Οι ενδιάμεσες εκλογές του Νοεμβρίου στις ΗΠΑ ενδέχεται να ανατρέψουν τις πολιτικές ισορροπίες στην Ουάσιγκτον, δίνοντας στους Δημοκρατικούς την ευκαιρία να ανακτήσουν τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων και να ενισχύσουν τη θέση τους στη Γερουσία. Ωστόσο, όπως επισημαίνει ανάλυση του USA Today, το οικονομικό πλεονέκτημα των Ρεπουμπλικανών και η αποδυναμωμένη πολιτική ταυτότητα των Δημοκρατικών μπορεί να περιορίσουν τα κέρδη της αντιπολίτευσης και να αποτρέψουν μια ευρείας κλίμακας εκλογική ήττα του κυβερνώντος κόμματος.
Η έκβαση της αναμέτρησης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από πέντε κρίσιμα μέτωπα: τη στάση των ισπανόφωνων ψηφοφόρων, την απήχηση των προοδευτικών υποψηφίων, την οικονομική ισχύ των προεκλογικών εκστρατειών, την ικανότητα του Ντόναλντ Τραμπ να κινητοποιήσει τη βάση του και τις ανατροπές σε πολιτείες που θεωρούνταν παραδοσιακά ασφαλείς για τους Ρεπουμπλικανούς.
1. Τέξας: Απομακρύνονται οι ισπανόφωνοι ψηφοφόροι από τους Ρεπουμπλικανούς;
Το Τέξας αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα πεδία δοκιμασίας για το Ρεπουμπλικανικό Κόμμα. Το 2024, ο Ντόναλντ Τραμπ κατάφερε να ενισχύσει την απήχησή του στους ισπανόφωνους ψηφοφόρους, κερδίζοντας τη συγκεκριμένη εκλογική ομάδα στην πολιτεία με διαφορά 11 ποσοστιαίων μονάδων, αφού το 2020 είχε χάσει οριακά την υποστήριξή της.
Ωστόσο, η εικόνα φαίνεται να αλλάζει. Σύμφωνα με δημοσκόπηση των TelevisaUnivision και Cook Political Report, που πραγματοποιήθηκε από τις 26 Αυγούστου έως τις 3 Σεπτεμβρίου, οι ισπανόφωνοι ψηφοφόροι προτιμούσαν τον Δημοκρατικό υποψήφιο για τη Γερουσία, Τζέιμς Ταλαρίκο, έναντι του Ρεπουμπλικανού Κεν Πάξτον, με ποσοστό 63% έναντι 30%.
Ο πληθωρισμός και οι ανησυχίες για την αυστηρή μεταναστευτική πολιτική της κυβέρνησης Τραμπ φαίνεται να επηρεάζουν τη στάση των ψηφοφόρων. Η εξέλιξη αυτή ενδέχεται να δυσκολέψει και τις προσπάθειες των Ρεπουμπλικανών να κερδίσουν περισσότερες έδρες στη Βουλή των Αντιπροσώπων μέσω της αναδιαμόρφωσης των εκλογικών περιφερειών.
2. Μίσιγκαν: Θα κερδίσουν έδαφος οι Δημοκρατικοί;
Η μάχη για τη Γερουσία στο Μίσιγκαν θα δείξει κατά πόσο οι ψηφοφόροι μιας πολιτείας που αλλάζει συχνά πολιτική κατεύθυνση είναι διατεθειμένοι να στηρίξουν υποψηφίους από την αριστερή πτέρυγα των Δημοκρατικών.
Ο προοδευτικός Αμπντούλ Ελ-Σαγέντ επικράτησε οριακά στις εσωκομματικές εκλογές, αφήνοντας πίσω την πιο μετριοπαθή επιλογή του κομματικού κατεστημένου, τη βουλευτή Χέιλι Στίβενς. Αντίπαλός του στις εκλογές είναι ο πρώην βουλευτής των Ρεπουμπλικανών Μάικ Ρότζερς.
