Τάνια Γκονχράιπ στα «ΝΕΑ»: Πόλεμος, ακρίβεια και κοινωνίες διχασμένες

Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι τηρούμε τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στην  Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, όταν αναζητούμε νέους τρόπους αντιμετώπισης των προκλήσεων της μετανάστευσης, δηλώνει στη συνέντευξή της στα «ΝΕΑ» η Τάνια Γκονχράιπ, αναπληρώτρια γενική γραμματέας του Συμβουλίου της Ευρώπης για την υπό συζήτηση προσωρινή αναστολή των διαδικασιών ασύλου σε περιπτώσεις μαζικών μεταναστευτικών ροών, αλλά και τη δημιουργία hubs επιστροφών σε τρίτες χώρες.

Η Γκονχράιπ, την οποία συναντήσαμε στις Βρυξέλλες με αφορμή συνέδριο για τη Δημοκρατία του EBS, μιλά επίσης για τους κινδύνους από την ΤΝ ενόψει των εκλογικών αναμετρήσεων σε σειρά ευρωπαϊκών χωρών.

Ποιες πτυχές της δημοκρατικής οπισθοδρόμησης σας ανησυχούν περισσότερο;

Συντελούνται συνεχώς πολλές αλλαγές. Ο πόλεμος επέστρεψε στην Ευρώπη, φέρνοντας μαζί του αβεβαιότητες. Παρατηρούμε επίσης επίμονες ανισότητες και πολίτες που αισθάνονται ότι το σύστημα δεν λειτουργεί πλέον προς όφελός τους, καθώς το κόστος ζωής αυξάνεται χωρίς να ακολουθεί ανάλογη αύξηση μισθών. Βλέπουμε επίσης κοινωνίες διχασμένες. Υπάρχει πόλωση αλλά και παραπληροφόρηση.

Η τεχνολογία εξελίσσεται ταχύτερα από τους κανόνες. Αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο ο γενικός γραμματέας δρομολόγησε το «Νέο Δημοκρατικό Σύμφωνο για την Ευρώπη» πέρυσι, ως συνέχεια της Διακήρυξης του Ρέικιαβικ και των Αρχών για τη Δημοκρατία.

Η ευρεία διαβούλευση που γίνεται στο πλαίσιο του Συμφώνου μάς οδηγεί τώρα να εξετάσουμε πέντε θεμελιώδεις αξίες για τη διατήρηση μιας ισχυρής και ανθεκτικής δημοκρατίας, τη λογοδοσία, την υποχρέωση των ηγετών να λογοδοτούν, την ισότητα, σημαντική για τις ίσες ευκαιρίες, την αξιοπρέπεια, την κοινωνική δικαιοσύνη και την ειλικρίνεια στην ανταλλαγή πληροφοριών, καθώς και την ευθύνη απέναντι στο μέλλον.

Για τη διαμόρφωση του Συμφώνου συνομιλούμε με πέντε ομάδες φορέων, με πολίτες, συμπεριλαμβανομένων των νέων, με αρχές, θεσμούς, την κοινωνία των πολιτών, ακαδημαϊκούς και τον επιχειρηματικό κόσμο. Το πρώτο εξάμηνο του 2027 θα παρουσιαστεί σχετική έκθεση. Επειτα, εναπόκειται στα 46 κράτη – μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης να αποφασίσουν για περαιτέρω ενέργειες, βάσει των πορισμάτων και των προτάσεων.

Την επόμενη χρονιά επτά ευρωπαϊκές χώρες προσέρχονται στις κάλπες και η Ισπανία τον Νοέμβριο. Υπάρχει ανησυχία για την παραπληροφόρηση και τις εξωτερικές παρεμβάσεις. Ποια είναι η εκτίμησή σας;

Η παραπληροφόρηση στοχεύει σκόπιμα όχι μόνο στην ακεραιότητα της πληροφόρησης, αλλά και στους δημοκρατικούς θεσμούς και τις εκλογικές διαδικασίες. Η Κοινοβουλευτική Συνέλευση του Συμβουλίου της Ευρώπης έχει ήδη κρούσει τον κώδωνα του κινδύνου σε πολλές περιπτώσεις, όπως στη Μολδαβία, την Ουγγαρία, την Αρμενία, τη Ρουμανία, τη Βουλγαρία.

Η παραπληροφόρηση εκδηλώνεται με διάφορους τρόπους. Υπάρχουν δίκτυα «bot» και «φάρμες τρολ», ενώ βλέπουμε πληροφορίες χωρίς πραγματική βάση να διαδίδονται ταχύτατα και να αναπαράγονται από τα κυρίαρχα μέσα ενημέρωσης. Παρατηρείται επίσης μεροληπτική κάλυψη των ειδήσεων. Η παραπληροφόρηση ενισχύεται επιπλέον από την τεχνητή νοημοσύνη. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου διαθέτει νομολογία σχετικά με την παραπληροφόρηση και τις επιπτώσεις της στις εκλογές, η οποία μπορεί να είναι πολύ χρήσιμη.

Υπάρχει παρατήρηση και παρακολούθηση των εκλογών από την Κοινοβουλευτική Συνέλευση. Τα κράτη – μέλη του Συμβουλίου της Ευρώπης εργάζονται για τη διαμόρφωση του πρώτου διεθνούς νομικού εργαλείου σχετικά με τη χειραγώγηση πληροφοριών και τις παρεμβάσεις από το εξωτερικό. Απομένει να συμφωνήσουν τη μορφή του, ωστόσο όλοι αναγνωρίζουν τον επείγοντα χαρακτήρα του ζητήματος. Υπάρχουν επίσης καινοτόμοι τρόποι δράσης.

