Σε ιστορικά χαμηλά η ελληνική οινοπαραγωγή

Το φθινόπωρο του 2026 βρίσκει τους αμπελουργούς της Μεσογείου αντιμέτωπους με νέες προκλήσεις. Από τους όψιμους παγετούς στη Μαντίνεια έως την «κατάρρευση» της παραγωγής στη Σαντορίνη, η κλιματική απορρύθμιση δοκιμάζει τις αντοχές της ελληνικής αμπελουργίας – και όχι μόνο.

Επειτα από ένα καλοκαίρι ακραίων θερμοκρασιών στη Γαλλία, οι επιπτώσεις είναι ήδη ορατές: σε περιοχές όπως η Οξιτανία, ο τρύγος ξεκίνησε ιστορικά νωρίς, κοντά στα τέλη Ιουλίου, ενώ οι εκτιμήσεις του γαλλικού υπουργείου Γεωργίας έκαναν λόγο για οινοπαραγωγή μειωμένη κατά 14% σε σύγκριση με τον μέσο όρο της τελευταίας πενταετίας. Καύσωνες, μειωμένες βροχοπτώσεις, πλημμύρες και μεγάλες πυρκαγιές ανατρέπουν δεδομένα αιώνων και απειλούν τους αμπελώνες της Ευρώπης.

Στην Ελλάδα, οι επίσημοι δείκτες καταγράφουν σημαντική υποχώρηση της οινοπαραγωγής. Σύμφωνα με στοιχεία του υπουργείου Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, η φετινή παραγωγή ανήλθε σε 1.666.688 εκατόλιτρα, ποσότητα που αποτελεί την τρίτη χαμηλότερη όλων των εποχών, μετά και το ιστορικό χαμηλό των 1.379.433 εκατολίτρων της περιόδου 2023-2024. Ενδεικτικό της πτώσης είναι ότι κατά την περίοδο 1993-2013 η παραγωγή ανερχόταν κατά μέσο όρο σε 3.577.000 εκατόλιτρα. Τι ποσοστό αυτής της υποχώρησης συνδέεται με την κλιματική κρίση;

Μελέτες που βασίζονται σε κλιματικά σενάρια εκτιμούν ότι οι ημερομηνίες του τρύγου στην Ελλάδα ενδέχεται να μετατοπιστούν έως και 40 ημέρες νωρίτερα την περίοδο 2041-2065. Η μεταβολή αυτή είναι ικανή να επηρεάσει την ωρίμανση των σταφυλιών, τη σύσταση του καρπού και, τελικά, τα χαρακτηριστικά του κρασιού.

Στη Σαντορίνη

Το μέγεθος των πιέσεων που δέχεται ο ελληνικός τρύγος αναδεικνύεται ανάγλυφα στη Σαντορίνη. Φέτος, η συνολική παραγωγή του νησιού εκτιμάται σε περίπου 350 τόνους, μειωμένη κατά 30% σε σχέση με την ήδη χαμηλή περσινή σοδειά και πολύ χαμηλότερη από τους 2.500 τόνους του 2022. Οι ειδικοί αποδίδουν την πτώση στις δύσκολες κλιματικές συνθήκες, στην ξηρασία και στην αυξημένη παρουσία περονόσπορου, η πρώιμη εμφάνιση του οποίου μπορεί, υπό προϋποθέσεις, να συνδέεται και με την κλιματική αλλαγή.

Κι ενώ στη Μεσόγειο αναζητούνται λύσεις, με τις ενώσεις του κλάδου να πιέζουν για μέτρα στήριξης, η αμπελουργία αναπτύσσεται σε περιοχές που μέχρι πριν από λίγα χρόνια θεωρούνταν απολύτως ακατάλληλες για κάτι τέτοιο. Η Σουηδία αναδεικνύεται σε ανερχόμενη οινοπαραγωγική δύναμη, ενώ η Νότια Αγγλία γνωρίζει εντυπωσιακή άνθηση στον τομέα της αμπελουργίας.

Μιλώντας στα «ΝΕΑ», ο Θόδωρος Γεωργόπουλος, γενικός διευθυντής του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου και καθηγητής Αμπελουργικού Δικαίου στη Γαλλία, τονίζει την ανάγκη άμεσης στήριξης των παραγωγών, εκσυγχρονισμού της νομοθεσίας και μακροπρόθεσμου σχεδιασμού.

