Αν η ταινία του Ορσον Γουέλς του 1941 «Πολίτης Κέιν» είχε γυριστεί ως τηλεοπτική ταινία 60 χρόνια αργότερα, ο Κέιν θα ήταν ο Τεντ Τέρνερ. Χάρη στον Γουέλς, τη μορφή του Ουίλιαμ Ράντολφ Χιρστ, τη θυμούνται σήμερα περισσότερο για τη φανταχτερή προσωπική ζωή που αποτυπώθηκε στην ταινία.
Ο Τέρνερ, που πέθανε σε ηλικία 87 ετών, στάθηκε πιο τυχερός. Αν και η εμφάνισή του συχνά συγκρινόταν με εκείνη του Κλαρκ Γκέιμπλ ως Ρετ Μπάτλερ και η προσωπική του ζωή ήταν εξίσου ενδιαφέρουσα, πιθανότατα θα μείνει στη μνήμη κυρίως ως ένας από τους μεγάλους καινοτόμους της τηλεόρασης.
Ηταν ο πρώτος που συνέλαβε την ιδέα του «υπερσταθμού», αποδεικνύοντας ότι η καλωδιακή τηλεόραση μπορούσε να στηρίξει δικά της δίκτυα, ανεξάρτητα από τους επίγειους τηλεοπτικούς κολοσσούς. Στη συνέχεια, το 1980, προχώρησε ακόμη περισσότερο δημιουργώντας το CNN, το πρώτο 24ωρο ειδησεογραφικό κανάλι, που έγινε πρότυπο και σημείο αναφοράς για όλους όσοι ακολούθησαν, αλλάζοντας τον τρόπο με τον οποίο η τηλεόραση μετέδιδε τις ειδήσεις.
Το γεγονός ότι έγινε ένας από τους πλουσιότερους ανθρώπους της Αμερικής μετά τη συγχώνευση της εταιρείας του με την Time Warner το 1996 δεν του έδωσε ιδιαίτερη ικανοποίηση. Ηταν πάντα αμφιλεγόμενος και συχνά αντιφατικός.
Ως ιδιοκτήτης της ομάδας μπέιζμπολ Atlanta Braves από το 1976 και μετά, ανέλαβε ο ίδιος χρέη προπονητή όταν η ομάδα βρισκόταν σε πολύ κακή κατάσταση.
Σε αντίθεση με τους περισσότερους εκατομμυριούχους ιδιοκτήτες ομάδων, ο Τέρνερ είχε και προσωπικές αθλητικές επιτυχίες. Το 1977 ήταν κυβερνήτης του γιοτ «Courageous» που κατέκτησε το America’s Cup. Το 1979 κέρδισε τον αγώνα Fastnet, κατά τη διάρκεια του οποίου 15 άνθρωποι έχασαν τη ζωή τους στις σφοδρές καταιγίδες.
Η διαμάχη του με τον μακροχρόνιο αντίπαλό του Ρούπερτ Μέρντοχ – έναν άλλο μεγιστάνα των μέσων ενημέρωσης που μετέτρεψε τη μικρή οικογενειακή επιχείρηση σε παγκόσμιο κολοσσό – ξεκίνησε έπειτα από σύγκρουση ανάμεσα σε γιοτ του οποίου χορηγός ήταν ο Μέρντοχ και το «Condor», που κυβερνούσε ο Τέρνερ, στον αγώνα Σίδνεϊ – Χόμπαρτ του 1983.
Γεννημένος στο Σινσινάτι του Οχάιο, πέρασε μεγάλο μέρος της παιδικής του ηλικίας μακριά από τον πατέρα του, έναν καταθλιπτικό και ευέξαπτο άνθρωπο που συχνά τον χτυπούσε. Η μικρότερη αδελφή του, Μέρι Τζιν, πέθανε από αυτοάνοσο νόσημα όταν ο Τεντ ήταν 20 ετών.
Στη στρατιωτική σχολή McCallie του Τενεσί απέκτησε το παρατσούκλι «Τεντ ο τρομερός». Εισήχθη στο πανεπιστήμιο Brown στο Ρόουντ Αϊλαντ, μέλος της Ivy League, αλλά αποβλήθηκε πριν πάρει πτυχίο όταν τον έπιασαν με μια γυναίκα στο δωμάτιό του.
Το 1961, σε ηλικία 23 ετών, εντάχθηκε στην οικογενειακή επιχείρηση Turner Communications, που ειδικευόταν στις υπαίθριες διαφημιστικές πινακίδες. Δύο χρόνια αργότερα, ο πατέρας του, απελπισμένος λόγω οικονομικών δυσκολιών, αυτοκτόνησε στην οικογενειακή φυτεία στη Νότια Καρολίνα. Σε ηλικία μόλις 24 ετών, ο Τεντ έγινε πρόεδρος της εταιρείας.
