«Δες πώς κοιτάει, κατευθείαν στην ψυχή. Μελαψός, πρασινομάτης. Τον μούργο, δεν έχω ξαναδεί τέτοιο πράγμα».
Η βραχνή φωνή του αστυνόμου αλλοίωνε τον ήχο όσων, χαμηλοφώνως, μονολογούσε. Ο Ιωάννου, δίπλα του, δυσκολευόταν ν’ ακούσει και να καταλάβει. Ο ήχος του χαρτιού, που ο αστυνόμος τσαλάκωνε στην παλάμη του, ακουγόταν κατά τις παύσεις ανάμεσα στις λέξεις.
Πίσω από ένα παραθυράκι, τρεις τον αριθμό, παρατηρούσαν έναν 25χρονο να σηκώνει τη ματιά και να τους κοιτάζει κάθιδρος, με απορία· έβλεπε μια στενή λωρίδα του προσώπου τους με τη σιγουριά του ανθρώπου που τους αναγνωρίζει και από τα μάτια – κι όχι μόνο, ήταν λες και τα διαπερνούσε, λες και ήξερε όσα κρύβονταν πίσω από αυτά. Η έκφρασή του είχε σκληρύνει, σαν το θέαμα πίσω απ’ το τζάμι να του προκαλούσε οργή και δυσφορία.
«Είμαστε στο ημίφως, είναι στο φως. Άντε, να βλέπει τα μάτια, και λοιπόν; Αυτός είναι λες και μας γνωρίζει σαν κάλπικες δεκάρες».
Το χάρτινο μπαλάκι έπεσε από την παλάμη του αστυνόμου και κύλησε σε μια ταλαιπωρημένη μπορντό μοκέτα. Το μάζεψε και απευθύνθηκε στον Ιωάννου.
«Έχεις μισή ώρα πριν σκάσει ο τζιτζιφιόγκος, ο συνήγορός του. Ο Τάκης τον ζέστανε, εσύ θα τον σπάσεις. Θέλω ομολογία και τη θέλω τώρα, στην προανάκριση. Αν αποτύχεις, θα αναχωρήσει σαν κύριος. Θα είναι μεγάλη ξεφτίλα».
Ο Τάκης, πίσω τους, ανεβοκατέβαζε τα μανίκια του με νεύρο κι έριχνε ματιές στο δωμάτιο. Μόλις άκουσε το κήρυγμα του επικεφαλής ξεφύσησε ανασαίνοντας βαριά. Δεν θα αναλάμβανε αυτός την τελευταία προσπάθεια. Ευτυχώς, γιατί λίγο νωρίτερα είχε προσκρούσει σε τοίχο.
Ο Ιωάννου υποτάχθηκε για μια στιγμή στο βλέμμα του αστυνόμου, καθάρισε τον λαιμό του και έλεγξε τον ύποπτο, ο οποίος κάλυπτε το πρόσωπο με τα χέρια και το έτριβε κρύβοντας ένα χασμουρητό.
«Γιώργο, είπαμε, δεν παίρνει ανάσα, όρμα!».
«Ναι, αστυνόμε, έγινε!».
Δεν γεννήθηκε με αυτοπεποίθηση. Στοιχημάτιζε προφητικά πως σε μισή ώρα ο συνήγορος θα άνοιγε την πόρτα κι αφού ρωτούσε τον πελάτη του αν υπάρχει οτιδήποτε άξιο αναφοράς, θα τον οδηγούσε από τα σκαλιά του δεύτερου ορόφου στην ελευθερία. Ο νεαρός θα τον προσπερνούσε και θα γύριζε να τον αντικρίσει ειρωνικά, κλείνοντας το μάτι. Επρεπε να δώσει εξετάσεις για τη Σχολή Δημόσιας Διοίκησης, τι την ήθελε την αστυνομία, δεν ήταν ζυμωμένος με τη μαγιά των ηρώων, μόνο από την τηλεόραση και τον κινηματογράφο έπαιρνε μαθήματα για τους ευφυείς κι ατσαλάκωτους μπάτσους.
