Το άπιαστο όραμα των δώδεκα μιλίων

Πολλή συζήτηση έχει γίνει για το ενδεχόμενο της επέκτασης της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης νοτίως και δυτικά της Κρήτης, με γραμμές βάσης τις νότιες και δυτικές ακτές της. Αυτό θα ήταν μια καλή περίπτωση, αφού θα αύξανε την κυριαρχία μας στα 12 ν.μ. σε ένα τμήμα της θάλασσας το οποίο δεν παρουσιάζει πρόβλημα στην ελευθερία της ναυσιπλοΐας. Πράγματι τα νότια παράλια της Κρήτης βρίσκονται σε μια περιοχή (το Κρητικό Πέλαγος), που έχει μεγάλη απόσταση από την παρακείμενη ακτή της Λιβύης, και είναι ανοιχτή θάλασσα, που εύκολα επιδέχεται μια τέτοια ρύθμιση. Το ίδιο πρέπει να πούμε και για τις δυτικές ακτές της Κρήτης, που, επίσης, μια ενδεχόμενη διεύρυνση της αιγιαλίτιδας ζώνης δεν επηρεάζει την ελευθερία των θαλασσών.

Υπάρχουν, βέβαια, και άλλα τμήματα ελληνικού εδάφους τα οποία θα μπορούσαν να δεχθούν τροποποίηση της αιγιαλίτιδας από τα 6 ν.μ. στα 12 ν.μ.: θυμάμαι, χαρακτηριστικά, πως κατά τη διάρκεια των συνομιλιών με τους Τούρκους, επί πρωθυπουργίας Σημίτη, οι γείτονές μας είχαν δεχθεί μια διεύρυνση στα 12 ν.μ. για όλες τις περιοχές, ηπειρωτικές και νησιωτικές, που βρίσκονταν δυτικά του 25ου Μεσημβρινού. Αλλά τη θέση αυτήν την αναίρεσαν σε μεταγενέστερο χρόνο, κάτω από τις νέες συνθήκες διαπραγμάτευσης που επέφεραν οι διαδοχικές, μετασημιτικές κυβερνήσεις, από το 2004 και μετά.

Παρ’ όλα αυτά και σήμερα υπάρχουν περιοχές όπου η Ελλάδα μπορεί άνετα να διεκδικήσει 12 ν.μ. χωρίς τον φόβο ότι θα έχει αυτή της η ενέργεια επιπτώσεις στην ελευθερία των θαλασσών. Κι αυτές οι ακτές βρίσκονται στην Ανατολική Μεσόγειο, και είναι οι νότιες ακτές του συμπλέγματος του Καστελλόριζου και οι ανατολικές ακτές της Ρόδου και της Καρπάθου, με μέτωπο στη θάλασσα αυτήν.

Γιατί, όμως, συζητάμε το ενδεχόμενο μιας περιορισμένης διεύρυνσης και δεν επεκτείνουμε την αιγιαλίτιδά μας γενικά τόσο στο Αιγαίο, όσο και στις περιοχές της Ανατολικής Μεσογείου, που μας παρέχει η κυριαρχία των εκεί ευρισκόμενων νησιωτικών εδαφών;

Η απάντηση είναι απλή: η επέκταση στα 12 ν.μ. γενικά θα έχει ως αποτέλεσμα τη μετατροπή του Αιγαίου σε ελληνική λίμνη, αφού στο Κεντρικό και Νότιο Αιγαίο η ύπαρξη νησιών και νησίδων (που όπως είναι γνωστό μπορούν και αυτές να έχουν αιγιαλίτιδα ζώνη) θα οδηγήσει σε έναν φράχτη ελληνικής κυριαρχίας, που θα εμποδίζει την ελεύθερη ναυσιπλοΐα όλων των πλοίων, εμπορικών και πολεμικών που κατευθύνονται στα Δαρδανέλλια και στον Βόσπορο, τα περισσότερα με τελικό προορισμό τον Εύξεινο Πόντο. Και αυτό θα πραγματοποιηθεί γιατί τα 12 ν.μ. των ανατολικών ακτών των Κυκλάδων με τα 12 ν.μ. των ανατολικών ακτών των ακραίων ελληνικών νησιών θα προκαλέσουν ένα αποτέλεσμα 24 ν.μ., που είναι αδύνατον να εξυπηρετηθεί σε μια περιοχή στην οποία οι αποστάσεις είναι μικρότερες αυτού του αθροίσματος.

