Η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα γνώριμο, αλλά αυτή τη φορά ιδιαίτερα επικίνδυνο δίλημμα: πώς θα προστατεύσει τα νοικοκυριά από μια νέα ενεργειακή έκρηξη χωρίς να επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τους κρατικούς προϋπολογισμούς.
Με τις τιμές των καυσίμων να κινούνται σε επίπεδα-ρεκόρ και το πετρέλαιο να έχει επιστρέψει πάνω από τα 100 δολάρια το βαρέλι, η ιδέα ενός πανευρωπαϊκού φόρου στα έκτακτα κέρδη των ενεργειακών ομίλων επανέρχεται δυναμικά στο τραπέζι.
Το αίτημα ήρθε αυτή τη φορά από το Βερολίνο.
Ο γερμανός υπουργός Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπαϊλ κάλεσε την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να παρουσιάσει έως την επόμενη συνεδρίαση των υπουργών Οικονομικών τον Οκτώβριο προτάσεις για τη φορολόγηση των «υπερβολικών κερδών» των πετρελαϊκών εταιρειών.
Σύμφωνα με τον ίδιο, αρκετές χώρες ζητούν εδώ και καιρό ένα τέτοιο μοντέλο. Την έκκληση στηρίζουν, σύμφωνα με το Reuters, μεταξύ άλλων η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιταλία, η Πολωνία και η Αυστρία.
Η πίεση είναι εύκολο να γίνει αντιληπτή στην αντλία.
Η άνοδος των διεθνών τιμών του πετρελαίου, που συνδέεται με την αναταραχή στη Μέση Ανατολή και τις απειλές για τις θαλάσσιες οδούς μεταφοράς, έχει μεταφερθεί γρήγορα στην ευρωπαϊκή αγορά. Στη Γερμανία η μέση τιμή του ντίζελ έφθασε τα 2,45 ευρώ το λίτρο, ενώ η βενζίνη κινήθηκε στα 2,31 ευρώ.
Στην Ολλανδία η βενζίνη ξεπέρασε τα 2,70 ευρώ, ενώ οι αυξήσεις είναι ακόμη εντονότερες σε ορισμένες άλλες χώρες. Τα επίσημα εβδομαδιαία στοιχεία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής καταγράφουν τις τιμές καυσίμων σε όλα τα κράτη-μέλη.
Την ίδια ώρα, η αγορά φυσικού αερίου βρίσκεται επίσης υπό πίεση.
Η γεωπολιτική αστάθεια έχει προκαλέσει έντονη μεταβλητότητα, ενώ η Ευρωπαϊκή Επιτροπή αναγνωρίζει ότι η κατάσταση στη Μέση Ανατολή παραμένει εξαιρετική.
Παρά τις πιέσεις, οι Βρυξέλλες εκτιμούν ότι προς το παρόν δεν υπάρχει άμεσος κίνδυνος για την ασφάλεια εφοδιασμού της ΕΕ, χάρη στη διαφοροποίηση των πηγών, την αυξημένη δυνατότητα εισαγωγών LNG και τη μειωμένη ζήτηση φυσικού αερίου.
Το μεγάλο ερώτημα είναι αν θα υπάρξει κοινή ευρωπαϊκή λύση.
Η απάντηση των Βρυξελλών μέχρι στιγμής είναι επιφυλακτική.
Ο επίτροπος Οικονομίας Βάλντις Ντομπρόβσκις έχει δηλώσει ότι η Κομισιόν δεν σχεδιάζει αυτή τη στιγμή έναν ενιαίο μηχανισμό φορολόγησης σε επίπεδο ΕΕ, επισημαίνοντας παράλληλα ότι τα κράτη-μέλη μπορούν να επιβάλουν δικούς τους φόρους και ότι η Επιτροπή είναι ανοιχτή στη συζήτηση.
Έτσι, κάθε κυβέρνηση αναζητά τη δική της συνταγή.
Η Ιταλία έχει ήδη προχωρήσει σε μέτρα ελάφρυνσης για οδηγούς, ενώ η Γαλλία παρατείνει στοχευμένες επιδοτήσεις για αγρότες, αλιείς και κατασκευές. Στη Γερμανία, η κυβέρνηση του Φρίντριχ Μερτς εξετάζει νέες παρεμβάσεις, καθώς η πολιτική πίεση αυξάνεται.
Το Βερολίνο έχει ήδη προχωρήσει σε προσωρινή μείωση ενεργειακών φόρων και αναζητά νέα μέτρα για να περιορίσει το κόστος στην αντλία.
Πίσω από τις οικονομικές αποφάσεις, όμως, υπάρχει και ένας καθαρά πολιτικός φόβος.
Οι υψηλές τιμές ενέργειας πλήττουν άμεσα το διαθέσιμο εισόδημα και το κόστος μετακίνησης, ενώ σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες η δυσαρέσκεια μετατρέπεται ήδη σε πολιτική πίεση.
Οι κυβερνήσεις γνωρίζουν ότι μια παρατεταμένη ενεργειακή κρίση δεν αφορά πλέον μόνο τον πληθωρισμό ή την ανάπτυξη. Αφορά την κοινωνική αντοχή και την πολιτική σταθερότητα.
Το πρόβλημα είναι ότι ένας φόρος στα έκτακτα κέρδη δεν αποτελεί μαγική λύση.
Οι κυβερνήσεις πρέπει να αποφασίσουν ποια κέρδη θεωρούν «έκτακτα», πώς θα υπολογίζεται ο φόρος και ποιος τελικά θα επωμιστεί το κόστος.
Από την άλλη πλευρά, η οριζόντια επιδότηση των καυσίμων μπορεί να ανακουφίσει προσωρινά τους καταναλωτές, αλλά επιβαρύνει τα δημόσια ταμεία.