Υπάρχει ένας πολύ αποτελεσματικός τρόπος να παρουσιάσεις μια οικονομική πραγματικότητα χωρίς να πεις ούτε έναν ψεύτικο αριθμό: να επιλέξεις ποιον αριθμό θα δείξεις και ποιον θα αφήσεις έξω από το κάδρο.
Η πρόσφατη παρέμβαση του υπουργού Επικρατείας Άκη Σκέρτσου για τις τραπεζικές καταθέσεις είναι ένα εξαιρετικό παράδειγμα του πόσο διαφορετικές εικόνες μπορούν να δημιουργηθούν από τα ίδια δεδομένα.
Ο υπουργός επιχειρεί να αποδομήσει τον ισχυρισμό ότι «7 στους 10 Έλληνες έχουν καταθέσεις κάτω από 1.000 ευρώ».
Και σε ένα συγκεκριμένο σημείο έχει δίκιο.
Τα στοιχεία του ΤΕΚΕ δεν επιτρέπουν να ταυτίσουμε τους τραπεζικούς λογαριασμούς ή τους καταθέτες ανά τράπεζα με μοναδικά φυσικά πρόσωπα. Ο ίδιος άνθρωπος μπορεί να εμφανίζεται σε περισσότερες τράπεζες, να διαθέτει περισσότερους λογαριασμούς ή να είναι συνδικαιούχος.
Επομένως, το «72% των λογαριασμών» δεν μπορεί να μεταφράζεται αυθαίρετα σε «72% των Ελλήνων».
Μέχρι εδώ, σωστά.
Το ενδιαφέρον αρχίζει αμέσως μετά.
Από τους λογαριασμούς στους… ευημερούντες Έλληνες
Ο Άκης Σκέρτσος παραθέτει στη συνέχεια ένα άλλο εντυπωσιακό στοιχείο.
Οι καταθέσεις φυσικών προσώπων, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλείται, αυξήθηκαν από 106,4 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2018 σε 148,7 δισ. ευρώ τον Δεκέμβριο του 2025.
Αύξηση 42,4 δισ. ευρώ ή 39,8%.
Επισημαίνει επίσης ότι οι καταθέσεις στα κλιμάκια των 5.000 έως 50.000 ευρώ αυξήθηκαν κατά περίπου 16 δισ. ευρώ και εκείνες μεταξύ 50.000 και 100.000 ευρώ κατά 7,9 δισ. ευρώ.
Συνολικά, σχεδόν 24 δισ. ευρώ περισσότερα στα συγκεκριμένα κλιμάκια.
Οι αριθμοί ακούγονται εντυπωσιακοί.
Υπάρχει όμως ένα απλό ερώτημα:
Από πότε η αύξηση του συνολικού ποσού που βρίσκεται στις τράπεζες αποτελεί απόδειξη ότι βελτιώθηκε αντίστοιχα η οικονομική κατάσταση του μέσου Έλληνα;
Εδώ ακριβώς χρειάζεται η ίδια στατιστική αυστηρότητα που ζητά ο υπουργός όταν διορθώνει το «7 στους 10».
Το συνολικό ύψος των καταθέσεων μας λέει πόσα χρήματα υπάρχουν συνολικά.
Δεν μας λέει από μόνο του πώς κατανέμονται ανάμεσα στα νοικοκυριά.
Και πολύ περισσότερο δεν μας λέει πόσο εύκολα πληρώνει σήμερα μια οικογένεια το σούπερ μάρκετ, το ενοίκιο, το ηλεκτρικό ρεύμα ή τη δόση του στεγαστικού της.
Και τότε έρχεται η ΕΛΣΤΑΤ
Αν θέλουμε να δούμε εάν τα ελληνικά νοικοκυριά πράγματι περισσεύουν χρήματα, υπάρχει ένας πολύ πιο άμεσος δείκτης: η αποταμίευσή τους.
Και εκεί η εικόνα αλλάζει.
Η ΕΛΣΤΑΤ κατέγραψε για το 2024 αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών -2,5%.
Στο πρώτο τρίμηνο του 2025 το ποσοστό έφτασε στο -8,5%.
Τι σημαίνει αρνητική αποταμίευση;
Σε μακροοικονομικό επίπεδο σημαίνει ότι η καταναλωτική δαπάνη των νοικοκυριών υπερβαίνει το διαθέσιμο εισόδημά τους.
Με απλά ελληνικά:
συνολικά τα νοικοκυριά ξοδεύουν περισσότερα από το διαθέσιμο εισόδημα που δημιουργούν.
Και κάπου εδώ δημιουργείται το παράδοξο της κυβερνητικής εικόνας.
