Το αλφαβητάρι της «Γενιάς Ζ» και της «Γενιάς Αλφα»

Αν βρεθείτε σε έναν χώρο όπου συνομιλούν έφηβοι ή νεαροί ενήλικες, είναι πολύ πιθανό να νιώσετε ότι χρειάζεστε διερμηνέα. Φράσεις όπως «είναι εντελώς ντελούλου», «κρίντζαρα» ή «του έκανα γκόστινγκ γιατί μου έβγαλε ικ» ακούγονται καθημερινά.

Η επικοινωνία δεν καθορίζεται πλέον τόσο από το φυσικό περιβάλλον, αλλά και από την παγκόσμια ψηφιακή κοινότητα που έχουν χτίσει μέσα από πλατφόρμες όπως το TikTok ή το Instagram. Ειδικοί που μελετούν τη γλώσσα των νέων παρατηρούν ότι δεν δανείζονται απλώς στείρες αγγλικές λέξεις, αλλά τις παίρνουν και τις «ντύνουν» με ελληνικά χαρακτηριστικά.

Για να κατανοήσει ένας άνθρωπος μιας άλλης γενιάς τον τρόπο με τον οποίο επικοινωνούν οι σημερινοί νέοι, χρειάζεται κάτι παραπάνω από μια απλή μετάφραση. Ωστόσο, επιχειρήσαμε να καταγράψουμε αλφαβητικά τις πιο γνωστές λέξεις και λέξεις – φράσεις της νέας γενιάς.

Αύρα (Aura): Φανταστείτε την ζωή σαν ένα βιντεοπαιχνίδι όπου μαζεύετε πόντους εντυπωσιασμού. Οι νέοι μιλούν για «πόντους αύρας» (aura points). Αν κάνεις κάτι στυλάτο ή πετυχημένο, κερδίζεις πόντους. Αν, για παράδειγμα, σκοντάψεις στον δρόμο μπροστά σε κόσμο ή πεις ένα κρύο αστείο, «χάνεις πόντους αύρας».

Βάιμπ (Vibe): Προέρχεται από το vibration (δόνηση), περιγράφει την ατμόσφαιρα, το κλίμα ή τη διάθεση. Αν μια παρέα κάθεται και περνάει ωραία και ξαφνικά κάποιος αρχίσει να γκρινιάζει, οι νέοι θα πουν «μου χάλασε το βάιμπ», δηλαδή χάλασε το καλό κλίμα.

Γκοστάρω (Ghosting): Από τη λέξη ghost (φάντασμα). Σημαίνει διακόπτω κάθε επικοινωνία με κάποιον ξαφνικά και αναίτια. Είναι το αντίστοιχο του να μην απαντάς πια στο τηλέφωνο και να μην ανοίγεις την πόρτα, αλλά στην ψηφιακή εποχή. Απλώς εξαφανίζεσαι.

Διαβάστηκε (Left on read): Στα social media, όταν διαβάζεις ένα μήνυμα, ο αποστολέας μπορεί να το αναγνωρίσει καθώς αναγράφεται στην ίδια τη συνομιλία σας. Το να αφήσεις κάποιον στο «διαβάστηκε» σημαίνει ότι είδες τι σου έγραψε, αλλά τον αγνόησες επιδεικτικά.

Ετζι (Edgy): Περιγράφει τον άνθρωπο που προσπαθεί υπερβολικά και επιτηδευμένα να φανεί διαφορετικός, σκοτεινός, αντισυμβατικός ή προκλητικός. Είναι ο σύγχρονος «δήθεν περιθωριακός» που θέλει να σοκάρει.

Ζούμερ (Zoomer): Ο εκπρόσωπος της Generation Z. Χρησιμοποιείται από τους ίδιους τους νέους για να περιγράψουν τη γενιά τους, πολλές φορές με μια δόση αυτοσαρκασμού για τα ελαττώματά τους.

Η – Δυστυχώς, έμεινε ως το μόνο γράμμα το οποίο δεν έχει εκπροσώπηση στη λίστα.

Θερστ τραπ (Thirst trap): Από την αγγλική λέξη thirst (δίψα) και το trap (παγίδα). Ενας από τους πιο δημοφιλείς όρους των social. Περιγράφει μια ελκυστική φωτογραφία ή βίντεο (π.χ. αναδεικνύοντας σώμα ή ντύσιμο) με σκοπό να αποσπάσει κολακευτικά σχόλια. Οταν κάποιος λέει «τι θερστ τραπ ανέβασε πάλι;», εννοεί ότι ο αποστολέας διψάει απεγνωσμένα για επιβεβαίωση.

Ικ (Ick): Ενα ξαφνικό, ενστικτώδες συναίσθημα απώθησης ή αηδίας για κάποιον που προηγουμένως σου άρεσε ρομαντικά, εξαιτίας μιας λεπτομέρειας. Για παράδειγμα, το «ικ» μπορεί να είναι το να τον/την δεις να τρέχει να προλάβει το λεωφορείο με περίεργο τρόπο και να ξενερώσεις ακραία.

Κριντζάρω (Cringe): Η ετεροντροπή. Η έντονη αμηχανία για λογαριασμό κάποιου άλλου. Φανταστείτε έναν 60άρη πολιτικό να προσπαθεί να χορέψει νεανικούς χορούς στο TikTok για να μαζέψει ψήφους. Το αμήχανο συναίσθημα που μπορεί να προκαλέσει το θέαμα είναι το cringe.

