Υπέρ της αύξησης των επιτοκίων από 2,25% σε 2,50% κατά την συνεδρίαση της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ) στις 10 Σεπτεμβρίου τάσσεται εμμέσως πλην σαφώς ο πρόεδρος της γερμανικής κεντρικής τράπεζας (Bundesbank) Γιόαχιμ Νάγκελ. Ειδικότερα, σε συνέντευξή του στην γαλλική εφημερίδα Le Monde, o Νάγκελ σημειώνει ότι «προς το παρόν, ο πληθωρισμός, ο οποίος είναι περίπου 3% αντί για 2%, δεν είναι κοντά στον μεσοπρόθεσμο στόχο μας» και «σύμφωνα με τις προβλέψεις του Ιουνίου, ο πληθωρισμός θα επιστρέψει στο 2% μεσοπρόθεσμα μόνο εάν τα επιτόκια είναι υψηλότερα».
Συνεχίζοντας ωστόσο δηλώνει ότι είναι επιφυλακτικός ως προς την παροχή περαιτέρω πληροφοριών, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι τιμές του πετρελαίου και του φυσικού αερίου συνεχίζουν να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν και ότι οι χρηματοπιστωτικές αγορές είναι εξαιρετικά ασταθείς. «Υπάρχει μεγάλη αβεβαιότητα. Είναι μια δυσάρεστη κατάσταση – και από την άποψη της νομισματικής πολιτικής. Αλλά η προσέγγισή μας, σε κάθε συνάντηση, μας έχει εξυπηρετήσει καλά στο παρελθόν και σίγουρα θα συνεχίσει να το κάνει και στο μέλλον», σημειώνει ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης.
Απαντώντας στο ερώτημα αν και κατά πόσον ενέχει η αύξηση των επιτοκίων τον κίνδυνο επιβράδυνσης της οικονομίας, ο Γιόαχιμ Νάγκελ επισημαίνει τα εξής:
«Η εντολή μας είναι να διασφαλίσουμε τη σταθερότητα των τιμών και η σταθερότητα των τιμών ωφελεί όλους. Συνολικά, η ζώνη του ευρώ αποδεικνύεται αρκετά ανθεκτική σε όλες τις γεωοικονομικές αντιξοότητες που αντιμετωπίζουμε.
»Σε ολόκληρη την ευρωζώνη, η ανάπτυξη του δεύτερου τριμήνου ήταν ισχυρότερη από την αναμενόμενη. Στη Γερμανία, τα στοιχεία για τις εξαγωγές ήταν αρκετά σταθερά και οι παραγγελίες στον κατασκευαστικό κλάδο είναι αξιοπρεπείς. Η ανάπτυξη εκεί δεν είναι ακόμη πολύ υψηλή, αλλά, με βάση τα δύο πρώτα τρίμηνα, είμαστε σε καλό δρόμο για να φτάσουμε περίπου στο 1% φέτος, ποσοστό σημαντικά καλύτερο από την πρόβλεψή μας του Ιουνίου».
Ερωτηθείς στη συνέχεια αν με τους δασμούς του Ντόναλντ Τραμπ και το κλείσιμο της Κίνας, θα πρέπει η Γερμανία να βασίζεται περισσότερο στην εγχώρια ανάπτυξη και στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ο Γιόαχιμ Νάγκελ απάντησε ότι «τόσο η Ευρωζώνη όσο και η Γερμανία μπορούν να επωφεληθούν σε μεγάλο βαθμό από την αυξημένη ευρωπαϊκή ανάπτυξη. Η Ευρώπη πρέπει να γίνει ισχυρότερη και πολύ πιο οικονομικά ολοκληρωμένη. Αποταμιεύσεις, επενδύσεις, τραπεζικές αγορές και ενέργεια: σε όλους αυτούς τους τομείς, η μεγαλύτερη ολοκλήρωση θα βοηθήσει στην ενίσχυση της ΕΕ».
Ερωτηθείς αν η έκδοση ευρώομολόγων για την τόνωση των αμυντικών δαπανών στην Ευρώπη είναι αποδεκτή, ο Νάγκελ υπογράμμισε ότι «υπό στενά καθορισμένες συνθήκες, ένα ασφαλές περιουσιακό στοιχείο [δηλαδή στην προκειμένη περίπτωση τα ευρωομόλογα] μπορεί να στοχεύσει σε έναν συγκεκριμένο σκοπό, όπως ο αμυντικός τομέας. Έχοντας αυτό κατά νου, εμείς στο Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ υποβάλαμε πρόταση τον Φεβρουάριο για την υποστήριξη ασφαλών περιουσιακών στοιχείων – δηλαδή, κοινού ευρωπαϊκού χρέους που μπορούν να αγοράσουν οι επενδυτές – διατηρώντας παράλληλα τα κατάλληλα κίνητρα για συνετές δημοσιονομικές πολιτικές. Αυτό δεν πρέπει να χρησιμοποιείται ως δικαιολογία για την αποφυγή της σταθεροποίησης των εθνικών προϋπολογισμών ή της συμμόρφωσης με τους κανόνες της ΕΕ».
Ερωτηθείς αν ανησυχεί από την άνοδο του εθνικισμού στην Ευρώπη και ειδικότερα στη Γαλλία και στη Γερμανία ο Γερμανός κεντρικός τραπεζίτης αναφέρει τα εξής:
«Υπάρχουν άνθρωποι στη Γερμανία που ισχυρίζονται ότι είναι πατριώτες ενώ προτείνουν την εγκατάλειψη του ευρώ. Πρέπει να υπενθυμίσω σε όλους ότι η Γερμανία έχει ευημερήσει πάρα πολύ χάρη στο ενιαίο νόμισμα – όπως ακριβώς η Γαλλία και ολόκληρη η νομισματική ένωση. Η κίνηση προς την κατεύθυνση της αποσυναρμολόγησής του θα ήταν ανεύθυνη και εξαιρετικά επικίνδυνη, και το αποτέλεσμα θα ήταν αντιπαραγωγικό. Ανησυχώ ειλικρινά για το γεγονός ότι άνθρωποι στη Γερμανία – και αλλού – εξετάζουν μια τέτοια πορεία».
Τέλος, απαντώντας στο ερώτημα αν είναι υποψήφιος διάδοχος της Κριστίν Λαγκάρντ στην προεδρία της ΕΚΤ, δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο δίδοντας την εξής απάντηση: «Το έχω πει και πριν και ισχύει ακόμα και σήμερα: κάθε άτομο στο τραπέζι του Διοικητικού Συμβουλίου μπορεί να θεωρηθεί υποψήφιος με υψηλά προσόντα. Και υπάρχουν επίσης ισχυροί υποψήφιοι εκτός του Συμβουλίου που είναι ικανοί να καλύψουν αυτόν τον ρόλο. Τελικά θα αποφασιστεί στην πολιτική σκηνή».