Μα, θα πει ένας καλός γνώστης του Δικαίου της Θάλασσας, το δίκαιο έχει προνοήσει για τέτοιες περιπτώσεις κι έχει θεσπίσει την ύπαρξη της αβλαβούς διέλευσης, ενός θεσμού που εξυπηρετεί την ελευθερία της ναυσιπλοΐας, και δεν τη διακόπτει από την παρέμβαση της αιγιαλίτιδας ζώνης. Ορθό επιχείρημα. Αλλά ωστόσο η αιγιαλίτιδα ζώνη αποτελεί έδαφος του παράκτιου κράτους, και το τεκμήριο που λειτουργεί σε αυτήν την περιοχή είναι το τεκμήριο της κυριαρχίας, το οποίο παρέχει αυξημένες αρμοδιότητες στο παράκτιο κράτος. Με συνέπεια το κράτος αυτό να γίνεται ρυθμιστής της κυκλοφορίας των πλοίων τα οποία διαπλέουν τη θάλασσα, σε βαθμό που κάτω από συγκεκριμένες προϋποθέσεις, μπορεί να διακόψει τον πλου ενός πλοίου, εάν το επιθυμεί. Ιδιαίτερα σε περίπτωση ένοπλης σύγκρουσης. Εξάλλου και το ίδιο το καθεστώς της αβλαβούς διέλευσης, όπως μαρτυράει και ο όρος αυτός, απαιτεί συμμόρφωση των διερχομένων πλοίων με τους κανόνες και κανονισμούς του παράκτιου κράτους που έχει την κυριαρχία, και του Διεθνούς Δικαίου το οποίο έχει θεσπίσει τον θεσμό.

Από την ανάλυση που προηγήθηκε προκύπτει αβίαστα ότι δεν είναι το casus belli που επέβαλε η τουρκική Εθνοσυνέλευση το 1995, ο αποκλειστικός και κύριος λόγος της μη επέκτασης των χωρικών υδάτων μας στα 12 ν.μ. Κυριότερος λόγος μπορεί να είναι και οι σφοδρές αντιδράσεις που θα προκύψουν σε περίπτωση επέκτασης από όλους τους χρήστες του Αιγαίου, που περιλαμβάνουν εμπορικά και πολεμικά πλοία όλων των παρευξείνιων κρατών και όσων συναλλάσσονται με τις χώρες αυτές. Περιλαμβανομένων και των δύο Μεγάλων Δυνάμεων, των ΗΠΑ, οι οποίες έχουν σημαντικά συμφέροντα στην περιοχή (ιδιαίτερα στη φάση ρήξης Ουκρανίας – Ρωσίας την οποία διανύουμε), και της Ρωσίας, η οποία έχει πρόσβαση στις θερμές θάλασσες κυρίως μέσω του Αιγαίου. Είναι ο λόγος για τον οποίον ο συνετός και ρεαλιστής Κωνσταντίνος Καραμανλής, του οποίου τη σοφία και τον πραγματισμό δυστυχώς δεν ακολούθησαν οι επίγονοί του, είχε πει στον τούρκο ομόλογό του, ο οποίος παραπονέθηκε για το ενδεχόμενο διεύρυνσης της ελληνικής αιγιαλίτιδας ζώνης, πως αφού δεν την έχουμε κάνει ήδη, δεν πρόκειται να την κάνουμε ποτέ.

Αντιλαμβάνομαι τους λόγους που η Ελλάδα επιθυμεί τη διεύρυνση. Γιατί εκτός από την αύξηση του εδάφους και της κυριαρχίας πάνω σε αυτό, η χώρα μας θα έλυνε οριστικά δύο προβλήματα που αποτελούν πονοκέφαλο για αυτήν: πρώτο, και κύριο, θα αποκτούσε αυτομάτως κυριαρχία στον υποκείμενο βυθό, κι έτσι θα έλυνε για μεγάλο τμήμα του Αιγαίου, το δυσχερές ζήτημα της οριοθέτησης της υφαλοκρηπίδας στη θάλασσα αυτήν. Και είναι και αυτός ένας από τους κύριους λόγους της εμμονής της Τουρκίας στη διατήρηση της απειλής του casus belli. Kαι, δεύτερον, θα νομιμοποιούσε τα 10 ν.μ. του εθνικού εναέριου χώρου που σήμερα αποτελεί μια διεθνή πρωτοτυπία, την οποία δύσκολα αποδέχεται η διεθνής κοινότητα. Μάλιστα αυτή η διεύρυνση θα μας έδινε δικαιωματικά έναν εθνικό εναέριο χώρο, μεγαλύτερο από τον σημερινό κατά 2 ν.μ., η οποία δεν είναι αμελητέα ποσότητα, αν σκεφθεί κανείς τη συνολική έκταση του Αιγαίου.

Δυστυχώς, και παρά την απόρριψη των τουρκικών ενστάσεων κατά τη διάρκεια της Τρίτης Συνδιάσκεψης για το Δίκαιο της Θάλασσας που επέβαλε γενικά τα 12 ν.μ., ανεξαρτήτως γεωγραφικών συνθηκών (κάτι που η Τουρκία προσπάθησε ανεπιτυχώς να τροποποιήσει για τις κλειστές και ημίκλειστες θάλασσες), οι συνθήκες που επικρατούν στο Αιγαίο δεν επιτρέπουν τη γενική εφαρμογή των 12 ν.μ. στην Ελλάδα. Η επιλογή, συνεπώς, της ελληνικής κυβέρνησης να προχωρήσει στην επιλεκτική επέκταση, όπου οι συνθήκες άμεσα το επιτρέπουν, είναι η μοναδική εναλλακτική λύση μπροστά στο αδιέξοδο που προκαλεί μια γενικευμένη επέκταση της αιγιαλίτιδας.

Ο Χρήστος Ροζάκης είναι ομότιμος καθηγητής στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών και πρώην υφυπουργός Εξωτερικών