Σοκάρει η ιστορία του κ. Νίκου: Στα 74 του ζει στο αυτοκίνητό του μετά την έξωση – «Περπατάω 25 χιλιόμετρα για 15 ευρώ»

Στα 74 του χρόνια, ο κ. Νίκος ζει πλέον μέσα στο αυτοκίνητό του, μετά από έξωση που άλλαξε δραματικά τη ζωή του. Κάποτε, πίσω από μια πόρτα, τον περίμεναν η σύζυγός του και τα δύο του παιδιά. Σήμερα, δεν έχει πια μια πόρτα να κλείσει πίσω του.

Το μόνο που του έχει απομείνει είναι το αυτοκίνητό του. Εκεί κοιμάται, εκεί ξυπνά, προσπαθώντας να χωρέσει ό,τι απέμεινε από τη ζωή που είχε χτίσει.

«Και από τότε ζω σε ένα αυτοκίνητο, σε μια άθλια φυσικά κατάσταση. Έχω πάει και σε δομή και μάλιστα έχω πάει σε ένα εδώ στο, στο Ίλιον, το οποίο με δέχονται μόνο την ημέρα να κάνω ένα μπάνιο και να πλύνω τα ρούχα. Ενώ υπήρχε ελεύθερη κλίνη δεν με δέχτηκαν».

Από τον Φεβρουάριο, ο κ. Νίκος περνά τις νύχτες του μόνος, χωρίς την οικογένειά του στο πλευρό του.

«Σε ένα φιλικό σπίτι (μένει η σύζυγός του). Δεν μπορώ να τη βάλω να ζήσει μέσα σε ένα αυτοκίνητο. Δεν υπήρχε περίπτωση να τα καταφέρει. Το καλοκαίρι ήταν ένας φούρνος μέσα στο αυτοκίνητο και σήμερα που είναι χειμώνας το πρωί έχει μια υγρασία λες και το έχεις στείλει στο πλυντήριο το αυτοκίνητο και πονάνε τα κόκαλα όλα».

Ζει με τον φόβο για το τι μπορεί να του συμβεί κάθε νύχτα, είτε στο κρύο είτε στη ζέστη.

«Ακόμη και εδώ που έχω το αυτοκίνητο σε ένα κατάστημα δίπλα που με βλέπει, της έχω πει λέω: ‘Αν έρθει κάποιος να το πάρει λέω, πες του ότι δεν είναι εγκαταλελειμμένο το αυτοκίνητο’. Είναι μια περιοχή που και νεαροί περνάνε. Τι να κάνεις; Οι πόρτες πίσω δεν τις κλείνω γιατί έχει τελειώσει η μπαταρία. Υπάρχει πάντοτε κίνδυνος να συμβεί κάτι».

Το σπίτι που είχε, το απέκτησε με στεγαστικό δάνειο, το οποίο, όπως αναφέρει, πλήρωνε κανονικά μέχρι να χάσει τη δουλειά του όταν έκλεισε η επιχείρηση όπου εργαζόταν. Στη συνέχεια, προβλήματα υγείας και οικονομικές δυσκολίες τον οδήγησαν στην απώλεια του σπιτιού και των αναμνήσεων μιας ολόκληρης ζωής.

«Έχω γράψει σε ένα χαρτί τα τηλέφωνα των ανθρώπων που πρέπει να ενημερωθούν αν πάθω κάτι»

Ο κ. Νίκος, που κάποτε φρόντιζε την οικογένειά του, σήμερα δεν έχει πού να ακουμπήσει το κεφάλι του. Παρά τα 74 του χρόνια, συνεχίζει να εργάζεται.

Ξυπνάει στις πέντε το πρωί και περπατά έξι ώρες καθημερινά μοιράζοντας φυλλάδια, για λίγα ευρώ, ώστε να μπορεί να αγοράσει τα φάρμακά του.

«Περπατάω 20 με 25 χιλιόμετρα για να πάρω 15 με 16 ευρώ και να βγάλω τα φάρμακά μου και την ανάγκη να πάω να φάω κάτι».

Συχνά πίνει μόνο νερό για να ξεγελάσει την πείνα του.

«Εάν δεν προλάβω στη δομή θα πάρω κάποια τυρόπιτα ή κάνα κουλούρι και νεράκι για να φουσκώσω».

Το βράδυ, αν περισσέψει φαγητό στη δομή, καταφέρνει να φάει.

«Υπάρχει μεσημεριανό που δίνουνε σάντουιτς, μια μπανάνα, ένα χυμό. Όποτε πάω μου το δίνουνε και το βράδυ αν περισσεύει παίρνω γιατί προηγούνται αυτοί που μένουν μέσα. Δεν μπορώ ψυχολoγικά σήμερα πλέον».

Το καλοκαίρι ήταν ανυπόφορο για τον ίδιο.

«Το πιστεύετε ότι έβγαινα έξω για να μην είμαι μέσα στο φούρνο; Καθόμουνα σε παγκάκι».

Τώρα, με τον χειμώνα προ των πυλών, ο φόβος μεγαλώνει.

«Έχω γράψει σε ένα χαρτί, σε ένα μπλοκάκι τα τηλέφωνα των ανθρώπων που πρέπει να ενημερωθούν αν πάθω κάτι».

Όταν ρωτήθηκε για το πώς βίωσε τη διαδικασία του πλειστηριασμού, η απάντησή του αποκαλύπτει το μέγεθος της ψυχολογικής πίεσης που βίωσε.

«Στον πρώτο πλειστηριασμό, εάν δεν σκεφτόμουν τη σύζυγό μου και τα παιδιά μου, θα είχα κάνει κακό στον εαυτό μου. Και δεν το λέω για να με λυπηθεί ο κόσμος. Μη νομίζετε ότι έχει φύγει από το μυαλό μου εντελώς αυτό το πράγμα. Το να κάθεσαι να πίνεις, να αναγκαστείς να πίνεις κρασί για να ξεχαστείς και να ζεσταθείς δεν είναι λύση και αυτό».