Πέρασε δίπλα απ’ τον αστυνόμο, έγνεψε καταφατικά αλλά με κάλπικη αποφασιστικότητα στον Τάκη, και κατευθύνθηκε προς την πόρτα του δωματίου που χρησιμοποιούσαν για αίθουσα ανακρίσεων. Ακούμπησε το χερούλι της, πήρε μια βαθιά ανάσα και προσπάθησε να τιθασέψει τη θολούρα του. Η βελτίωση, ελάχιστη, – έσπρωξε και μπήκε. Μέχρι να φτάσει στην καρέκλα, ο νεαρός τον κοιτούσε με μια αστεία γκριμάτσα, τόσο πετυχημένη, που κρατήθηκε για να μη σπάσει το ψαρωτικό ύφος του ανακριτή. Μόλις κάθισε, άρχισε να τακτοποιεί τα χαρτιά στον φάκελο που κουβάλησε μαζί του και συνάντησε, για πρώτη φορά από τόσο κοντά, το βλέμμα του ανθρώπου που έπρεπε να λυγίσει έως την πλήρη ομολογία.
«Ονομα;».
«Αν δεν το ξέρεις, τι είναι όλα τα χαρτιά που κουβαλάς;».
Σωστό. Η τυπική προσέγγιση θα αποτύγχανε οικτρά. Ο μικρός ανακρινόταν ώρες, είχε αποκτήσει άμυνες, ήταν ετοιμόλογος.
«Τι έγινε χθες το βράδυ;».
«Από εμένα; Τίποτα».
«Τη σκότωσες;».
«Οχι, βέβαια».
«Πες μου τι έγινε».
«Είσαι καινούργιος στην αστυνομία;».
«Ναι. Πες μου, θέλω να βοηθήσω».
«Τα μάτια σου είναι πιο ειλικρινή απ’ του προηγούμενου νταή».
«Πότε πρόλαβες και το κατάλαβες αυτό;».
«Παρακολουθώ κόσμο, καθημερινά. Οταν δεν έχουν πάρει είδηση πως κάποιος τους παρακολουθεί».
Ο Γιώργος έπρεπε να ζωντανέψει την κουβέντα, ένιωθε ότι υπήρχε ένα ανεκμετάλλευτο κοίτασμα γνώσεων, κρυμμένο πίσω απ’ το προσωπείο του νεαρού, ο οποίος δεν έδινε στείρες απαντήσεις όπως συνέβη με τον Τάκη, τον οποίο δεν χώνεψε ούτε στιγμή.
«Ας γυρίσουμε στα χθεσινά».
Τα πράσινα μάτια τρεμόπαιξαν.
«Δεν έχω κάτι παραπάνω να πω. Ρώτησε τον προηγούμενο».
«Τίποτα δεν είπες στον προηγούμενο».
«Αυτά είναι. Δεν έχει άλλα».
Αλλαξε βλέμμα, κάρφωνε τις αραχνιασμένες γωνίες της οροφής, σίγησε.
Ο Γιώργος άρχισε να απελπίζεται. Εκανε να στρίψει το κεφάλι του προς το παράθυρο αλλά σκέφτηκε να μη δείξει ότι χάνει το παιχνίδι.
«Βοήθα με, να σε βοηθήσω».
«Δεν έχω ανάγκη από βοήθεια». Του το δήλωσε χωρίς να τον κοιτάξει.
Μια υπόκωφη βουή τύλιξε το κτίριο. Εξω έριχνε καρέκλες.
Ο Γιώργος σκέφτηκε πόσο λίγος είναι, σκύβοντας το βλέμμα στο τραπέζι. Στη συγκεκριμένη υπόθεση, σε παλιότερες, στα όσα δεν τόλμησε ποτέ με την Εμμανουέλα και κατάντησε να την παρακολουθεί ανήμπορος να τον εγκαταλείπει, καθώς απομακρυνόταν με τη βαλίτσα στο χέρι, στο παιδί του που δεν τον ανέφερε ποτέ πλέον στους φίλους του, δεν υπήρξε ποτέ ο ήρωάς του.
Οταν σήκωσε τα μάτια του ο νεαρός έδειχνε να τον παρατηρεί.
«Θέλω κάτι για να γράψω».
