φασαρία, η νυχτερινή διασκέδαση, η αύξηση των απορριμμάτων και η κατάληψη του δημόσιου χώρου από τουριστικές χρήσεις επηρεάζουν σταδιακά τον χαρακτήρα ολόκληρων γειτονιών, με παρόμοια κινήματα με αυτά της Ισπανίας να εμφανίζονται και σε περιοχές του κέντρου της Αθήνας.
Υποδομές στα «πρόθυρα νευρικής κρίσης»
Παραφράζοντας τον Αλμοδοβάρ, μπορεί κανείς να διατυπώσει την κατάσταση που επικρατεί στις τοπικές υποδομές. Σε πολλές περιοχές βρίσκονται στα «πρόθυρα νευρικής κρίσης», καθώς η ραγδαία αύξηση του αριθμού των επισκεπτών ασκεί πίεση σε δίκτυα και υπηρεσίες που σχεδιάστηκαν για πολύ μικρότερους πληθυσμούς. Δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης, ηλεκτροδότηση, οδικό δίκτυο, μέσα μαζικής μεταφοράς, λιμάνια, αεροδρόμια και συστήματα διαχείρισης απορριμμάτων καλούνται, ειδικά τους θερινούς μήνες, να εξυπηρετήσουν υπέρογκο αριθμό ανθρώπων. Χωρίς να συνυπολογίζεται σε αυτό η υπερκόπωση των εργαζόμενων που καλούνται να διαχειριστούν τις υποδομές αυτές.
Η Σαντορίνη αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η καθημερινή άφιξη χιλιάδων επιβατών με κρουαζιερόπλοια προκαλεί συνθήκες ασφυξίας, χωρίς οι υπάρχουσες υποδομές να μπορούν να εξυπηρετήσουν επαρκώς τον όγκο των επισκεπτών.
Πίεση από την αυξημένη επισκεψιμότητα παρατηρείται ακόμη και στο Άγιον Όρος, καθώς από 2023, λόγω και της επιδείνωσης της πολεμικής έντασης στη Μέση Ανατολή, χιλιάδες ορθόδοξοι επιλέγουν το Περιβόλι της Παναγιάς ως ασφαλέστερο θρησκευτικό προορισμό σε σχέση με τα Ιεροσόλυμα. Μονές και Ιερά Επιστασία προειδοποιούν για πολυκοσμία και κυκλοφοριακά προβλήματα στον Άθω, κάτι που δεν θα περιμένει να ακούσει κανείς για τον συγκεκριμένο τόπο.
«Η Αθήνα δεν μπορεί να είναι ένα τεράστιο ξενοδοχείο»
«Πρωταγωνίστρια» στο έργο του υπερτουρισμού και η Αθήνα. Ο δήμαρχος Αθηναίων Χάρης Δούκας σε πρόσφατη συνέντευξή του στον Guardian ανέφερε ότι «η Αθήνα δεν μπορεί να λειτουργεί σαν ένα τεράστιο ξενοδοχείο», υπογραμμίζοντας ότι η ανεξέλεγκτη τουριστική ανάπτυξη ασκεί μεγάλες πιέσεις κυρίως στο ιστορικό κέντρο. Το 2023 περισσότεροι από 8 εκατομμύρια επισκέπτες βρέθηκαν στην ελληνική πρωτεύουσα, αριθμός-ρεκόρ για μια πόλη που για πολλά χρόνια αντιμετωπιζόταν κυρίως ως ενδιάμεσος σταθμός προς τα νησιά.
«Όταν έχεις περίπου 700.000 κατοίκους και 8 εκατομμύρια επισκέπτες, η πίεση είναι τεράστια», έκρουσε τον κώδωνα του κινδύνου ο δήμαρχος, αναφερόμενος στην ανάγκη αναβάθμισης των δικτύων ηλεκτροδότησης, ύδρευσης, αποχέτευσης και τηλεπικοινωνιών.
Ξεχνώντας την περιβαλλοντική διάσταση
Μια παράμετρος που πάντα, δυστυχώς υποτιμάται, σε παρόμοια ζητήματα είναι και η σοβαρή περιβαλλοντική πρόκληση, που γεννά το κύμα του υπερτουρισμού. Η αύξηση των αεροπορικών και θαλάσσιων μετακινήσεων επιβαρύνει το περιβαλλοντικό αποτύπωμα , ενώ στους προορισμούς αυξάνονται η κατανάλωση νερού και ενέργειας και η παραγωγή απορριμμάτων.
Σε νησιωτικές περιοχές, όπου οι φυσικοί πόροι είναι περιορισμένοι, η πίεση γίνεται ακόμη μεγαλύτερη. Η υψηλή κατανάλωση νερού από ξενοδοχεία, πισίνες και τουριστικές εγκαταστάσεις μπορεί να οδηγήσει σε ελλείψεις, ιδιαίτερα σε περιόδους ξηρασίας. Παράλληλα, η υπερβολική δόμηση για την κάλυψη της τουριστικής ζήτησης αλλοιώνει το τοπίο και επιβαρύνει ευαίσθητα οικοσυστήματα. Τέλος, οι παραλίες, τα ιστορικά κέντρα και οι προστατευόμενες περιοχές κινδυνεύουν να χάσουν τα χαρακτηριστικά που τα κατέστησαν εξαρχής ελκυστικά.