Τι συνδέει τις «Βάκχες» με τον Τενεσί Ουίλιαμς;

Στο θεατρικό έργο του Τενεσί Ουίλιαμς «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» του 1958, ο χαρακτήρας του ποιητή Σεμπάστιαν Βέναμπλ πεθαίνει πριν από τα γεγονότα του έργου, κατά τη διάρκεια ενός καλοκαιρινού απογεύματος, «μία από αυτές τις εκτυφλωτικά φωτεινές μέρες στο Καμπέζα ντε Λόμπο». Μάρτυρας του κανιβαλικού θανάτου του από μια ομάδα αδύνατων μελαχρινών παιδιών είναι η εξαδέλφη του Κάθριν Χόλι. Εκείνη περιγράφει τις δραματικές σκηνές που έζησαν το καλοκαίρι μαζί με τον ποιητή, όταν την είχε καλέσει στο ταξίδι του, επειδή η μητέρα του Βιολέτα Βέναμπλ – μόνιμη συνοδός του όλα τα προηγούμενα καλοκαίρια – είχε πια γεράσει.

Στο έργο του Ουίλιαμς ο Σεμπάστιαν υπάρχει μόνο μέσα από τις αφηγήσεις των άλλων χαρακτήρων. Η μητέρα του παρουσιάζει μια εξιδανικευμένη, «αγνή, αμόλυντη» εικόνα του γιου της. Η εξαδέλφη του απεικονίζει μια σχέση με τα σημάδια ενός καταπιεσμένου τραύματος και τρόμου. Η καθηγήτρια πολιτισμικών σπουδών Ιρένε Μόρα προτείνει μια διαφορετική ανάγνωση του καταπιεσμένου ομοφυλόφιλου Σεμπάστιαν. Και στο άρθρο της στην επιθεώρηση «The Tennessee Williams Annual Review» τον προσεγγίζει μέσα από τις «Βάκχες» του Ευριπίδη σημειώνοντας: «Η πλειοψηφία των κριτικών αναλύσεων συνεχίζει να ερμηνεύει το “Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι” με ψυχοσεξουαλικούς και βιογραφικούς όρους. Αυτή η ερμηνεία, ωστόσο, κινδυνεύει να παραβλέψει τον βαθμό στον οποίο το έργο προσφέρει μια συντονισμένη αισθητική απάντηση στην αρνητική υποδοχή τού “Ορφέας στον Αδη”».

Στις «Βάκχες» είναι ο Διόνυσος ο οποίος οδηγεί στην παραφροσύνη τον Πενθέα, βασιλιά της Θήβας, και τη μητέρα του Αγαύη. Ο Διόνυσος τους παρασέρνει στα βουνά και οι γυναίκες της Θήβας, ως Μαινάδες, σε κατάσταση διονυσιακής έκστασης και με επικεφαλής την ίδια την Αγαύη, κατασπαράζουν τον Πενθέα. Στο τέλος, η Αγαύη φέρνει το κεφάλι του γιου της στον πατέρα της, τον Κάδμο, πιστεύοντας ότι είναι «κεφάλι λιονταριού των βουνών».

Οι ήρωες και οι μητέρες τους

Η Μόρα κάνει τον παραλληλισμό και σημειώνει: «Τόσο οι “Βάκχες” όσο και το “Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι” χαρακτηρίζονται από τους άρρενες πρωταγωνιστές τους οι οποίοι είναι βαθιά αφοσιωμένοι στις μητέρες τους. Πενθέας και Σεμπάστιαν μοιράζονται – με την Αγαύη ο πρώτος και με τη Βιολέτα Βέναμπλ ο δεύτερος – μια απολλώνια αντίσταση στην αλήθεια της αισθησιακής εμπειρίας. Στις “Βάκχες” ο Διόνυσος καταφθάνει για να εκδικηθεί την Αγαύη και την οικογένειά της, με συνέπεια εκείνη να συμμετάσχει στα διονυσιακά μυστήρια. Ο Πενθέας, από την πλευρά του, είναι περίεργος να δει τη μητέρα του στην έκσταση των βακχικών τελετών. Η περιέργεια τον οδηγεί να θανατωθεί από τα χέρια της Αγαύης, η οποία δεν μπορεί να αναγνωρίσει τον ίδιο της τον γιο λόγω της διονυσιακής της μανίας.

Σε αντίθεση με την Αγαύη, η κυρία Βέναμπλ δεν υποκύπτει ποτέ στην “αλήθεια” της διονυσιακής εμπειρίας, όμως αναγκάζεται να συμμετάσχει στην καταστροφή του γιου της από τις ίδιες τις δυνάμεις που προσπάθησε να καταστείλει και να αρνηθεί. Οπως ο Σεμπάστιαν, ο Πενθέας υποκύπτει στις καταστροφικές φυσικές παρορμήσεις που είχε καταστείλει. Ενώ η Αγαύη απομαγεμένη συνειδητοποιεί τι έχει κάνει και θρηνεί τον γιο της με γλώσσα που θυμίζει τη γηραιά κυρία Βέναμπλ: “Τώρα το μόνο που επιθυμώ είναι να ετοιμάσω το σώμα του γιου μου για την ταφή και να τον θρηνήσω… Ασε με να αγγίξω τον γιο μου και να αποχαιρετήσω εκείνο το αγαπημένο σώμα που αγάπησα και κατέστρεψα χωρίς να το ξέρω”.

Στο έργο του Ευριπίδη ο Διόνυσος γίνεται βίαιος επειδή αμφισβητείται η θεϊκή του φύση, ενώ οι Μαινάδες του γίνονται καταστροφικές μόνο όταν τις καταδιώκουν. Ετσι, όσο περισσότερο ο Πενθέας προσπαθεί να περιορίσει τον Διόνυσο, ο οποίος έχει μεταμφιεστεί σε ξένο ιερέα, τόσο πιο έντονος και καταστροφικός γίνεται ο θεός. Και ακριβώς όπως στις “Βάκχες” ο αγγελιαφόρος περιγράφει τις γυναίκες “σαν πουλιά που έσκιζαν το έδαφος καθώς έτρεχαν”, ορμώντας “σαν εχθρικός στρατός”, έτσι και η Κάθριν περιγράφει τα παιδιά που διαμελίζουν τον Σεμπάστιαν σαν “μια ομάδα αδύνατων μελαχρινών παιδιών που μοιάζουν με μαδημένα πουλιά χτυπημένα από τον άνεμο, τον ζεστό άσπρο άνεμο της θάλασσας”».

Η καθηγήτρια αμερικανικής και συγκριτικής λογοτεχνίας Μαρία Κουτσουδάκη το έχει επισημάνει ανάλογα στο βιβλίο της «The Dionysiac Myth in Camus and Williams» (εκδ. Καρδαμίτσα) εντοπίζοντας ότι το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» υπόσχεται τη διονυσιακή αφύπνιση μέσα από μια θεματικά και τεχνικά τελειωμένη μορφή του μύθου. «Πιο απλά, καταλήγει με την ελπίδα ότι ο σπαραγμός του Σεμπάστιαν θα πάρει μια οικουμενικότερη διάσταση και θα παρακινήσει τα μέλη της σύγχρονης κοινωνίας των ανθρώπων να αισθανθούν και να σκεφτούν».