Ο Γιώργος του έσπρωξε μια κόλλα κι ένα στιλό από τον φάκελο.
«Οχι στιλό, έχεις μολύβι;».
Αφησε να κατρακυλήσει προς το μέρος του ένα μολύβι.
«Τ’ όνομά σου, μπάτσε;».
«… Γιώργος».
Αρχισε να σκιτσάρει, με σταθερό χέρι. Ο Γιώργος δεν έδειξε ενδιαφέρον. Ηταν σίγουρος πως πίσω απ’ την πλάτη του, στο διπλανό δωμάτιο, αναρωτιόντουσαν τι συμβαίνει.
«Συνεχίζουμε;».
«Σίμος. Είσαι σίγουρα πιο εντάξει απ’ τον άλλον, Γιώργο. Ιδρωσες αμέσως». Ο νεαρός μπλόκαρε με την παλάμη του τη θέα του σκίτσου και μίλησε.
«Αποφάσισα να μπουκάρω χθες. Το παρακολουθούσα κοντά στις δύο εβδομάδες. Η τύπισσα έφευγε κάθε βράδυ στις οκτώ κι επέστρεφε μετά τις δύο. Ο κήπος γύρω και η ψηλή περίφραξη με τους κισσούς με διευκόλυνε, μόλις σάλταρες μέσα ήσουν αόρατος για τους έξω. Το αυτοκίνητό της, τα ρούχα, τα κοσμήματα, μου μύριζε πακέτο».
Του έγνεψε να συνεχίσει.
«Γύριζε πάντα με διαφορετική παρέα. Πολύ εντυπωσιακή γυναίκα, τα χρώματά της μπρούτζινα, το σώμα της, όνειρο. Στις οκτώμισι μπήκα απ’ τη σκοτεινή γωνιά της Ευριπίδη».
Το μολύβι είχε πάρει φωτιά.
«Ημουν στην κρεβατοκάμαρα, χλιδή σκέτη, έψαχνα μπιζουτιέρες και κλειδωμένα συρτάρια, όταν, ανακάλυψα…».
Εδειξε με το βλέμμα του πάνω απ’ τον ώμο του Γιώργου, προς το παραθυράκι. Τον αιφνιδίασε.
«Τι ανακάλυψες;».
«Μία απ’ τις ντουλάπες, απέναντι απ’ το κρεβάτι, ήταν κρυψώνα, εντοιχισμένη, με καθρέφτη, όπως την πατέντα που έχετε στην πόρτα. Βιτσιόζικα κόλπα, ξέρεις τώρα, μπαίνει ο ένας μέσα κι αρχίζει το μπανιστήρι. Περιεργαζόμουν την κατασκευή όταν άκουσα την εξώπορτα. Δεν προλάβαινα να εξαφανιστώ, κλείστηκα στην ντουλάπα και λούφαξα».
Είχε ήδη αποσπάσει περισσότερα από τον Τάκη.
«Συνέχισε».
«Τραβολογούσε από τη γραβάτα έναν τύπο. Δεν μπορούσα να διακρίνω λεπτομέρειες, όλα παιζόντουσαν στα σκοτάδια, ανάψανε μια λάμπα της πλάκας, αυτό ήταν όλο το φως στο δωμάτιο. Κατέληξαν να χαϊδεύονται στο κρεβάτι. Αυτή, κορμί γαζέλας, σκέρτσο, νάζι. Ο άλλος ήταν ξετρελαμένος, έρμαιο, δούλος της».
Οι μολυβιές άρχισαν ν’ ακούγονταν σαν χαρακιές στο τραπέζι.
«Ωσπου, στράβωσε το ζήτημα».
«Πώς στράβωσε;».
«Ακουσα κάτι προσβλητικό για τα… προσόντα του. Αμέσως το μπαλαμούτι γύρισε σε καβγά».
Αρχισε τις κοφτές αναπνοές και δεν άργησε το βούρκωμα. Εκανε ώρα να ξαναμιλήσει, κώλωνε. Κάποιος χτύπησε την πόρτα με δύναμη. Στις ανακρίσεις δεν αφήνεις αυτόν που κρατάς σε ησυχία, αλλιώς, του δίνεις χρόνο να σκαρώσει ιστορίες για αγρίους και να αποκτήσει και πειστικότητα όταν τις αφηγείται. Η βροντή στην πόρτα θύμιζε στον Γιώργο το «Ξύπνα!» των συναδέλφων.
