Το γερμανικό πρόβλημα γίνεται ευρωπαϊκό

«Αυτή τη στιγμή υπάρχει ένας απίστευτα μεγάλος αριθμός ανθρώπων στη Σαξονία – Ανχαλτ, αλλά πιστεύω και σε ολόκληρη τη Γερμανία, που φοβούνται και ανησυχούν για το εκλογικό αποτέλεσμα της AfD», δήλωσε χθες το βράδυ, μετά την ανακοίνωση των πρώτων έξιτ πολ, ο σοσιαλδημοκράτης αντικαγκελάριος Λαρς Κλίνγκμπαϊλ. Θα μπορούσε όμως κάλλιστα να συμπεριλάβει στους φοβισμένους και την Ευρώπη.

Γιατί το αποτέλεσμα των εκλογών στη Σαξονία – Ανχαλτ, η ιστορική επικράτηση της Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD), δεν αναμένεται να έχει αντίκτυπο μόνο στην ομοσπονδιακή πολιτική σκηνή του Βερολίνου, όπου η AfD αποτελεί ήδη τη μεγαλύτερη δύναμη της αντιπολίτευσης. Θα μπορούσε να έχει – έμμεσο – αντίκτυπο και σε επίπεδο ΕΕ. Και ουδείς μπορεί να αποκλείσει, οκτώ μήνες πριν από τις γαλλικές προεδρικές εκλογές, με τη Μαρίν Λεπέν φαβορί επί του παρόντος στις δημοσκοπήσεις, το ενδεχόμενο να μην ακολουθεί απλώς η Γερμανία μια ευρωπαϊκή τάση αλλά να γίνει η ίδια παράγοντας επιτάχυνσής της.

Το βέβαιο είναι πως ο χθεσινοβραδινός σεισμός έγινε αισθητός πολύ πέραν των γερμανικών συνόρων και ίσως αποτελέσει ένα ιστορικό σημείο καμπής για την ΕΕ. Η Ευρώπη, σημειώνει ο πολιτικός αναλυτής Μιγκέλ Μπάουμγκαρτνερ στην πορτογαλική «Expresso», οικοδομήθηκε πάνω σε πολλές συνθήκες, αλλά και πάνω σε μία άγραφη παραδοχή: ανεξάρτητα από το ποιος κυβερνάει στο Βερολίνο, η Γερμανία παραμένει προβλέψιμη. Ακριβώς αυτή η παραδοχή είναι που θα δοκιμαστεί τώρα. Η παλιά πολιτική τάξη στη Γερμανία δεν βασιζόταν μόνο στη σταθερότητα των κομμάτων, αλλά και σε μία κοινή αντίληψη για το τι συνιστά αποδεκτή πολιτική. Αυτή η κοινή αντίληψη βρίσκεται πλέον υπό πίεση, σε μια στιγμή που η Ευρώπη καλείται να αναλάβει μεγαλύτερη ευθύνη για την άμυνά της, να στηρίξει την Ουκρανία και να αντιμετωπίσει τη ρωσική απειλή.

Αντιπαράθεση

Η Εναλλακτική για τη Γερμανία, βασική συνιστώσα της ευρωομάδας Ευρώπη των Κυρίαρχων Εθνών, είναι ένα κόμμα που τάσσεται κατά του ευρώ, υποστηρίζει την επονομαζόμενη «επαναμετανάστευση» και διατηρεί στενούς δεσμούς με τη Ρωσία του Βλαντίμιρ Πούτιν – έχει κάνει εκστρατεία εναντίον της γερμανικής βοήθειας για την Ουκρανία και θέλει να ξαναρχίσουν οι αγορές φυσικού αερίου. Σε πρακτικό επίπεδο, σημειώνουν οι «New York Times», μια κυβέρνηση της AfD θα προκαλούσε άμεσα αντιπαράθεση για το κατά πόσο οι ομοσπονδιακές υπηρεσίες πληροφοριών και οι αντίστοιχες υπηρεσίες των άλλων κρατιδίων θα συνεχίσουν να μοιράζονται ευαίσθητες πληροφορίες με την κυβέρνηση της Σαξονίας – Ανχαλτ, όπως συμβαίνει σήμερα: ο υπουργός Αμυνας της Γερμανίας έχει δηλώσει ότι θα επιδιώξει να τερματίσει αυτή την πρακτική.

Η ομοσπονδιακή κυβέρνηση, διαβεβαιώνει σε ανάλυση του European Policy Center η γερμανίδα πολιτική επιστήμων Αλμουτ Μέλερ, θα εξακολουθήσει να δεσμεύεται για τη στήριξη της Ουκρανίας και την ενίσχυση της ευρωπαϊκής ασφάλειας και άμυνας: οι περιφερειακές εκλογές στη Σαξονία – Ανχαλτ δεν σημαίνουν ότι η στάση του Βερολίνου θα αλλάξει «από τη μία μέρα στην άλλη». Ομως το επιτυχημένο αφήγημα της AfD, «Ναι, αλλά τι κερδίζουμε εμείς, οι Γερμανοί;», έχει ήδη περάσει στον ευρύτερο γερμανικό δημόσιο διάλογο. Εάν η ομοσπονδιακή κυβέρνηση δεν καταφέρει, λόγω πολιτικών αδιεξόδων, να προωθήσει τις θεμελιώδεις μεταρρυθμίσεις που χρειάζονται η γερμανική οικονομία και το κοινωνικό κράτος, θα συνεχίσει να βρίσκεται στο στόχαστρο της λαϊκής δυσαρέσκειας, ενώ η Ακροδεξιά είναι πιθανό να ενισχυθεί περαιτέρω. Για την Ευρώπη, η μεγαλύτερη επιρροή της AfD μπορεί να μην έρθει από αυτή την ίδια, αλλά από το πόσο θα πιέσει τα κόμματα που κυβερνούν τη Γερμανία να μετακινηθούν προς τα δεξιά.

Ευρωσυμβιβασμοί

Η Γερμανία δεν είναι απλώς η μεγαλύτερη οικονομία της ΕΕ, είναι ένας από τους βασικούς διαμορφωτές των ευρωπαϊκών συμβιβασμών. Μια κυβέρνηση στο Βερολίνο που βρίσκεται διαρκώς υπό πίεση από τα δεξιά ή φοβάται το εκλογικό κόστος μπορεί να γίνει λιγότερο πρόθυμη να αναλάβει ευρωπαϊκές πρωτοβουλίες, να χρηματοδοτήσει κοινές πολιτικές ή να κάνει δύσκολους συμβιβασμούς. Και αυτό σίγουρα δεν αποτελεί καλό νέο σε μια περίοδο κατά την οποία η ΕΕ καλείται να λάβει κρίσιμες αποφάσεις για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας και της καινοτομίας της, για τον μακροπρόθεσμο προϋπολογισμό της και για την ευρωπαϊκή ασφάλεια – δηλαδή σε μια περίοδο κατά την οποία χρειάζεται περισσότερο από ποτέ μια ισχυρή και πολιτικά λειτουργική Γερμανία.