Επέκτεινε τις δραστηριότητές του στο ραδιόφωνο, χρησιμοποιώντας τις διαφημιστικές πινακίδες της εταιρείας του για να προωθεί τους σταθμούς του. Το 1970 συγχώνευσε την εταιρεία του με τη Rice Communications, αποκτώντας τον έλεγχο ενός μικρού τηλεοπτικού σταθμού UHF στην Ατλάντα, που έχανε σχεδόν ένα εκατομμύριο δολάρια τον χρόνο. Μέσα σε τρία χρόνια είχε ανατρέψει την κατάσταση, μετονόμασε τον σταθμό σε WTCG και μετέδιδε το πρόγραμμά του μέσω δορυφόρου καθώς αυξάνονταν ολοένα οι πάροχοι καλωδιακής σε ολόκληρες τις ΗΠΑ. Το περιεχόμενο περιελάμβανε παλιές ταινίες, επαναλήψεις σειρών και αγώνες πάλης – ιδιαίτερη αδυναμία του Τέρνερ.
Ο Τέρνερ ήταν ο πρώτος μεγιστάνας των μέσων που επένδυσε στον αθλητισμό ως τηλεοπτικό προϊόν για το δίκτυό του, ξεκινώντας με τους σχεδόν διαλυμένους τότε Atlanta Braves και αργότερα προσθέτοντας τους Atlanta Hawks στο μπάσκετ και τους Atlanta Thrashers στο χόκεϊ επί πάγου.
Ο «υπερσταθμός» του, που το 1979 μετονομάστηκε σε WTBS (Turner Broadcasting System) και αργότερα σε TBS, συνέχισε να αναπτύσσεται. Αντιμετωπίστηκε με χλευασμό όταν ίδρυσε το CNN το 1980, κυρίως επειδή το χαμηλού επιπέδου πρόγραμμα του TBS δεν άφηνε να φανεί καμία προσήλωση στις αξίες της ενημέρωσης. Παρ’ όλα αυτά, μετέτρεψε σύντομα το CNN σε οργανισμό που έθεσε νέα πρότυπα στην κάλυψη έκτακτων γεγονότων, ιδιαίτερα διεθνών συγκρούσεων και κρίσεων.
Το όνειρο του Τέρνερ ήταν να αποκτήσει ένα μεγάλο επίγειο τηλεοπτικό δίκτυο, αλλά οι προσπάθειές του να εξαγοράσει επιθετικά το CBS απέτυχαν. Ωστόσο, στην καλωδιακή και δορυφορική τηλεόραση συνέχισε να αναπτύσσεται, προσθέτοντας ένα δεύτερο δίκτυο, το Turner Network Television (TNT). Η αγορά της τεράστιας ταινιοθήκης της MGM έναντι 1,6 δισ. δολαρίων χλευάστηκε τότε, αλλά σύντομα αποδείχθηκε ανεξάντλητη πηγή περιεχομένου για τα δύο δίκτυά του και για ένα τρίτο, το Turner Classic Movies (TCM). Δημιούργησε επίσης το Cartoon Network και ήταν πρωτοπόρος στην πρακτική μετάδοσης ταινιών ελάχιστα ταχύτερα από την κανονική ταχύτητα προβολής, ώστε να χωρούν περισσότερες διαφημίσεις.
Οι τρεις γάμοι του Τέρνερ κατέληξαν σε διαζύγιο. Ο τρίτος γάμος του, το 1991, ήταν με την ηθοποιό Τζέιν Φόντα.
Οπως και ο πατέρας του, ο Τέρνερ υπέφερε από κατάθλιψη, αλλά αφοσιώθηκε στο διεθνές έργο του. Μέσω του Turner Foundation στήριξε φιλανθρωπικό έργο σε όλο τον κόσμο. Μεγάλο μέρος της δράσης του αφορούσε περιβαλλοντικά ζητήματα και βιώσιμη ανάπτυξη, ακόμη και στις δικές του εκτάσεις: μέχρι το 2011 ήταν ο μεγαλύτερος ιδιώτης γαιοκτήμονας στις ΗΠΑ και συνέχιζε να διατηρεί το μεγαλύτερο κοπάδι βισόνων, με περισσότερα από 50.000 ζώα.
Πιθανότατα θα τον θυμούνται ως έναν τζέντλεμαν του Νότου, ως έναν επαναστάτη, πεπεισμένο ότι μπορούσε να αφήσει αποτύπωμα στον κόσμο. Και το έκανε.