Το Μίσιγκαν έχει ιδιαίτερη σημασία, καθώς έχει ψηφίσει τόσο υπέρ του Μπαράκ Ομπάμα όσο και υπέρ του Ντόναλντ Τραμπ στις προεδρικές εκλογές. Ενδεχόμενη νίκη του Ελ-Σαγέντ θα αποτελούσε σημαντική επιτυχία για την προοδευτική πτέρυγα του Δημοκρατικού Κόμματος. Ωστόσο, όπως σημειώνει το USA Today, η ισχυρή παρουσία αραβικών και μουσουλμανικών κοινοτήτων στην πολιτεία, σε συνδυασμό με την παραδοσιακή δύναμη των Δημοκρατικών, καθιστά δύσκολη την εξαγωγή συμπερασμάτων για το κατά πόσο ένα αντίστοιχο αποτέλεσμα θα μπορούσε να επαναληφθεί σε άλλες πολιτείες.
Η σημασία της αναμέτρησης αποτυπώνεται και στις κινήσεις των δύο κομμάτων, καθώς ο Τραμπ αναμένεται να επισκεφθεί την πολιτεία για να στηρίξει τους Ρεπουμπλικανούς, ενώ ο Ομπάμα θα συμμετάσχει σε εκδήλωση κινητοποίησης των ψηφοφόρων στο Ντιτρόιτ στις 24 Οκτωβρίου.
3. Το οικονομικό πλεονέκτημα των Ρεπουμπλικανών
Η χρηματοδότηση των προεκλογικών εκστρατειών αποτελεί έναν ακόμη καθοριστικό παράγοντα. Χαρακτηριστική είναι η μάχη για την εκλογή κυβερνήτη στη Φλόριντα, όπου οι εκστρατείες υπέρ του Ρεπουμπλικανού Μπάιρον Ντόναλντς είχαν συγκεντρώσει έως τον Σεπτέμβριο περίπου 77 εκατ. δολάρια, έναντι μόλις 8,2 εκατ. δολαρίων για τον Δημοκρατικό Ντέιβιντ Τζόλι.
Παρά τη μεγάλη διαφορά στη χρηματοδότηση, δημοσκόπηση της YouGov που δημοσιεύθηκε στις 6 Οκτωβρίου έδειξε τους δύο υποψηφίους σχεδόν ισόπαλους, με 47% για τον Ντόναλντς και 45% για τον Τζόλι.
Η οικονομική υπεροχή, ωστόσο, δεν περιορίζεται στη συγκεκριμένη πολιτεία. Οι επίσημες κομματικές επιτροπές των Ρεπουμπλικανών είχαν συγκεντρώσει περίπου 1,3 δισ. δολάρια, σχεδόν τα διπλάσια από τα 613 εκατ. δολάρια των αντίστοιχων Δημοκρατικών. Παράλληλα, η MAGA Inc., η οποία συνδέεται με τον Τραμπ, διέθετε σχεδόν 416 εκατ. δολάρια τον Σεπτέμβριο.
Το προβάδισμα αυτό μπορεί να αποδειχθεί κρίσιμο για την προβολή των υποψηφίων, την κινητοποίηση των ψηφοφόρων και την εντατικοποίηση της προεκλογικής εκστρατείας τις τελευταίες ημέρες πριν από τις κάλπες. Την ίδια στιγμή, οι Δημοκρατικοί αντιμετωπίζουν δυσκολίες σε αρκετές εκλογικές αναμετρήσεις για κυβερνήτες, ακόμη και σε πολιτείες όπου οι υποψήφιοί τους εμφανίζονται ανταγωνιστικοί στις δημοσκοπήσεις.
4. Νότια Καρολίνα: Δοκιμάζεται η πολιτική επιρροή του Τραμπ
Η αναμέτρηση στη Νότια Καρολίνα αποτελεί προσωπική δοκιμασία για τον Ντόναλντ Τραμπ. Ο Αμερικανός πρόεδρος στήριξε την Ντάρλιν Γκράχαμ για την προσωρινή κάλυψη της έδρας στη Γερουσία μετά τον θάνατο του γερουσιαστή Λίντσεϊ Γκράχαμ και στη συνέχεια τη βοήθησε να εξασφαλίσει το χρίσμα των Ρεπουμπλικανών, επικρατώντας ενός πρώην βουλευτή του κόμματος.
Παρά το γεγονός ότι η πολιτεία θεωρείται παραδοσιακό προπύργιο των Ρεπουμπλικανών, η υποψήφια των Δημοκρατικών, Άνι Άντριους, παιδίατρος στο επάγγελμα, εμφανίζεται ανταγωνιστική. Πρόσφατες δημοσκοπήσεις την έδειξαν να υπολείπεται μόλις μίας μονάδας ή ακόμη και να προηγείται οριακά.