Λούζω: Λέξη από τον κόσμο των βιντεοπαιχνιδιών που σημαίνει την παταγώδη αποτυχία εξαιτίας δικού σου λάθους. Αν κάποιος διαβάζει μέρες για εξετάσεις και τελικά πάρει κακό βαθμό, θα πει «έλουσα στο διαγώνισμα» (τα έκανα μαντάρα).

Μπρο (Bro): Από το brother (αδερφός). Εχει αντικαταστήσει το «φίλε», «ρε» ή «αδερφέ». Πλέον λέγεται διαρκώς, ακόμα και από κορίτσια προς κορίτσια, ως φιλική, ανεπίσημη προσφώνηση.

Ντελούλου (Delulu): Από το delusional (αυτός που έχει παραισθήσεις/αυταπάτες). Χρησιμοποιείται γλυκά ή ειρωνικά για άτομα που πλάθουν σενάρια στο μυαλό τους. Αν μια κοπέλα πιστεύει ότι ένας διάσημος ηθοποιός θα την ερωτευτεί, οι φίλοι της θα πουν «είσαι εντελώς ντελούλου».

Ξεκάθαρα: Η απόλυτη, μονολεκτική επιβεβαίωση της εποχής, αντικαθιστά το «συμφωνώ απόλυτα» ή το «βεβαίως». Αν ρωτήσεις κάτι που αρέσει πολύ όπως «πάμε έξω για ποτό;», η απάντηση δεν είναι «ναι», αλλά «ξεκάθαρα».

Οου-Τζι (OG): Προέρχεται από τα αρχικά της φράσης «Original Gangster» (αυθεντικός γκάνγκστερ) από την αμερικανική ραπ κουλτούρα των ’90s, όμως δεν έχει καμία σχέση με αυτό. Οι νέοι το χρησιμοποιούν για να χαρακτηρίσουν κάτι ή κάποιον που είναι πρωτοπόρος ή βρίσκεται εκεί εξαρχής – αν μιλούν για έναν παιδικό φίλο που τους στηρίζει χρόνια, «αυτός είναι OG».

Πικ-μι (Pick-me): Από το «επίλεξέ με». Περιγράφει άτομα που υποβιβάζουν τους φίλους τους ή αλλάζουν εντελώς τον χαρακτήρα τους προκειμένου να γίνουν αρεστοί και να προσελκύσουν την προσοχή.

Ριζ (Rizz): Βγαίνει από τη λέξη cha-rizz-ma (χάρισμα). Είναι η ικανότητα, η ευγλωττία και η αυτοπεποίθηση κάποιου στο φλερτ – αυτό που οι παλαιότεροι έλεγαν «έχει το λέγειν» ή «είναι καταφερτζής».

Σκίμπιντι (Skibidi): Μια λέξη – φαινόμενο των παιδιών του Δημοτικού και του Γυμνασίου. Δεν σημαίνει απολύτως τίποτα. Προήλθε από αστεία βίντεο στο Ιντερνετ και χρησιμοποιείται παντού, συχνά επίτηδες για να δημιουργήσει σύγχυση και εκνευρισμό σε μεγαλύτερους.

Τριγκάρω (Trigger): Από τη σκανδάλη του όπλου. Σημαίνει ότι αγγίζω επίτηδες ένα ευαίσθητο θέμα και προκαλώ, πυροδοτώ απότομο θυμό, άγχος ή έντονη συναισθηματική αντίδραση.

Υπεραναλύω (Overthinking): Η μάστιγα της «Γενιάς Z». Αν και είναι κανονικό ρήμα, έχει ενταχθεί στο καθημερινό λεξιλόγιο ως περιγραφή μιας μόνιμης ψυχολογικής κατάστασης. Οταν ένας νέος λέει «μην το υπεραναλύεις» ή «με έχει πιάσει το overthinking», εννοεί τη βασανιστική, ασταμάτητη σκέψη γύρω από μια θεωρητικά απλή κατάσταση.

Φλοπ (Flop): Μια τεράστια αποτυχία, ένας «πάτος». Αν πολυδιαφημιστεί μια ταινία, όλοι περιμένουν να είναι καλή. Αν τελικά οι κινηματογράφοι είναι άδειοι, τότε το εγχείρημα ήταν «φλοπ».

Χέιτ (Hate): Το μίσος ή η πολύ αυστηρή κριτική. Η φράση «αυτός έφαγε πολύ χέιτ» περιγράφει τη μαζική κατακραυγή ή τα αρνητικά σχόλια, συνήθως στο Ιντερνετ.

Ψήνομαι: Μια από τις ελάχιστες λέξεις από την αργκό περασμένων δεκαετιών που επιβίωσε. Σημαίνει «έχω τη διάθεση», «είμαι μέσα», «συμφωνώ να το κάνουμε».

Ωμέγκα (Omega): Στη σύγχρονη ιντερνετική ιεραρχία των νέων: ο Αλφα είναι ο αρχηγός, ο δημοφιλής – ο Ωμέγκα, αντίθετα, περιγράφει αυτόν/-ήν που βρίσκεται στον πάτο, τον αδύναμο, συχνά με ειρωνικό τρόπο.