Σταμάτης Μαλέλης: Υπηρέτησα την TV παίζοντας έναν «κόντρα ρόλο»

Είστε μοναχοπαίδι και μεγαλώσατε στη Μυτιλήνη, σωστά;

Μέχρι τα δέκα μου χρόνια ήμουν στη Λέσβο. Γεννήθηκα στη Μυτιλήνη, αλλά πήγα δημοτικό στο Σκαλοχώρι, ένα χωριό του νησιού. Μετά ήρθαμε στην Αθήνα, στο Αιγάλεω.

Γιατί έγινε αυτή η μετακόμιση; Λόγω της δουλειάς των γονιών σας;

Ναι, πηγαίναμε όπου είχε δουλειά ο πατέρας μου. Δούλευε σε μπουλντόζα, ήταν χειριστής. Μείναμε στην Αθήνα, αν και για ένα διάστημα πήγαμε και στην Κάρπαθο – θα πήγαινα Ε’ Δημοτικού τότε, αλλά τελικά επιστρέψαμε. Από την Δ’ Δημοτικού και μετά, μένω σταθερά στο Αιγάλεω.

Πώς είναι να μεγαλώνει κανείς ως μοναχοπαίδι;

Εχει τα καλά του, έχει και τα αρνητικά του. Τα δύσκολα είναι ότι δεν έχεις έναν άνθρωπο να μιλήσεις εντελώς ελεύθερα, έναν αδελφό ή μια αδελφή. Το καλό είναι ότι όλη η αγάπη των γονιών σου είναι στραμμένη πάνω σου.

Αυτό το κομμάτι, η αποκλειστική αγάπη των γονιών σας, σας διαμόρφωσε;

Ναι, και θετικά και αρνητικά νομίζω. Θετικά, γιατί μου έδιναν πράγματι πολλή αγάπη, αλλά μερικές φορές η πολλή αγάπη σου δημιουργεί άγχος για να τα καταφέρεις. Ενιωθα ότι έπρεπε να πετύχω για να ανταποκριθώ, τελικά, σε αυτή την αγάπη.

Για να νιώσετε άξιος;

Οχι, η αγάπη τους ήταν ανιδιοτελής, αλλά εγώ ένιωθα υπεύθυνος. Το βάρος ήταν πολύ μεγάλο. Ηξερα ότι έπρεπε να πετύχω, να τα καταφέρω, να μπω στο πανεπιστήμιο.

Σας ακολουθεί ακόμα αυτό το βάρος;

Τώρα πια όχι. Αλλά με ακολουθούσε για καιρό η ιδέα ότι έπρεπε οπωσδήποτε να γίνω κάτι στη ζωή μου. Ημουν από μια οικογένεια – από την πλευρά του πατέρα μου – όπου δεν είχε τελειώσει κανείς ούτε το Δημοτικό. Ημουν ο πρώτος Μαλέλης που έβγαλε το Δημοτικό, οπότε έπρεπε να πάω όσο πιο πάνω μπορούσα. Είχαν ποντάρει όλοι πάνω μου. Αυτό σου δημιουργεί υπογείως άγχος, δυσκολίες.

Ανεβήκατε σε αυτό το «άρμα» μιας διαδρομής για να κατακτήσετε αυτά που θέλατε, χωρίς μερικές φορές να υπολογίζετε το κόστος. Το νιώθατε από παιδί;

Από το Δημοτικό. Επρεπε να είμαι καλός μαθητής, έπρεπε στο τέλος της χρονιάς να πω εγώ το ποίημα. Ηταν σαν να είχαν ποντάρει όλοι πάνω μου, σαν να τους εκπροσωπούσα όλους κι εγώ δεν έπρεπε να τους απογοητεύσω. Το καλό είναι ότι προσπαθούσα να γίνω καλύτερος, το κακό είναι ότι γέμισα με περισσότερο άγχος από αυτό που μπορούσα να σηκώσω ως παιδί.

Αυτό το θέμα το εντοπίσατε αργότερα, ίσως μέσα από την ψυχοθεραπεία;

Ναι, το συζήτησα πολύ και με τη Μένη Μαλλιώρη και με τη Μαρίνα Λαλιώτη. Κοίταξαν βαθιά αυτό το θέμα.

Ποιο ήταν τελικά το πιο επώδυνο κομμάτι στη διαδρομή σας: από κλητήρας σε διευθυντή ειδήσεων ή η μετάβαση από το παιδί των ευθυνών σε αυτό που γίνατε;

Η διαδρομή από «κλητήρας – διευθυντής» γιατί συνέβη σε πολύ μικρό χρονικό διάστημα. Εγινα διευθυντής – σε αυτούς που μέχρι τότε με είχαν κλητήρα – στα 29 μου. Φανταστείτε ότι άνθρωποι που πριν με έστελναν να τους πάρω φέτα, μετά μου έδιναν τα κείμενά τους να τα διορθώσω.