Η εξέλιξη αυτή προκάλεσε ανησυχία στο Ρεπουμπλικανικό στρατόπεδο. Το Senate Leadership Fund, το σημαντικότερο πολιτικό ταμείο που στηρίζει Ρεπουμπλικανούς υποψηφίους για τη Γερουσία, αποφάσισε να διαθέσει επιπλέον 5 εκατ. δολάρια για την αναμέτρηση.
Παράλληλα, η δημοτικότητα του Τραμπ στην πολιτεία εμφανίζει σημάδια υποχώρησης. Στις 6 Οκτωβρίου, το Center for Politics του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια υποβάθμισε την εκτίμησή του για την εκλογική αναμέτρηση από «ασφαλή νίκη των Ρεπουμπλικανών» σε «πιθανή νίκη των Ρεπουμπλικανών». Αν και το κόμμα εξακολουθεί να διατηρεί το προβάδισμα, η έκβαση δεν θεωρείται πλέον δεδομένη.
5. Κάνσας: Πόσο ψηλά μπορεί να φτάσει το Δημοκρατικό κύμα;
Το Κάνσας, μια πολιτεία που δεν έχει εκλέξει Δημοκρατικό γερουσιαστή από το 1932, αποτελεί ίσως την πιο χαρακτηριστική ένδειξη της μεταβολής του προεκλογικού κλίματος.
Ο Ρεπουμπλικανός γερουσιαστής Ρότζερ Μάρσαλ, ο οποίος είχε επικρατήσει με μεγάλη διαφορά στις εκλογές του 2020, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με μια απροσδόκητα ανταγωνιστική αναμέτρηση απέναντι στον Δημοκρατικό Άνταμ Χάμιλτον, ιδρυτή και επικεφαλής της Church of the Resurrection, μιας μεγάλης εκκλησίας στην ευρύτερη περιοχή του Κάνσας Σίτι.
Δημοσκόπηση της YouGov έδειξε τον Μάρσαλ να προηγείται με μόλις τρεις ποσοστιαίες μονάδες. Ακόμη πιο ενδεικτική είναι η αλλαγή στις εκτιμήσεις του Cook Political Report: από «σίγουρη νίκη των Ρεπουμπλικανών» τον Ιούλιο, η αναμέτρηση χαρακτηρίστηκε «πιθανή νίκη των Ρεπουμπλικανών» τον Αύγουστο και «οριακό προβάδισμα των Ρεπουμπλικανών» τον Σεπτέμβριο, προτού μεταφερθεί στην κατηγορία των αμφίρροπων αναμετρήσεων στις 6 Οκτωβρίου.
Η αντιπαράθεση μεταξύ των δύο υποψηφίων αποτυπώνει και την πολιτική πόλωση γύρω από τον Τραμπ. Ο Μάρσαλ υπερασπίστηκε την πολιτική των δασμών της κυβέρνησης, προκαλώντας αποδοκιμασίες από μέρος του κοινού σε προεκλογική εκδήλωση. Ο Χάμιλτον, από την πλευρά του, υποστήριξε ότι η σημερινή κυβέρνηση που στηρίζει ο αντίπαλός του δεν αποτελεί μια φυσιολογική πολιτική κατάσταση.
Σύμφωνα με την ανάλυση του USA Today, οι Δημοκρατικοί έχουν μπροστά τους μια σημαντική ευκαιρία να ανακτήσουν πολιτική ισχύ στην Ουάσιγκτον. Μια εκλογική νίκη που θα τους δώσει τον έλεγχο της Βουλής των Αντιπροσώπων θα αποτελούσε σημαντική αλλαγή στους συσχετισμούς, ενώ η κατάκτηση και της Γερουσίας θα συνιστούσε ακόμη μεγαλύτερη ανατροπή.
Ωστόσο, η δυσαρέσκεια απέναντι στην κυβέρνηση Τραμπ δεν αρκεί από μόνη της για να εξασφαλίσει τη νίκη των Δημοκρατικών. Η χρηματοδότηση, η απήχηση των υποψηφίων και η δυνατότητα κάθε κόμματος να κινητοποιήσει τους ψηφοφόρους του θα καθορίσουν αν η εκλογική αναμέτρηση θα εξελιχθεί σε σαρωτική ήττα για τους Ρεπουμπλικανούς ή σε μια πιο περιορισμένη μεταβολή των πολιτικών ισορροπιών.