Το Συμβούλιο της Ευρώπης διοργάνωσε hackathons με τη συμμετοχή ομάδων νέων, εστιάζοντας στην αντιμετώπιση της παραπληροφόρησης και της ρητορικής μίσους στο Διαδίκτυο. Παράλληλα, εργαζόμαστε για την ενίσχυση του γραμματισμού στα μέσα ενημέρωσης και την πληροφόρηση. Οι κίνδυνοι ενόψει των εκλογών του 2027 είναι πραγματικοί και είναι εξαιρετικά σημαντικό να υπάρξει προετοιμασία, αποφεύγοντας τον αυτοσχεδιασμό.

Η ανθεκτικότητα οικοδομείται στο διάστημα μεταξύ των εκλογικών αναμετρήσεων, και όχι μόνο στη διάρκειά τους. Απαιτείται μια προσέγγιση που να εμπλέκει το σύνολο της κοινωνίας, τα μέσα ενημέρωσης, την κοινωνία των πολιτών, τους θεσμούς, την εκπαίδευση. Τα μέτρα αντιμετώπισης της παραπληροφόρησης πρέπει, φυσικά, να εδράζονται στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου. Για παράδειγμα, όταν συζητάμε για τη ρύθμιση των μέσων ενημέρωσης, υπάρχουν σαφή όρια.

Σε ποιον βαθμό σάς ανησυχεί το ενδεχόμενο να δούμε πληθώρα deepfakes και πολλές προσπάθειες άσκησης αρνητικής επιρροής στους ψηφοφόρους μέσω ΤΝ;

Πρόκειται για ζήτημα που προκαλεί ανησυχία. Γι’ αυτό είναι τόσο σημαντικό να μιλάμε σχετικά με τον ρόλο της ΤΝ με επιχειρήσεις και πλατφόρμες, ώστε να συζητήσουμε ποια είναι η ευθύνη τους, πώς μπορούν να συμβάλουν στη διαμόρφωση ενός υγιούς δημοκρατικού χώρου για δίκαιες εκλογές και πώς μπορούν να αποτρέψουν τη διάδοση παραπληροφόρησης μέσω εργαλείων ΤΝ και deepfakes.

Είναι εξαιρετικά σημαντικό να συνεργαστούμε. Ο γενικός γραμματέας υπέγραψε μνημόνιο συνεργασίας με τη Microsoft για αυτό το θέμα. Επίσης, 21 κράτη – μέλη, συμπεριλαμβανομένων χωρών της G7, έχουν υπογράψει τη Σύμβαση-Πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης για την ΤΝ, η οποία διασφαλίζει ότι η χρήση της ΤΝ εντάσσεται και παραμένει εντός του πλαισίου των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της δημοκρατίας και του κράτους δικαίου. Τώρα χρειαζόμαστε τα κράτη να την επικυρώσουν άμεσα. Η έναρξη ισχύος της καθίσταται αναγκαία.

Μετά την κρίση στη Θέουτα συζητείται έντονα το πώς η ΕΕ αντιμετωπίζει τέτοια περιστατικά. Μεταξύ των επιλογών συγκαταλέγεται η προσωρινή αναστολή των διαδικασιών ασύλου σε περιπτώσεις μαζικών μεταναστευτικών ροών που συνιστούν έκτακτη ανάγκη. Προκαλεί αυτό ανησυχία στο Συμβούλιο της Ευρώπης;

Η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου παρέχει ένα πολύ σαφές πλαίσιο. Τα μέτρα που λαμβάνονται πρέπει να σέβονται τα ανθρώπινα δικαιώματα και δεν μπορούν να οδηγήσουν σε συστημικές παραβιάσεις θεμελιωδών δικαιωμάτων, συμπεριλαμβανομένης της απαγόρευσης της κακομεταχείρισης και των μαζικών απελάσεων.

Ωστόσο, η Σύμβαση αποτελεί ένα «ζωντανό» κείμενο και η νομολογία της πρέπει να εφαρμόζεται στο τρέχον πλαίσιο και με βάση τις εξελίξεις στα κράτη-μέλη. Το Δικαστήριο αναγνωρίζει το δικαίωμα των κρατών – μελών να ελέγχουν τα εξωτερικά τους σύνορα και λαμβάνει υπόψη τις ειδικές συνθήκες των μαζικών και παράτυπων διελεύσεων.

Οι συνθήκες αυτές μεταβάλλονται διαρκώς. Παρατηρούμε επίσης ότι όλα τα κράτη-μέλη αντιμετωπίζουν διαφορετικές προκλήσεις στο μεταναστευτικό. Ορισμένα αντιμετωπίζουν προκλήσεις που σχετίζονται με σκόπιμη εργαλειοποίηση της μετανάστευσης.

Αποστολή του Συμβουλίου της Ευρώπης δεν είναι να επιβάλει ένα συγκεκριμένο μοντέλο, αλλά να διασφαλίσει ότι, με τις νέες προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένης της πιθανής δημιουργίας κέντρων εξωτερικής επεξεργασίας αιτήσεων και κέντρων επιστροφής, τα κράτη-μέλη εγγυώνται την ύπαρξη αποτελεσματικών δικλείδων ασφαλείας, την ατομική αξιολόγηση όπου απαιτείται, την ανεξάρτητη παρακολούθηση και τη λογοδοσία, ώστε να αποφευχθεί η δημιουργία ενός χώρου όπου τα δικαιώματα που κατοχυρώνονται στη Σύμβαση παύουν να ισχύουν.

Πρέπει να διασφαλίσουμε ότι τηρούμε τα θεμελιώδη δικαιώματα που κατοχυρώνονται στη Σύμβαση, ακόμη και όταν αναζητούμε νέους τρόπους αντιμετώπισης των προκλήσεων της μετανάστευσης. Πρόκειται για μια άσκηση ισορροπίας.