Σε πλήρη εξέλιξη βρίσκεται τις τελευταίες ώρες ένας στρατιωτικός και διπλωματικός μαραθώνιος στην Αθήνα, καθώς οι αποκαλύψεις για τις ιρανικές απειλές εναντίον ευρωπαϊκών και αμερικανικών στόχων που έγιναν γνωστές μέσω δημοσιεύματος των «Financial Times», υποχρεώνουν το Γενικό Επιτελείο Εθνικής Αμυνας σε άμεση αναδιάταξη μονάδων. Η γεωγραφική εγγύτητα της Ελλάδας με το μέτωπο της κρίσης, καθώς βρίσκεται εντός του βεληνεκούς των ιρανικών πυραύλων, και ο κομβικός της ρόλος στην υποστήριξη των συμμάχων, μετατρέπουν τις θεωρητικές προειδοποιήσεις σε επιχειρησιακά σενάρια ύψιστης ετοιμότητας.
Η πλέον εμβληματική κίνηση που εξετάζεται στο ανώτατο στρατιωτικό επίπεδο αφορά την ενίσχυση της Κρήτης. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες από πηγές του υπουργείου Εθνικής Αμυνας, βρίσκεται στο τραπέζι η πιθανή μετακίνηση της συστοιχίας των αντιαεροπορικών συστημάτων Patriot από την Κάρπαθο προς την Κρήτη.
Στόχος αυτής της επιχειρησιακής αλλαγής είναι η δημιουργία μιας αδιαπέραστης αντιαεροπορικής και αντιπυραυλικής «ασπίδας» πάνω από την αεροπορική και ναυτική βάση της Σούδας. Η Σούδα αποτελεί την κρισιμότερη υποδομή των ΗΠΑ και του ΝΑΤΟ στην Ανατολική Μεσόγειο, και η θωράκισή της απέναντι σε πιθανά ιρανικά πλήγματα μεγάλου βεληνεκούς ή επιθέσεις με drones αποτελεί απόλυτη προτεραιότητα όχι μόνο για την Αθήνα, αλλά και για το αμερικανικό Πεντάγωνο.
Η μετακίνηση αυτή, αν οριστικοποιηθεί, θα γίνει με τρόπο που δεν θα αφήσει κενά στην άμυνα του νοτιοανατολικού Αιγαίου, καθώς άλλες μονάδες και μέσα της Πολεμικής Αεροπορίας θα αναλάβουν την κάλυψη του τομέα της Καρπάθου.
Την ίδια στιγμή, το βλέμμα της Αθήνας είναι σταθερά στραμμένο στη Λευκωσία, η οποία βρίσκεται στο επίκεντρο των νέων απειλών της Τεχεράνης, λόγω των βρετανικών βάσεων στο Ακρωτήρι. Η Ελλάδα ξεκαθαρίζει με πράξεις ότι η ασφάλεια της Κύπρου αποτελεί αναπόσπαστο κομμάτι του δικού της αμυντικού δόγματος.
Ο ίδιος ο υπουργός Εθνικής Αμυνας, Νίκος Δένδιας, τονίζει σε κάθε ευκαιρία πως η Κύπρος «κείται πλησίον» και αυτό αποδείχθηκε και την περασμένη άνοιξη όταν η Ελλάδα έστειλε μέσα σε λίγες ώρες μαχητικά και δύο φρεγάτες, όταν ολόκληρη Βρετανία χρειάστηκε εβδομάδες για να στείλει ένα αντιτορπιλικό.
Στο πλαίσιο αυτό, παραμένουν κανονικά στην Κύπρο τα τέσσερα ελληνικά μαχητικά αεροσκάφη της Πολεμικής Αεροπορίας, καθώς και η φρεγάτα «Νικηφόρος Φωκάς» που περιπολεί στην περιοχή της Ανατολικής Μεσογείου. Οι δυνάμεις αυτές λειτουργούν ως αποτρεπτικός παράγοντας και ως εγγύηση σταθερότητας.
Ωστόσο, οι σχεδιασμοί δεν σταματούν εκεί. Ανώτατες στρατιωτικές πηγές αναφέρουν ότι ενδέχεται να σταλθούν και επιπλέον ενισχύσεις στο νησί (τόσο σε προσωπικό ειδικών δυνάμεων όσο και σε μέσα επιτήρησης και αεράμυνας), εφόσον η κατάσταση ασφαλείας επιδεινωθεί περαιτέρω ή κριθεί απαραίτητο για τη θωράκιση των ελληνοκυπριακών υποδομών. Δεν αποκλείεται να δοθεί και πάλι εντολή και στην πιο σύγχρονη φρεγάτα του Πολεμικού Ναυτικού, την «Κίμων», να πλεύσει και πάλι για τη Μεγαλόνησο.
Η κάλυψη στη Βουλγαρία
Η απειλή, όμως, εκτείνεται και στα βόρεια σύνορα της χώρας, με τη Βουλγαρία να ανησυχεί για τη βάση Μπέζμερ. Η Αθήνα αντιμετωπίζει τη Σόφια ως έναν στρατηγικό εταίρο στην πυριτιδαποθήκη των Βαλκανίων και είναι έτοιμη να αναλάβει δράση.
Οπως έγινε γνωστό, αν ζητηθεί επίσημα από τη Βουλγαρία στρατιωτική συνδρομή ή παροχή διευκολύνσεων για την ενίσχυση της δικής της αμυντικής διάταξης, η ελληνική αντίδραση θα είναι άμεση. Η σχετική απόφαση θα ληφθεί σε έκτακτη συνεδρίαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Εθνικής Ασφάλειας (ΚΥΣΕΑ), το οποίο βρίσκεται σε κατάσταση διαρκούς ετοιμότητας να συγκληθεί υπό τον Πρωθυπουργό. Η συνδρομή αυτή θα μπορούσε να περιλαμβάνει από την ανταλλαγή δορυφορικών δεδομένων και πληροφοριών σε πραγματικό χρόνο, μέχρι τη διάθεση αντιαεροπορικών μέσων ή τη διεξαγωγή κοινών αεροπορικών περιπολιών (Air Policing) στον εναέριο χώρο της γειτονικής χώρας.
Οι κινήσεις αυτές αποδεικνύουν ότι η Ελλάδα δεν παρακολουθεί παθητικά τις εξελίξεις. Αντίθετα, μετατρέπεται σε έναν ενεργό επιχειρησιακό κόμβο που συνδέει την άμυνα των Βαλκανίων με εκείνη της Ανατολικής Μεσογείου. Η Αθήνα, μέσω αυτών των προληπτικών μέτρων, στέλνει ένα σαφές μήνυμα προς πάσα κατεύθυνση: η χώρα διαθέτει τα μέσα, την ψυχραιμία και την πολιτική βούληση να προστατεύσει τις υποδομές της, να στηρίξει τους συμμάχους της και να λειτουργήσει ως το δυτικό ανάχωμα απέναντι σε οποιαδήποτε προσπάθεια μεταφοράς της μεσανατολικής κρίσης σε ευρωπαϊκό έδαφος.