Από τη μία έχουμε τις καταθέσεις να αυξάνονται.
Από την άλλη έχουμε τα νοικοκυριά, ως σύνολο, με αρνητική αποταμίευση.
Και τα δύο μπορούν να είναι αληθινά ταυτόχρονα.
Ακριβώς γι’ αυτό όμως το πρώτο δεν αποδεικνύει οικονομική ευημερία της πλειονότητας.
Η Ευρώπη χαλάει ακόμη περισσότερο την εικόνα
Υπάρχει και ένας δεύτερος έλεγχος.
Να συγκρίνουμε την Ελλάδα με τις υπόλοιπες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, λαμβάνοντας υπόψη και τις διαφορές στις τιμές.
Τα στοιχεία της Eurostat για το 2025 τοποθετούν το κατά κεφαλήν ΑΕΠ της Ελλάδας, σε μονάδες αγοραστικής δύναμης, στο 68% του μέσου όρου της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Στο χαμηλότερο επίπεδο της ΕΕ, μαζί με τη Βουλγαρία.
Και η ίδια η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναφέρει στην έκθεσή της για την Ελλάδα ότι, παρά την ισχυρή ανάπτυξη των τελευταίων ετών, το πραγματικό ΑΕΠ το 2025 παρέμενε σχεδόν 14% χαμηλότερα από την κορυφή του 2008, ενώ χαρακτηρίζει την πραγματική σύγκλιση με την υπόλοιπη Ευρώπη αργή.
Αυτή είναι επίσης η ελληνική οικονομία.
Όχι μόνο τα 148,7 δισ. ευρώ των τραπεζικών καταθέσεων.
Το στατιστικό τέχνασμα είναι στο συμπέρασμα
Εδώ βρίσκεται τελικά το πρόβλημα.
Ο Άκης Σκέρτσος ζητά —ορθώς— να μη χρησιμοποιούμε έναν αριθμό για να αποδείξουμε κάτι που ο συγκεκριμένος αριθμός δεν αποδεικνύει.
Αυτό ακριβώς πρέπει να ισχύσει και για την κυβερνητική επιχειρηματολογία.
Το γεγονός ότι αυξήθηκαν οι συνολικές καταθέσεις δεν αποδεικνύει ότι αυξήθηκε κατά 39,8% ο πλούτος του μέσου Έλληνα.
Η αύξηση κατά σχεδόν 24 δισ. ευρώ των υπολοίπων συγκεκριμένων καταθετικών κλιμακίων δεν μας λέει πόσα μοναδικά φυσικά πρόσωπα ωφελήθηκαν ούτε πώς κατανέμεται αυτή η αύξηση μεταξύ τους.
Και, κυρίως, κανένας από αυτούς τους αριθμούς δεν εξαφανίζει την αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών ούτε μετακινεί την Ελλάδα από τον πάτο της ευρωπαϊκής κατάταξης στην αγοραστική δύναμη.
Τα Excel κλείνουν – ο λογαριασμός μένει
Αυτό είναι ίσως το σημαντικότερο που πρέπει να κρατήσει ο πολίτης από τη συζήτηση.
Δεν χρειάζεται να είναι ψεύτικος ένας αριθμός για να δημιουργήσει παραπλανητική εικόνα.
Μπορεί να είναι απολύτως πραγματικός.
Αρκεί να παρουσιάζεται μόνος του.
Ναι, οι καταθέσεις αυξήθηκαν.
Ναι, το «72% των λογαριασμών» δεν σημαίνει «72% των Ελλήνων».
Αλλά επίσης:
148,7 δισ. ευρώ στις τράπεζες δεν σημαίνουν 148,7 δισ. ευρώ μοιρασμένα ισόρροπα στις τσέπες των Ελλήνων.
Και όταν τα νοικοκυριά εμφανίζουν αρνητική αποταμίευση και η χώρα βρίσκεται στο 68% του ευρωπαϊκού μέσου όρου σε κατά κεφαλήν ΑΕΠ προσαρμοσμένο στην αγοραστική δύναμη, χρειάζεται μεγάλη προσοχή πριν βαφτίσουμε την αύξηση των συνολικών καταθέσεων απόδειξη γενικευμένης ευημερίας.
Γιατί στο τέλος ο πολίτης δεν ζει μέσα σε ένα Excel.
Ζει με τον μισθό του, πληρώνει το ενοίκιό του, γεμίζει το καλάθι του σούπερ μάρκετ και ανοίγει κάθε μήνα τους λογαριασμούς του.
Και εκεί οι αριθμοί αποκτούν το πραγματικό τους νόημα.