Εξι χρόνια συμπληρώνονται αύριο από τις 6 Αυγούστου του 2020, όταν οι υπουργοί Εξωτερικών Ελλάδας και Αιγύπτου υπέγραφαν στο Κάιρο την ιστορική συμφωνία για Αποκλειστική Οικονομική Ζώνη, μέσω της οποίας, μεταξύ άλλων, ακυρώθηκε στην πράξη το παράνομο και ανυπόστατο τουρκολιβυκό μνημόνιο, ενώ ταυτόχρονα κατοχυρώθηκαν τα κυριαρχικά δικαιώματα και η επήρεια των ελληνικών νησιών (όπως Κρήτη, Ρόδος, Κάρπαθος) σε υφαλοκρηπίδα και ΑΟΖ.
Εκείνο που είχε αναδειχθεί από το υπουργείο Εξωτερικών εκείνο τον Αύγουστο ήταν η επιβεβαίωση πως η τήρηση του Δικαίου της Θάλασσας αποτελεί ικανή και αναγκαία συνθήκη για την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών μεταξύ των χωρών της περιοχής. Κινούμενη με το ίδιο πνεύμα, και με πυξίδα το Διεθνές Δίκαιο και το Δίκαιο της Θάλασσας, η Ελλάδα, έχοντας υπογράψει συμφωνία για ΑΟΖ και με την Ιταλία (Ιούνιος 2020), διαρκώς επιδιώκει μέσω της διπλωματικής οδού τη δημιουργία του κατάλληλου «εδάφους» προκειμένου να πετύχει την ολοκλήρωση των εναπομεινασών οριοθετήσεων με (μακροπρόθεσμο) στόχο τη βιώσιμη ειρήνη στην περιοχή.
Από πλευράς πολιτικής ηγεσίας, είναι βέβαιο πως το ιδεατό σενάριο θα ήταν να «κλείσει» η τρέχουσα κυβερνητική περίοδο με την Ελλάδα να έχει υπογράψει συμφωνίες και με τις τρεις χώρες – Τουρκία, Λιβύη, Αλβανία – με τις οποίες έχει εκδηλώσει επιθυμία για διάλογο επί της οριοθέτησης ΑΟΖ. Ωστόσο, επιμέρους διαφωνίες, γεωπολιτικές εξελίξεις ή άλλα ζητήματα δεν έχουν ευνοήσει την πρόοδο σχετικών συνομιλιών, παρότι, αναλόγως την περίπτωση, υπάρχουν ήδη ορισμένες ενδείξεις που επιτρέπουν μια συγκρατημένη αισιοδοξία ως προς τα πιθανά μελλοντικά αποτελέσματα.
Συνομιλίες
Ξεκινώντας από την περίπτωση της Λιβύης, με την οποία η Ελλάδα διεξάγει επί του παρόντος τεχνικές συνομιλίες για οριοθέτηση ΑΟΖ (έχοντας ολοκληρώσει με την πλευρά της Τρίπολης τον τρίτο γύρο συνομιλιών, ενώ διατηρεί διαύλους και με τη Βεγγάζη), «αγκάθι» εξακολουθεί να αποτελεί το ότι η χώρα παραμένει διχασμένη.
Η ελληνική διπλωματία, ωστόσο, στο πλαίσιο της επαναπροσέγγισης που επιχειρεί σταθερά από πέρυσι το καλοκαίρι, έχει κατορθώσει να αποτρέψει την κύρωση του παράνομου τουρκολιβυκού μνημονίου και από τη Βεγγάζη, ενώ παράλληλα χτίζει ένα πλαίσιο διαλόγου με την Τρίπολη, το οποίο «δεν ξεκινά από μηδενική βάση». Οπως επισημαίνουν διπλωματικές πηγές, η Λιβύη δείχνει ότι θέλει «γνήσιο διάλογο», με την Ελλάδα να αξιολογεί ως θετικό σημάδι το γεγονός πως στην προκήρυξη των θαλάσσιων οικοπέδων της, η Λιβύη σεβάστηκε τη λεγόμενη «μέση γραμμή».
Οσο εξελίσσονται οι σχετικές τεχνικές συνομιλίες για ΑΟΖ, η Αθήνα παρακολουθεί στενά και τις εξελίξεις για ενοποίηση της χώρας, κρατώντας στενή επαφή τόσο με τον ΟΗΕ όσο και με τον αρμόδιο αξιωματούχο των ΗΠΑ στην περιοχή, Μασάντ Μπούλος.
Σε ό,τι αφορά, τώρα, την υπογραφή ΑΟΖ με τη γειτονική Αλβανία, από πλευράς Ράμα είχε μεν τονιστεί πως έως το τέλος του 2026 θα έχουν λυθεί όλα τα διμερή ζητήματα, εντούτοις, επί του παρόντος δεν υπάρχουν προεργασίες στα Τίρανα για σχετική συμφωνία με την Αθήνα. Χωρίς αυτό να σημαίνει πως αποκλείεται το ενδεχόμενο να «ξεκολλήσουν» οι διαδικασίες επαναδιαπραγμάτευσης και υπογραφής συνυποσχετικού για παραπομπή στη Χάγη από Σεπτέμβριο, και με ορίζοντα την ενταξιακή διαδικασία της Αλβανίας στην ΕΕ.
Ως πιο «δύσκολη πίστα» για οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ αξιολογείται σταθερά η περίπτωση της Τουρκίας. Κατά την πρόσφατη σύνοδο του ΝΑΤΟ στην Αγκυρα, οι δύο ηγέτες μπορεί δημοσίως να έδειξαν σημάδια «καλής θέλησης» για διάλογο επί του εκκρεμούς ζητήματος των θαλασσίων ζωνών, ωστόσο στην πράξη η ελληνική πλευρά διαβεβαιώνει πως δεν υπάρχει καν προοπτική για τέτοιου είδους διμερή συμφωνία καθότι υφίσταται διαφωνία «επί του εύρους της συζήτησης».
Η Ελλάδα μιλάει για «μία και μόνη μεγάλη εκκρεμότητα» με την Τουρκία, εννοώντας την οριοθέτηση θαλασσίων ζωνών στο Αιγαίο, την ώρα που η Τουρκία επιμένει να βάζει στο τραπέζι «αλληλένδετα ζητήματα». Επ’ αυτού δε, και ως προς την προοπτική μιας τέτοιας συμφωνίας με την Αγκυρα – η οποία, παράλληλα, συντάσσει το νομοσχέδιο για τη «Γαλάζια Πατρίδα» – αρμόδια πηγή επεσήμανε πρόσφατα πως δεν θα ξεκινήσει ποτέ συζήτηση για ΑΟΖ «εάν πρώτα οι Τούρκοι δεν προσέλθουν στην ελληνική πλευρά».