Πώς το διαχειριστήκατε συναισθηματικά; Σας «ψώνισε» η απότομη εξουσία;

Νομίζω πάταγα γερά στα πόδια μου. Δεν την «ψώνισα» ποτέ. Με βοήθησαν πολύ τα διαβάσματα της εφηβείας μου – τα μαρξιστικά βιβλία με τα οποία ασχολούμουν τότε. Με διαμόρφωσαν αυτά. Μου έκανε πολύ καλό το πέρασμά μου από την ΚΝΕ. Ηταν ένα πολύ μεγάλο σχολείο. Αμφισβητούσες πολλές αξίες που κυριαρχούσαν τότε. Αντιλήφθηκα ότι δεν χρειάζεται να γίνεις πλούσιος, αλλά να περνάς καλά, να είσαι ευτυχισμένος, να είσαι δίκαιος. Ολα αυτά διαμορφώνουν τον χαρακτήρα σου και τη ζωή σου. Δεν ζήλεψα τους άλλους επειδή, π.χ., είχαν καλύτερο αυτοκίνητο, πιο καλό σπίτι. Πίστευα ότι εγώ έχω υπεροπλία γιατί έχω διαβάσει περισσότερο.

Μπήκατε σ’ έναν ανταγωνιστικό χώρο, τον οποίο συνδιαμορφώνετε – για κάποιους καλά, για κάποιους όχι καλά. Το συνδέετε με όλα τα βάρη τα οποία σας δημιούργησαν εσωτερικές προστριβές και βεβαίως τη νόσο της κατάθλιψης;

Αλλο ονειρευόμουν να κάνω στη ζωή μου και άλλο έκανα. Δεν φανταζόμουν όταν εργαζόμουν ως κλητήρας ότι θα γινόμουν δημοσιογράφος. Περισσότερο μ’ ενδιέφερε να ασχοληθώ με την πολιτική – όχι βουλευτής, υπουργός κ.λπ. Κάτι με το οποίο θα πρόσφερα στην κοινωνία. Αλλά ήρθαν οι αλλαγές στο κομμάτι της δημοσιογραφίας πολύ γρήγορα. Και σε όλα αυτά τα χρόνια ήθελα να είμαι καλός επαγγελματίας. Γι’ αυτό έκανα και εντελώς αντίθετα πράγματα. Αλλο είναι το δελτίο ειδήσεων στο Star, το οποίο υπηρέτησα και το αγάπησα, και άλλο είναι το δελτίο του Mega. Και στα δύο όμως ήμουν και είμαι επαγγελματίας και γνώριζα τι ήθελα να κάνω.

Θέλατε να είστε συνεπής στις απαιτήσεις της οποιασδήποτε δουλειάς. Με τις εσωτερικές σας απαιτήσεις τι γινόταν;  

Οι εσωτερικές μου απαιτήσεις σε σχέση με αυτό που έκανα ήταν κόντρα ρόλος. Τώρα που το κρίνω εκ των υστέρων, όλο και κάπου επιδρούσαν στον τρόπο που είχα επιλέξει να κάνω τηλεόραση. Νομίζω όμως ότι κυριαρχούμε το ένστικτο να είμαι συνεπής στη δουλειά μου και αυτό πλήρωνα μερικές φορές προσωπικά. Υπήρχαν σοβαρές συνέπειες: έμπαινα στο νοσοκομείο γιατί δεν άντεχα την πίεση. Ενας άνθρωπος που ήθελε να είναι αριστερός, με ό,τι σημαίνει αυτό, και τελικά υπηρετούσε κάποια άλλα πράγματα. Υπήρχε κόντρα, ναι. Ομως ποτέ δεν έκανα κάτι για τα χρήματα. Επρεπε όμως να κάνω τη δουλειά μου όσο το δυνατόν καλύτερα. Αυτό που μου είχαν εμφυσήσει οι γονείς μου: «Κοίτα να είσαι πρώτος». Ηθελα να είμαι πρώτος και αυτό πληρώνω. Οταν δεν συνέβαινε με κυρίευε η τάση να φύγω, να χαθώ.

Μου περιγράψατε μια συνεχή εσωτερική και εξωτερική πάλη. Υπήρξε ένα συγκεκριμένο σημείο καμπής που σας «χτύπησε το καμπανάκι»; Περιγράφετε μια πάλη σε δύο μέτωπα. Ποια ήταν η στιγμή που έγινε το «κλικ» και συνειδητοποιήσατε ότι δεν πάει άλλο;

Το καμπανάκι χτύπησε αλλά μου έδειξε έναν δρόμο που έπρεπε ν’ ακολουθήσω. Εμφάνισα σοβαρά προβλήματα πανικού και κατάθλιψης την περίοδο που έφευγα από τον Alpha για να πάω στο Star. Εκεί έπαθα τη μεγαλύτερη κρίση. Θεωρούσα ότι έπρεπε να φύγω τελείως από την τηλεόραση. Η κατάθλιψη με είχε πλακώσει και πίστευα ότι βασική αιτία ήταν η δουλειά μου. Μπήκα στο νοσοκομείο για 17 μέρες. Είχα φτάσει σε οριακό σημείο γιατί αναγκαζόμουν να βγάζω πράγματα που δεν μου άρεσαν, αλλά ήταν εμπορικά αναγκαία. Οταν όμως βγήκα από το νοσοκομείο ζωντανός, ένιωσα ότι ήταν η αρχή του τέλους για τη μάχη μου με την κατάθλιψη. Με έκανε πιο ισχυρό. Κατάλαβα ότι δεν πεθαίνω. Το κρεβάτι του νοσοκομείου λειτούργησε λυτρωτικά. Ηταν το «φάρμακό» μου.

Μπορούμε να κλείσουμε εδώ. Ωστόσο έχω την εντύπωση ότι κάτι μένει ακόμη άλυτο μέσα σας. Και αν θέλετε δεν το γράφω.

Ναι, μπορεί να είναι έτσι. Γράψ’ το αν θέλεις.