«Λέγε, λοιπόν, Σίμο!».
Ο μικρός πλησίαζε τα όριά του. Εριξε λίγες μολυβιές ακόμα και εξέτασε το δημιούργημά του. Τα μάτια τους, επιτέλους, συναντήθηκαν.
«… Την έπνιξε ο τζάμπα μάγκας, ο τζάμπα άντρας… έβλεπα το κορίτσι να σβήνει, τέτοια πριγκίπισσα, μεγάλη απώλεια».
«Είδες το πρόσωπό του; Γύρισε καθόλου προς το μέρος σου;».
Η μύτη του μολυβιού έσπασε και η παλάμη του έγινε γροθιά.
«Τους προστατεύεις εσύ; Τους ανθρώπους σου, απ’ όλα τα σκατά που παίζονται εκεί έξω;».
Ετσουξε το χαστούκι. Οχι, ήτανε κότα, έχασε την οικογένειά του, έχασε τον εαυτό του, ήτανε ουραγός.
«Βοήθα με, Σίμο».
Ο διαρρήκτης ήταν βέβαιος πως η έκκληση πήγαζε από τη θλίψη της ψυχής του, δεν αφορούσε την υπόθεση.
«Φοβάμαι. Αν δεν έπεφτα στο περιπολικό όταν έβγαινα… Οταν την έπνιγε καρφώθηκα σ’ ένα τατουάζ του».
«Τι τατουάζ;».
Η πόρτα άνοιξε με δύναμη κι ο συνήγορος όρμησε στον χώρο.
«Τελειώσαμε! Δεν πιστεύω να σε απείλησαν, ο εισαγγελέας δεν θα προχωρήσει, ελλείψει στοιχείων. Δεν εμπλέκεσαι, τσιμουδιά, πάμε να φύγουμε!».
Ο Σίμος ακούμπησε με τον δείκτη του το χαρτί και κατευθύνθηκε προς την πόρτα. Γύρισε ένα βήμα πριν από την έξοδο και του έκλεισε το μάτι. Ο Γιώργος παρατηρούσε εμβρόντητος το σκίτσο.
«Ο προηγούμενος δεν πήρε μολυβιά».
Εμεινε μόνος, σ’ ένα δωμάτιο με άσπρο, άρρωστο φως, να τον περιβάλλει. Ενα κομμάτι χαρτί μ’ ένα καλοσχεδιασμένο γεράκι. Για μια κούκλα που δεν κατάφερε να ζήσει επικίνδυνα πέρα απ’ τα τριάντα. Για τον Νικολή του. Για την Εμμανουέλα, που ενώ στις αναμνήσεις του πάντα απομακρυνόταν, τώρα έστριψε την πλάτη να τον αντικρίσει, με μια υποψία χαμόγελου.
Η φωνή του αστυνόμου τον επανέφερε.
«Μεγάλη ξεφτίλα!».
Εβαλε το χαρτί στην τσέπη και προσπέρασε τους δύο συναδέλφους, έφτασε στην πόρτα, την έκλεισε και την έφραξε με το σώμα του.
«Ιωάννου, χάζεψες; Ανοιξε, αμέσως!».
Ο Γιώργος μειδίασε. Δεν είχε το ακαταλόγιστο, ήταν η αντίδραση ενός ανθρώπου που κρατούσε την αναπνοή του κάτω απ’ το νερό, για χρόνια. Ενός ανθρώπου που μόλις είχε αναδυθεί και πλημμύριζε με αέρα τα πνευμόνια του.
«Ευχαρίστως, προϊστάμενε. Πρώτα, όμως, θα παρακαλέσω τον Τάκη να σηκώσει το δεξί του μανίκι».
Το τελευταίο βιβλίο του Αλέξανδρου Μυροφορίδη είναι «Η Πλοκή στη Δημιουργική Γραφή: Θεωρήσεις και Μεθοδολογίες», Επίκεντρο 2025