«Η απάντησή μας στη βία θα είναι ακόμη περισσότερη δημοκρατία. Ακόμη περισσότερη ανθρωπιά. Αλλά ποτέ αφέλεια», είχε διακηρύξει το βράδυ της 22ας Ιουλίου 2011 ο τότε πρωθυπουργός της Νορβηγίας Γενς Στόλτενμπεργκ, ανήμερα τη σφαγή στην Ουτόγια από τον ακροδεξιό τρομοκράτη Αντερς Μπρέιβικ – η χειρότερη εν καιρώ ειρήνης στη σκανδιναβική χώρα. Δεκαπέντε χρόνια μετά, παραμένει η πλέον πολύνεκρη επίθεση με πυροβόλο όπλο από «μοναχικό λύκο» στη σύγχρονη ιστορία.
Εκείνο το πρωινό Παρασκευής, ο τότε 32χρονος Μπρέιβικ πυροδότησε ένα παγιδευμένο με εκρηκτικά φορτηγάκι στην κυβερνητική συνοικία του Οσλο, σκοτώνοντας οκτώ ανθρώπους και τραυματίζοντας πάνω από 200, προτού ταξιδέψει στο νορβηγικό νησί Ουτόγια, μεταμφιεσμένος σε αστυνομικό, για να αιματοκυλίσει τη θερινή κατασκήνωση της νεολαίας του τότε κυβερνώντος Εργατικού Κόμματος.
Ανοιξε αδιακρίτως πυρ κατά των ανυποψίαστων κατασκηνωτών, καταδιώκοντάς τους για περίπου μιάμιση ώρα. Σκότωσε 69 ανθρώπους, στη συντριπτική πλειονότητα εφήβους, προτού καταφθάσει με τραγική καθυστέρηση στο νησί ειδική μονάδα της αστυνομίας.
Ο δράστης παραδόθηκε χωρίς αντίσταση. Είπε ότι στόχος του ήταν «να σώσω τη Νορβηγία και τη Δυτική Ευρώπη από τη μουσουλμανική κατάκτηση» και υποστήριξε ότι το Εργατικό Κόμμα «πλήρωσε το τίμημα», επειδή «πρόδωσε τη χώρα και τον λαό». Καταδικάστηκε το 2012 με την ανώτατη δυνατή ποινή για μια τραγωδία που σημάδεψε βαθιά τη χώρα.
Ομως πολλοί, και δη οι επιζώντες της σφαγής, εκφράζουν σήμερα βαθιά ανησυχία, καθώς βλέπουν τις ιδέες της Ακροδεξιάς να κερδίζουν ολοένα και περισσότερο έδαφος στη Νορβηγία, με το σκληροπυρηνικό Κόμμα της Προόδου πια πρώτο στις δημοσκοπήσεις. «Οι ιδέες του νεοναζί Μπρέιβικ έχουν πλέον κανονικοποιηθεί στον δημόσιο λόγο», λέει στη «Monde» ο νορβηγός καλλιτέχνης Ματίας Φαλντμπάκεν, δημιουργός του εθνικού μνημείου για τα συνολικά 77 θύματα των τρομοκρατικών επιθέσεων του 2011, το οποίο εγκαινιάστηκε την περασμένη Κυριακή στο Οσλο. Διαστάσεων 12 επί 15 μέτρων, το ψηφιδωτό απεικονίζει ένα πουλί της λίμνης που περιβάλλει την Ουτόγια και κλαδάκια, που αντικατοπτρίζονται στο νερό. «Μια διαμαρτυρία ενάντια στη λήθη», εξηγεί ο Φαλντμπάκεν.
Παραδίπλα, σε νέες εγκαταστάσεις, ανοίγει σήμερα τις πύλες του για το κοινό το Κέντρο της 22ας Ιουλίου – ένα εθνικό κέντρο μνήμης. «Είναι ένας τρόπος να αντιμετωπίσουμε τις θεωρίες συνωμοσίας ότι η 22α Ιουλίου δεν συνέβη ποτέ», παρατηρεί η διευθύντρια του Κέντρου, Λένα Φάρε.
Η έκθεση παρουσιάζει λεπτό προς λεπτό την εξέλιξη των επιθέσεων, συνοδεία φωτογραφικού και οπτικοακουστικού υλικού. Περιλαμβάνει επίσης το μανιφέστο 1.518 σελίδων του Αντερς Μπρέιβικ, στο οποίο αναπαρήγε την ακροδεξιά συνωμοσιολογική θεωρία περί «Μεγάλης Αντικατάστασης» του ευρωπαϊκού πληθυσμού, κατηγορούσε τον φεμινισμό για «πολιτισμική αυτοκτονία» της Δύσης και ζητούσε την απέλαση όλων των μουσουλμάνων από την Ευρώπη. Γραμμένο στα αγγλικά, ενέπνευσε άλλους ακροδεξιούς τρομοκράτες και το λεγόμενο κίνημα του ανδροκρατικού μιλιταρισμού. «Πρόκειται για ιδέες που έκτοτε εξαπλώθηκαν ακόμη περισσότερο», τονίζει ανήσυχη στη «Monde» η Λένα Φάρε.
«Εχω την αίσθηση ότι δεν διδαχθήκαμε πραγματικά τα μαθήματα της 22ας Ιουλίου», παρατηρεί η Μερέτε Σταμνεσάγκεν, η οποία έχασε την κόρη της στην Ουτόγια και σήμερα είναι πρόεδρος της Ενωσης Υποστήριξης των Επιζώντων και των Οικογενειών των Θυμάτων. Αλλά «το να αφήσουμε τον φόβο να μας νικήσει δεν αποτελεί επιλογή», υπογραμμίζει ο Γκάουτε Σάρβο, επιζών της σφαγής και εδώ και δύο χρόνια πρόεδρος της νεολαίας των Εργατικών. Δύο υπουργοί στη σημερινή κυβέρνηση μειοψηφίας του κόμματος είναι επίσης επιζώντες της Ουτόγια. Μετά τη συμμετοχή του Γκάουτε σε μια τηλεοπτική συζήτηση για την Ακροδεξιά, τον περασμένο Μάιο, οι λογαριασμοί του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατακλύστηκαν από απειλές κατά της ζωής του. «Το μίσος είναι σήμερα ακόμη ισχυρότερο απ’ ό,τι το 2011», επισημαίνει. «Πλέον, για ορισμένους θεωρείται αποδεκτό να λένε ότι θα έπρεπε να είχα σκοτωθεί στην Ουτόγια».