Οπως επισημαίνει, το πρόβλημα δεν είναι μόνο η άνοδος της θερμοκρασίας, αλλά η συνολική απορρύθμιση του κλίματος: ψυχρές εισβολές και όψιμοι παγετοί, έντονες καταιγίδες και πλημμύρες πλήττουν καλλιέργειες που χρειάζονται χρόνια για να αποδώσουν. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η Μαντίνεια, όπου ο όψιμος παγετός έπληξε φέτος μεγάλο μέρος της παραγωγής.

Για τον γενικό διευθυντή του Συνδέσμου Ελληνικού Οίνου, οι απώλειες αυτές απαιτούν άμεση παρέμβαση. «Χρειάζεται ένα συνολικό πλαίσιο ανακούφισης των αμπελουργών που πλήττονται από φυσικές καταστροφές, προσαρμοσμένο στο μέγεθος της ζημιάς», υπογραμμίζει, προτείνοντας φορολογικές διευκολύνσεις, πρόσβαση σε χρηματοδοτικά εργαλεία και έναν εθνικό μηχανισμό στήριξης του πρωτογενούς τομέα με τη δημιουργία ταμείου στήριξης των πληγέντων αγροτών από φυσικές καταστροφές. Παράλληλα, θεωρεί αναγκαία την ενίσχυση επενδύσεων που συνδέονται με τη βιωσιμότητα και την ανθεκτικότητα των καλλιεργειών.

Η προσαρμογή, ωστόσο, δεν μπορεί να περιοριστεί στα έκτακτα μέτρα. «Η Ελλάδα διαθέτει ένα τεράστιο γενετικό υλικό, περισσότερες από 250 ποικιλίες. Θα μπορούσαμε να πειραματιστούμε με μερικές από αυτές, μεταφέροντάς τες από τη μια περιοχή στην άλλη. Αλλωστε, ποικιλίες όπως το Ασύρτικο και το Μοσχοφίλερο έχουν ήδη εγγραφεί στους επίσημους καταλόγους των ποικιλιών στη Γαλλία και την Ιταλία επειδή είναι πιο ανθεκτικές από τις γηγενείς ποικιλίες. Χρειάζονται, όμως, χρόνια να αποδώσουν τέτοιοι πειραματισμοί».

Έρευνα

Γι’ αυτό παράλληλα προτείνεται «να ενισχυθεί η εφαρμοσμένη έρευνα γύρω από το φαινόμενο της κλιματικής αλλαγής και να γίνει διάχυση των αποτελεσμάτων της προσαρμοσμένα στις γεωγραφικές και οικονομικές ιδιαιτερότητες της χώρας, να δοθεί έμφαση στην κατάρτιση των αμπελουργών σε βιώσιμες καλλιεργητικές πρακτικές και σε μεθόδους αντιμετώπισης ακραίων καιρικών φαινομένων, να δοθούν φορολογικά κίνητρα σε όσους συμμετέχουν σε προγράμματα προστασίας και αναγέννησης του εδάφους και να υπάρξει ειδική μέριμνα για τη διατήρηση του αμπελουργικού χαρακτήρα παραγωγικών εκτάσεων που έχουν πληγεί από πλημμύρες και, κυρίως, πυρκαγιές.

Τέλος, κρίνεται αναγκαίος «ο εκσυγχρονισμός των τεχνικών φακέλων των οίνων Προστατευόμενης Ονομασίας Προέλευσης, ώστε να προβλέπουν μεγαλύτερη ευελιξία στη διαχείριση των αμπελώνων και να ενσωματώνουν σαφέστερες δεσμεύσεις βιωσιμότητας».

Οπως φαίνεται, η πρόκληση είναι βαθύτερη. «Η κλιματική αλλαγή είναι σαν να πέφτουν τέσσερα Ρίχτερ σε ένα κτίριο που έχει ήδη υποστεί προηγούμενες δονήσεις», σημειώνει ο Θόδωρος Γεωργόπουλος, θέλοντας να αναδείξει τις αδυναμίες ενός συστήματος που χρειάζεται εκσυγχρονισμό. Για τον ίδιο, το ελληνικό κρασί, «προϊόν με ισχυρό πολιτιστικό και οικονομικό αποτύπωμα, έχει τη δυνατότητα να αποτελέσει παράδειγμα προσαρμογής, αρκεί η στήριξη των παραγωγών, η έρευνα και οι θεσμικές αλλαγές να προχωρήσουν μαζί».